Το ιταλικό τελεσίγραφο, η απάντηση του Ιωάννη Μεταξά και η γενική επιστράτευση
Τα ξημερώματα της Δευτέρας 28ης Οκτωβρίου 1940, λίγο μετά τις 3 το πρωί, ο ιταλός πρεσβευτής Εμανουέλε Γκράτσι φτάνει στην κατοικία του δικτάτορα Ιωάννη Μεταξά, στην Κηφισιά, για να του επιδώσει ένα τελεσίγραφο.
Η Ιταλία απαιτεί την παραχώρηση ελληνικών εδαφών, χωρίς μάλιστα να προσδιορίζει ποια είναι αυτά, και προειδοποιεί ότι τα στρατεύματά της θα κινηθούν εναντίον της χώρας στις 6 το πρωί.
Το «ΕΛΕΥΘΕΡΟΝ ΒΗΜΑ», που από το 1936 κυκλοφορεί υπό τη λογοκρισία της δικτατορίας της 4ης Αυγούστου, καταγράφει στο φύλλο της 28ης Οκτωβρίου τις δραματικές εξελίξεις της νύχτας:
«Το αναφυέν από των πρωινών ωρών του Σαββάτου προς την Κυριακήν ζήτημα μεταξύ Ελλάδος και Ιταλίας εξ αφορμής δήθεν επεισοδίου συμβάντος εις τα ελληνοαλβανικά σύνορα, ενώ εφαίνετο χθες ότι, έβαινεν εις διευθέτησιν διά της συνήθους διαδικασίας της συναντήσεως των διοικητών των εκατέρωθεν στρατιωτικών τομέων, έλαβε περί τας πρωινάς ώρας σήμερον απροσδόκητον εξέλιξιν.
»Χωρίς να προηγηθή άλλη τις ειδοποίησις εκ των συνήθων εις τα διεθνή νόμιμα και έθιμα, ο πρεσβευτής της Ιταλίας κ. Γκράτσι μετέβη αυτοπροσώπως την 3ην πρωινήν ώραν της σήμερον εις την εν Κηφισιά οικίαν του κ. πρωθυπουργού και παρεκάλεσε να γίνη αμέσως δεκτός παρά του κ. Μεταξά.

Το τελεσίγραφο και η απάντηση του Μεταξά
»Πράγματι ο κ. πρόεδρος της κυβερνήσεως, παρά το ασύνηθες της εις τοιαύτην ώραν επισκέψεως, εδέχθη αμέσως τον Ιταλόν πρεσβευτήν και εζήτησε να πληροφορηθή τον σκοπόν της επισκέψεως.
»Ο Ιταλός πρεσβευτής άνευ περιφράσεων επέδωκε προς τον κ. πρωθυπουργόν τελεσίγραφον, διά του οποίου εζητείτο, όπως η Ελλάς παραδώση εις την Ιταλίαν, εφόσον θα διαρκούν αι εν Ευρώπη πολεμικαί επιχειρήσεις, ωρισμένα τμήματα του ελληνικού εδάφους, χωρίς να καθορίζεται ποία θα είναι ταύτα.
»Ο κ. Μεταξάς απήντησεν αμέσως εις τον Ιταλόν πρεσβευτήν, ότι η ελληνική κυβέρνησις έχουσα παρά το πλευρόν της ολόκληρον τον ελληνικόν λαόν δεν είναι δυνατόν ν’ αποδεχθή τους όρους του τελεσιγράφου και να παραδώση έστω και σπιθαμήν ελληνικού εδάφους εις οιονδήποτε ξένον».
Η άρνηση αυτή, που έμεινε στην ιστορία ως το «Όχι» της 28ης Οκτωβρίου, οδηγεί στην οριστική ρήξη. Ο Γκράτσι ανακοινώνει την επικείμενη έναρξη των ιταλικών στρατιωτικών επιχειρήσεων.
«Κατόπιν της κατηγορηματικής και ελληνοπρεπούς ταύτης απαντήσεως του πρωθυπουργού κ. Μεταξά, ο Ιταλός πρεσβευτής εδήλωσεν εις αυτόν ότι ευρίσκεται εις την δυσάρεστον θέσιν να δηλώση ότι από της 6ης πρωϊνης σήμερον τα ιταλικά στρατεύματα θα εκινούντο εναντίον της Ελλάδος».
