Συνέντευξη στην Ηρώ Ρήγα
Υπάρχουν παραστάσεις που δεν ανεβαίνουν στη σκηνή μόνο για να αφηγηθούν μια ιστορία, αλλά για να μας φέρουν αντιμέτωπους με όσα συχνά αποφεύγουμε να κοιτάξουμε κατάματα: τη μοναξιά, την κοινωνική απόρριψη, τη διαφορετικότητα και τα όρια ανάμεσα στη λογική και την τρέλα. Το «Ημερολόγιο ενός τρελού» του Νικολάι Γκόγκολ είναι ένα τέτοιο έργο. Ο Χρήστος Συρμακέζης αναμετριέται σκηνοθετικά και ερμηνευτικά με τον ήρωα του Ρώσου συγγραφέα, συνδέοντας τον κόσμο του με τη μουσική και την ανατρεπτική φωνή του Νικόλα Άσιμου, σε μια παράσταση που διανύει ήδη την τρίτη χρονιά της και ταξιδεύει σε πόλεις της Ελλάδας.
Με αφορμή την παρουσίαση της παράστασης το επόμενο Σάββατο, 31 Οκτωβρίου, στο Cine Cinema στην Αμαλιάδα, ο Χρήστος Συρμακέζης μιλά στην Πρωινή για τη συνάντηση του Γκόγκολ με τον Άσιμο, τη δύσκολη αλλά και συναρπαστική διαδρομή του θεάτρου στην ελληνική περιφέρεια, αλλά και την προσωπική του απόφαση να αφήσει την Αθήνα και να αναζητήσει στην Κρήτη έναν διαφορετικό τρόπο ζωής και δημιουργίας. Μια συζήτηση για την τέχνη ως πράξη αντίστασης, την ανάγκη για ουσιαστική επικοινωνία και, πάνω απ’ όλα, για τον άνθρωπο που κρύβεται πίσω από την ταμπέλα του «τρελού». Γιατί, όπως λέει και ο ίδιος, ίσως αξίζει να αναρωτηθούμε τελικά: «Για ποια τρέλα λοιπόν μιλάμε ακριβώς;»
Τι σας έκανε να επιστρέψετε σήμερα στο «Ημερολόγιο ενός τρελού» του Γκόγκολ; Τι λέει ο Αξέντι Ιβάνοβιτς στον άνθρωπο του 2026;
Η συγκεκριμένη παράσταση προέκυψε από την ανάγκη μου να μιλήσω για την ‘κοινωνική παρεκτροπή’’ που περιγράφεται επιπόλαια ως τρέλα. Στην πορεία εμφανίστηκε και ένα στοιχείο μοντέρνο που προστέθηκε στο στήσιμο της παράστασης, για μένα οργανικό στοιχείο. Τα τραγούδια του Νικόλα Άσιμου, που τραγουδάω ανάμεσα στις ημερομηνίες του ημερολογίου του Αυξέντι Ιβάνοβιτς. Είναι σαν να ακούγεται η μοντέρνα κραυγή ενός άλλου κόσμου, μελλοντικού, στην Ρωσία του 19ου αιώνα, μια σχισμή στην αντίληψη του ήρωα που επικοινωνεί σχεδόν διαισθητικά και διιστορικά με την περσόνα του Νικόλα Άσιμου που τόσο μας έχει συντροφεύσει με τις υπέροχες μελωδίες του και τους πάντα εύστοχους και ρηξικέλευθους στίχους του. Με αυτόν τον τρόπο ο Αυξέντι Ιβάνοβιτς γίνεται ένας από εμάς, θα μπορούσε να είναι ο καθένας μας που ενώ η κοινωνική και εργασιακή πραγματικότητα τον συμπιέζει, αυτός σιγοσφυρίζει ή και τραγουδά δυνατά Άσιμο ως πράξη αντίστασης. Για ποια τρέλα λοιπόν μιλάμε ακριβώς;

Στην παράσταση συναντάμε με έναν ιδιαίτερο τρόπο τον Γκόγκολ με τον Νικόλα Άσιμο. Πώς γεννήθηκε αυτή η σύνδεση και τι κοινό βρήκατε τελικά στους δύο;
