Ο Μεταξάς δεν προφέρει τη λέξη που θα γίνει το όνομα της επετείου • Δίνει την απάντησή του στα γαλλικά • Το «όχι» το προφέρει η Ιστορία, μέσα από όσα ακολουθούν: την άρνηση των όρων, την εισβολή, την αντίσταση και το κόστος ενός πολέμου που μόλις αρχίζει
Η Αθήνα κοιμάται όταν χτυπά το κουδούνι του σπιτιού στην Κηφισιά. Είναι λίγο μετά τις τρεις τα ξημερώματα της 28ης Οκτωβρίου 1940. Ο Ιταλός πρεσβευτής Εμανουέλε Γκράτσι βρίσκεται στην πόρτα του πρωθυπουργού, Ιωάννη Μεταξά, με ένα έγγραφο που δεν αφήνει πολλά περιθώρια παρερμηνείας.
Η Ιταλία απαιτεί από την Ελλάδα να επιτρέψει την είσοδο των στρατευμάτων της και την κατάληψη στρατηγικών σημείων.
Η διορία είναι ασφυκτική: στις έξι το πρωί, οι ιταλικές δυνάμεις θα περάσουν τα σύνορα, αν η ελληνική κυβέρνηση δεν έχει αποδεχθεί τους όρους.
Ο Μεταξάς διαβάζει το τελεσίγραφο. Δεν χρειάζεται να ρωτήσει τον πρεσβευτή ποια σημεία σκοπεύει να καταλάβει η Ιταλία· ο ίδιος ο Γκράτσι δεν γνωρίζει ή δεν αποκαλύπτει. Το χαρτί ζητά από μια χώρα να παραδώσει το έδαφός της χωρίς να της λέει ποιο ακριβώς κομμάτι της θα καταλάβει πρώτα.
Όταν τελειώνει την ανάγνωση, ο Μεταξάς σηκώνει το βλέμμα. Η φράση που, σύμφωνα με τον Γκράτσι, ακούγεται εκείνη τη στιγμή δεν είναι «Όχι». Είναι στη γλώσσα της διπλωματίας, τα γαλλικά: «Alors, c’est la guerre» — «Λοιπόν, έχουμε πόλεμο».
Ο Ιταλός πρεσβευτής καταλαβαίνει ότι η απάντηση δεν πρόκειται να αλλάξει. Η Ελλάδα δεν αποδέχεται το τελεσίγραφο. Η συνάντηση τελειώνει και ο Γκράτσι φεύγει μέσα στη νύχτα. Δεν ανταλλάσσει χειραψία με τον Μεταξά.
Η ώρα που η απόφαση γίνεται είδηση
Μέσα στο σπίτι, η νύχτα δεν τελειώνει. Ο Μεταξάς ειδοποιεί τον βασιλιά Γεώργιο Β΄ και καλεί υπουργούς και αξιωματούχους. Η χώρα πρέπει να οργανωθεί πριν από την αυγή: να κινητοποιηθεί ο στρατός, να ενημερωθούν οι διοικητές, να εκδοθούν οι διαταγές.
Στις 5 το πρωί συνεδριάζει το υπουργικό συμβούλιο. Στα σύνορα της Ηπείρου, όμως, οι εξελίξεις τρέχουν πιο γρήγορα από τη διπλωματία. Οι ιταλικές δυνάμεις περνούν στην ελληνική επικράτεια πριν εκπνεύσει η διορία που είχαν δώσει. Η εισβολή αρχίζει από την ελληνοαλβανική μεθόριο και σύντομα οι σειρήνες ξυπνούν την Αθήνα.
Το «Όχι» έχει ήδη ειπωθεί στην πράξη, αν και όχι με τη λέξη που θα μείνει στην Ιστορία. Δεν είναι μια θεατρική απάντηση μπροστά σε κοινό· είναι μια απόφαση που μετατρέπει μέσα σε λίγες ώρες μια διπλωματική κρίση σε πόλεμο και στέλνει χιλιάδες ανθρώπους προς το μέτωπο.
Το πρωί, οι εφημερίδες μεταφέρουν την είδηση της ιταλικής επίθεσης. Στους δρόμους, ο κόσμος συγκεντρώνεται, ποχαιρετά όσους φεύγουν για το μέτωπο.
Ένα «Όχι» που γίνεται συλλογικό
Η φράση «Alors, c’est la guerre» ανήκει στη συγκεκριμένη νυχτερινή συνάντηση· το «Όχι», όμως, περνά γρήγορα από το στόμα του πρωθυπουργού στη γλώσσα ολόκληρης της χώρας. Γίνεται σύνθημα, τίτλος, τρόπος να περιγραφεί η άρνηση υποταγής και η απόφαση να αντιμετωπιστεί η εισβολή.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η Ελλάδα της 28ης Οκτωβρίου είναι μια ενωμένη δημοκρατία υπό τον Μεταξά. Η χώρα βρίσκεται υπό τη δικτατορία της 4ης Αυγούστου, που έχει επιβάλει λογοκρισία, έχει διαλύσει πολιτικές οργανώσεις και έχει διώξει αντιπάλους της. Ο Μεταξάς δεν είναι ο εκλεγμένος ηγέτης μιας ελεύθερης κοινοβουλευτικής πολιτείας. Είναι ο πρωθυπουργός ενός αυταρχικού καθεστώτος.
Η απόφαση, ωστόσο, δεν μένει προσωπική ούτε ανήκει μόνο στην κυβέρνηση. Την επόμενη περίοδο, ο πόλεμος περνά στην καθημερινότητα των στρατιωτών και των αμάχων: στα βουνά της Ηπείρου, στις πορείες μέσα στο χιόνι, στα χωριά που κουβαλούν τρόφιμα και εφόδια, στις οικογένειες που περιμένουν νέα από το μέτωπο. Εκεί διαμορφώνεται το περιεχόμενο του «Όχι» που θυμάται η χώρα.
Η Ιταλία υπολογίζει ότι η Ελλάδα θα υποχωρήσει γρήγορα. Η εισβολή, όμως, δεν εξελίσσεται όπως σχεδιάζει η Ρώμη. Οι ελληνικές δυνάμεις αντιστέκονται και περνούν στην αντεπίθεση, απωθώντας τους Ιταλούς βαθύτερα στην Αλβανία. Για μήνες, η Ελλάδα κρατά ένα μέτωπο που η φασιστική Ιταλία περίμενε να κλείσει σε λίγες ημέρες.
Η νύχτα πριν από την αυγή
Η σκηνή στην Κηφισιά διαρκεί λίγο. Ένα έγγραφο, μια ανάγνωση, μια απάντηση σε μια ξένη γλώσσα. Όμως η συνέχειά της απλώνεται σε ολόκληρη τη χώρα: στις διαταγές που φεύγουν πριν ξημερώσει, στα τρένα και στα φορτηγά που μεταφέρουν στρατιώτες, στους δρόμους που γεμίζουν αποχαιρετισμούς.
Ο Μεταξάς δεν προφέρει τη λέξη που θα γίνει το όνομα της επετείου. Την προφέρει η Ιστορία, μέσα από όσα ακολουθούν: την άρνηση των όρων, την εισβολή, την αντίσταση και το κόστος ενός πολέμου που μόλις αρχίζει.
Και όταν ξημερώνει στην Αθήνα, η απόφαση έχει ήδη φύγει από το σπίτι της Κηφισιάς. Βρίσκεται στα σύνορα, εκεί όπου οι πρώτες ελληνικές μονάδες περιμένουν τον εισβολέα.