Οι πρώτες κινήσεις της ελληνικής κυβέρνησης
Μετά την αποχώρηση του Γκράτσι, όπως μεταδίδει το «ΕΛΕΥΘΕΡΟΝ ΒΗΜΑ» της 29ης Οκτωβρίου, ο Μεταξάς κατευθύνεται στην Αθήνα. Ενημερώνει τον βασιλιά Γεώργιο Β΄ και ακολουθεί σειρά διπλωματικών επαφών, ενώ τίθεται σε κίνηση ο κρατικός και στρατιωτικός μηχανισμός:
«Ευθύς μετά την αναχώρησιν του Ιταλού πρεσβευτού ο κ. πρωθυπουργός έσπευσε να κατέλθη εκ Κηφισιάς εις τας Αθήνας και κατηυθύνθη εις τα Ανάκτορα, όπου κατέστησε την Α. Μ. τον Βασιλέα ενήμερον της αιφνιδιαστικής κηρύξεως του πολέμου εκ μέρους της Ιταλίας.
»Εκ των Ανακτόρων ο κ. Μεταξάς μετέβη περί την 4ην πρωινήν εις το υπουργείον των Εξωτερικών, όπου εδέχθη αλληλοδιαδόχως τους πρεσβευτάς της Μεγάλης Βρεττανίας, της Τουρκίας και της Γιουγκοσλαυΐας. Ο κ. πρωθυπουργός εξήγησε προς τους τρεις πρεσβευτάς τα διατρέξαντα και παρεκάλεσεν αυτούς να καταστήσουν αμέσως ενημέρους τας κυβερνήσεις των».

Η Ελλάδα αναζητεί παράλληλα διεθνή υποστήριξη απέναντι στην ιταλική επίθεση:
«Ο Άγγλος πρεσβευτής ευθύς μετά την συνομιλίαν του μετά του κ. Μεταξά έσπευσε να απευθύνη τηλεγράφημα προς την κυβέρνησίν του εκθέτων την δημιουργηθείσαν εν Ελλάδι κατάστασιν. Ο κ. Πάλλαιρετ, κατά τας υπαρχούσας πληροφορίας, προσέθετε εις το τηλεγράφημά του ότι ο Έλλην πρωθυπουργός του εδήλωσεν, ότι η Ελλάς εις τον άνισον αγώνα, τον οποίον ανέλαβεν εναντίον της Ιταλίας, επικαλείται την ενίσχυσιν παντός δυναμένου να την βοηθήση».
Την ίδια ώρα, η χώρα προετοιμάζεται για τον πόλεμο. Στις 5 το πρωί συγκαλείται έκτακτο υπουργικό συμβούλιο, κατά το οποίο αποφασίζεται η γενική επιστράτευση.

«Η στιγμή επέστη»
Παράλληλα, ο Ιωάννης Μεταξάς απευθύνει διάγγελμα προς τον ελληνικό λαό, ανακοινώνοντας επισήμως την κατάσταση πολέμου και καλώντας τους Έλληνες σε αγώνα. Το «ΕΛΕΥΘΕΡΟΝ ΒΗΜΑ» δημοσιεύει:
«Προς τον Ελληνικόν Λαόν,
»Η στιγμή επέστη και θα αγωνισθώμεν διά την ανεξαρτησίαν της Ελλάδος, την ακεραιότητα και την τιμήν της.
»Μολονότι ετηρήσαμεν την πλέον αυστηράν ουδετερότητα και ίσην προς όλους, η Ιταλία, μη αναγνωρίζουσα εις ημάς το δικαίωμα να ζώμεν ως ελεύθεροι Έλληνες, μου εζήτησε σήμερον την 3ην πρωινήν ώραν την παράδοσιν τμημάτων του εθνικού εδάφους κατά την ιδίαν αυτής βούλησιν και ότι προς κατάληψιν αυτών η κίνησις των στρατευμάτων της θα ήρχιζε την 6ην πρωινήν. Απήντησα εις τον Ιταλόν πρέσβυν ότι θεωρώ και το αίτημα αυτό καθ’ εαυτό και τον τρόπον, με τον οποίον γίνεται τούτο, ως κήρυξιν πολέμου της Ιταλίας κατά της Ελλάδος.
»Έλληνες!
»Τώρα θα αποδείξωμεν εάν πράγματι είμεθα άξιοι των προγόνων και της ελευθερίας, την οποίαν μας εξησφάλισαν οι προπάτορές μας. Όλον το Έθνος ας εγερθή σύσσωμον. Αγωνισθήτε διά την πατρίδα, τας γυναίκας, τα παιδιά σας και τας ιεράς μας παραδόσεις. Νυν υπέρ πάντων αγών!».