Οι προσωπικότητες τους είναι παράλληλες. Προσέξτε, όχι όμοιες, παράλληλες. Η πορεία τους προς την ψυχική παρεκτροπή παράλληλη, αν και πολύ διαφορετική, η αντίδρασή τους στην πίεση σχεδόν κοινή, ακόμα και ο μανδύας του Αυξέντι με το στέμμα που φοράει είναι εμπνευσμένα από κάποια φωτογραφία του Νικόλα Άσιμου. Αν ήταν μικροαστός ο Νικόλας, θα κατέληγε σαν τον Αυξέντι. Η δημιουργικότητά τους επίσης έχει κάτι το κοινό. Ο ήρωάς μας κάνει κολάζ από εφημερίδες, στιχουργεί, γράφει γράμματα που τα έχουν συνθέσει δήθεν κάποια σκυλάκια, χορεύει, τραγουδάει, παίζει ρόλους…Σαν το Μουσικό θέατρο Φτώχειας του Άσιμου. Έπαιζε, τραγουδούσε, σκαριφούσε τις αφίσες του…
Είστε ταυτόχρονα σκηνοθέτης και ερμηνευτής. Πόσο δύσκολο είναι να σκηνοθετείς τον ίδιο σου τον εαυτό; Υπάρχουν στιγμές που ο σκηνοθέτης και ο ηθοποιός μέσα σας διαφωνούν;
Είναι πολύ δύσκολο αν θες να έχεις απαιτήσεις από τον εαυτό σου. Απαιτήσεις όσον αφορά στο σκηνικό αποτέλεσμα της παράστασης,που εσύ ο ίδιος ως σκηνοθέτης έχεις φανταστεί. Και φυσικά διαφωνούν οι δυο ιδιότητες μέσα μου γιατί συνήθως ο σκηνοθέτης έχει υπερβολικές απαιτήσεις ενώ ο ηθοποιός μέσα μου είναι σαν παιδί. Ικανοποιείται από το παίξιμό του κάποια στιγμή. Ωστόσο, στο τέλος αφήνω τον ηθοποιό να αυτενεργήσει, αυτός κερδίζει (γέλια), γιατί αυτός είναι παρών την στιγμή της παράστασης, ο σκηνοθέτης έχει εθελούσια αποσυρθεί. Άρα, Σκηνοθέτης – Ηθοποιός σημειώσατε 2.

Αφήσατε την Αθήνα και επιλέξατε να συνεχίσετε τη θεατρική σας διαδρομή στην Κρήτη. Τι ήταν αυτό που σας έκανε να πάρετε αυτή την απόφαση; Και τελικά, η Κρήτη σάς έδωσε κάτι που ίσως δεν μπορούσε να σας δώσει η Αθήνα;
Η Αθήνα είχε και έχει πολλές διαφορετικές ευκαιρίες στο θέατρο, όμως η ζωή, η ποιότητα εννοώ, ο χρόνος που έχεις να ζήσεις, εξατμίζεται. Το άγχος κυριαρχεί, η κατάθλιψη είναι πανταχού παρούσα, ε, κάποια στιγμή δεν μπορείς να αγνοείς το περιβάλλον σου και να ζεις στην ‘’καλλιτεχνική ‘’σου φούσκα. Κακή ζωή, άγχος, δύσκολες ανθρώπινες σχέσεις με έδιωξαν και στην Κρήτη ξαναβρήκα κομμάτια του εαυτού μου, την χαλαρότητά μου, την σχέση μου με την φύση, ανθρώπους σε πιο καλή συνθήκη, για να επικοινωνήσω και να δουλέψω πιο απερίσπαστος στο αντικείμενό μου. Ωστόσο, και εδώ, ο ανταγωνισμός, ο υπερτουρισμός, η υπερανάπτυξη, η καταπάτηση της φύσης και άλλοι παράγοντες έχουν αρχίσει να περιορίζουν τις επιλογές και μου δημιουργούν αγωνία και σκέψεις για το μέλλον μου. Ξέρετε, η Κρήτη δεν είναι παράδεισος. Αυτό είναι ένας μύθος. Το χρήμα δεν φέρνει την ευτυχία, αυτό είναι νόμος της Φύσης.
Η παράσταση ταξιδεύει από πόλη σε πόλη. Πώς είναι σήμερα μια θεατρική περιοδεία στην Ελλάδα; Είναι δύσκολο να κρατήσεις μια παράσταση ζωντανή, να ταξιδεύεις και ταυτόχρονα να βρίσκεις το κοινό σου; Και πόσο ανάγκη το έχει το κοινό της επαρχίας;
Είναι μια παράσταση που για μένα έχει ισχυρό συναισθηματικό βάθος και πνευματικό περιεχόμενο που με κάνει και ταυτίζομαι οπότε δεν δυσκολεύομαι ιδιαίτερα να το διατηρώ φρέσκο. Το πιο δύσκολο κομμάτι είναι ακριβώς η διαφήμιση σε ένα περιβάλλον λίγο πολύ σχεδόν μόνο μιντιακό και διαδικτυακό όπου ένας άκαρδος και άσχετος αλγόριθμος σε ανεβάζει ψηλά ή σε κρύβει από τα μάτια του κοινού σου. Κάνουμε ό,τι μπορούμε για την επικοινωνία και βοηθάτε και εσείς πολύ σε αυτό, τουλάχιστον εδώ στην Ηλεία. Η περιοδεία όμως έχει και άλλες δυσκολίες. Πανάκριβοι, πολλές φορές και ακατάλληλοι θεατρικοί χώροι, ανάλγητοι θεατρικοί επιχειρηματίες ή Δήμοι που σκέφτονται μόνο το κέρδος, διαμονή σε δωμάτια αδικαιολόγητα ακριβά, βενζίνη και εισιτήρια καραβιών στον Θεό, και ένα κράτος ανάλγητο που το έχουμε βάλει συνέταιρό μας χωρίς να το ξέρουμε και καρπώνεται τον ιδρώτα μας και δεν μας επιστρέφει σχεδόν τίποτα από την άμεση φορολόγησή μας. Όμως η περιοδεία έχει και ανθρώπους με Α κεφαλαίο, φιλόξενους, δυναμικούς, που αντιστέκονται με πάθος και πίστη και καλλιτεχνικά και πολιτικά στον τόπο τους, έχει μοναδικές εικόνες, έχει δρόμους, έχει απροσμέτρητη βιωματική εμπειρία, έχει παράξενα τοπία, ανθρώπινες σχέσεις αυθεντικές, έχει δίψα από τον κόσμο που σου την δείχνει…Η αγάπη μας για την τέχνη, για την επικοινωνία και η χαρά του ταξιδιού μας σπρώχνει στην περιοδεία. Υπάρχουν και άλλες αξίες βλέπετε, πέραν του χρήματος και του ναρκισσισμού.

Μετά από τόσες παραστάσεις και τόσα ταξίδια με αυτόν τον «τρελό» του Γκόγκολ, έχει αλλάξει ο τρόπος που τον βλέπετε εσείς; Και τι θα θέλατε να συμβεί μέσα στον θεατή όταν κλείσει η πόρτα του θεάτρου και φύγει;
Ναι, τον βλέπω πιο τρυφερά πια, πιο από ‘μέσα’’, αν και από την αρχή υπήρχε ένα μεταφυσικό πρόταγμα για αυτήν την παράσταση, μια πραγματικά άλογη αγάπη για τον συγγραφεα και τον ήρωα, παρόλο που διαφωνώ ιδεολογικά και με τους δυο. Να όμως που ο άνθρωπος δεν είναι μια διανοητική κατασκευή, είναι πάνω απ όλα μια πλήρης ύπαρξη και η ανθρωπινότητά του εξαρτάται από πολλά ποιοτικά στοιχεία που δεν μπορώ να τα απαριθμήσω. Επίσης, ο ήρωας έχει κάτι από την εξωτερική εμφάνιση-γυαλιά, σκούφος, παντελόνι- του πατέρα μου σε μια συγκεκριμένη περιόδο της ζωής του και αυτό έγινε χωρίς να το καταλάβω. Ακόμα, η σύνδεση με τα τραγούδια του Άσιμου όσο περνάνε τα χρόνια που παίζεται η παράσταση (3) γίνεται ακόμα πιο στενή. Άλλωστε, από προέφηβος ήξερα τους στίχους του και τους τραγουδούσα σαν προσευχή, τα πρώτα μου τραγούδια στην κιθάρα ήταν του Άσιμου κτλπ…Για μένα ο ρόλος έχει έρθει στην φυσική του θέση. Μου φαίνεται απόλυτα φυσιολογικός, λίγο αστείος, λίγο τραγικός άνθρωπος. Όπως όλοι μας. Και μην ξεχνάμε…ας μην χλευάζουμε και κοροϊδεύουμε κάποιον, γιατί στον σκληρό κόσμο που ζούμε, πολύ σύντομα, μπορεί και οι ίδιοι να το πάθουμε. Θα ήθελα όταν φεύγει το κοινό να αναλογίζεται λίγο παραπάνω τον άνθρωπο δίπλα του, να αισθανθεί πράγματα, να συγκινηθεί, να ‘’καταλάβει’’ πάνω απ ‘όλα τον τρελό και να αναγνωρίσει κάποια στοιχεία του τρελού στον εαυτό του. Θα ήθελα να σκέφτεται την παράσταση για μέρες και να νιώθει πεταλούδες στο στομάχι του, ακριβώς όπως κι εγώ όταν την έφτιαχνα.