«Ο πόλεμος μας επεβλήθη»
Την επομένη, 29 Οκτωβρίου 1940, με τον πόλεμο να έχει πλέον αρχίσει, η εφημερίδα επιχειρεί την πρώτη αποτίμηση των γεγονότων:
«Η Ελλάς ευρίσκεται από χθες την πρωΐαν εις πόλεμον με την Ιταλίαν. Τον πόλεμον αυτόν δεν τον ηθέλησαν ούτε η ελληνική κυβέρνησις ούτε ο ελληνικός λαός. Ο πόλεμος μας επεβλήθη. Η Ελλάς δεν έκαμε τίποτε δια να τον προκαλέση. Και αντιθέτως έπραξε μέχρι της τελευταίας στιγμής ό,τι από αυτήν εξηρτάτο δια να τον αποφύγη. Προέβη εις παντός είδους υποχωρήσεις».
Το δημοσίευμα ανατρέχει στις προηγούμενες εβδομάδες, όταν η Ιταλία επικαλούνταν συνοριακά επεισόδια και καλλιεργούσε κλίμα έντασης με την Ελλάδα.
«Από την εποχήν που η ιταλική κυβέρνησις ανεκάλυψε ζήτημα Τσαμουριάς και επεκαλείτο επεισόδια ανύπαρκτα εις τα ελληνοϊταλικά σύνορα, ο ελληνικός λαός και η Κυβέρνησίς του εδοκίμασαν πολλάς πικρίας χωρίς καν να εκδηλώσουν την οργήν και την θλίψιν των. Όλη όμως αυτή η προσοχή και όλη αυτή η επιφυλακτικότης απέναντι του προκαλούντος εις ουδέν ωφέλησε. Διά τον απλούστατον λόγον ότι η ιταλική κυβέρνησις ήτο έκτοτε αποφασισμένη να μας επιτεθή».
Η εφημερίδα υπογραμμίζει, ακόμη, ότι η ιταλική εισβολή ξεκίνησε πριν από τη λήξη του τελεσιγράφου, αποδίδοντας εξ ολοκλήρου την ευθύνη για την έναρξη του πολέμου στην Ιταλία:
«Η ιταλική επίθεσις έμεινεν ούτω τελείως απέναντι του διεθνούς κοινού και της ιστορίας αδικαιολόγητος. Και βαρύνεται εις επίμετρον από το χαρακτηριστικώς ωμόν γεγονός, ότι ήρχισε την 5.30 πρωινήν της χθες, δηλαδή ημίσειαν ώραν άρον προ της εκπνοής του ιταλικού τελεσιγράφου. Η ευθύνη του ελληνοϊταλικού πολέμου, βαρύνει εξ ολοκλήρου την ιταλικήν κυβέρνησιν».
«Το εθνικόν έδαφος δεν είναι κτήμα της σημερινής ελληνικής γενεάς»
Οι σελίδες των πρώτων ημερών αποτυπώνουν το πνεύμα με το οποίο ο Τύπος της εποχής αντιμετωπίζει την ελληνική αντίσταση. Η απόρριψη του τελεσιγράφου παρουσιάζεται ως ιστορικό χρέος απέναντι στις προηγούμενες και τις επόμενες γενιές.
«Ένας λαός που απέκτησε την ελευθερίαν του με το αίμα του και ο οποίος θέλει να παραμείνη άξιος αυτής δεν μπορούσε να τηρήση άλλην στάσιν. Το εθνικόν έδαφος δεν είναι κτήμα της σημερινής ελληνικής γενεάς διά να το διαθέση κατά την ιδικήν της ή κατά ξένην τινά βούλησιν. Το παρελάβομεν από τους πατέρας μας και θέλομεν να το παραδώσωμεν εις τους υιούς μας, διά πολλοστήν φοράν αιματοβαφές ίσως, αλλά ανενόχως τίμιον».
Το δημοσίευμα καταλήγει αποτυπώνοντας την πίστη στη δικαιότητα του αγώνα και εκφράζοντας την αποφασιστικότητα και τις προσδοκίες εκείνων των πρώτων ωρών του πολέμου:
«Η Ελλάς ευρίσκεται ούτω εις πόλεμον διά την ακεραιότητα του εδάφους της, διά την ανεξαρτησίαν της, την τιμήν της, δι’ ό,τι ιερώτερον έχει εις την κληρονομίαν του ένα έθνος. Εις την μακραίωνα ιστορίαν της ο σημερινός πόλεμος θα αναφέρεται ως ένας από τους δικαιοτέρους που διεξήγαγον τα όπλα της».
Η εξέλιξη του πολέμου έμελλε να επιβεβαιώσει την αποφασιστικότητα της ελληνικής αντίστασης, καθώς ο ελληνικός στρατός απέκρουσε την ιταλική εισβολή και πέρασε στην αντεπίθεση, προελαύνοντας στο αλβανικό μέτωπο. Τον Απρίλιο του 1941, ωστόσο η γερμανική εισβολή θα ανέτρεπε τα δεδομένα, οδηγώντας τελικά τη χώρα στην Κατοχή.