Πώς η κλιματική αλλαγή απειλεί μία από τις σημαντικότερες ελληνικές καλλιέργειες – Ο κίνδυνος των ήπιων χειμώνων, της ανομβρίας και των πλημμυρών – Οι ανθεκτικές και οι ευάλωτες ποικιλίες – Παραγωγοί και επιστήμονες αναζητούν επειγόντως λύσεις
Η ελιά δε χρειάζεται πολλά για να ζήσει: λίγο κρύο και νερό. Δύο προϋποθέσεις, λένε οι καλλιεργητές της, που είναι απαραίτητες για την υγιή καρποφορία της και την παραγωγή του πολύτιμου ελαιολάδου, το οποίο αποτελεί βασικό πυλώνα των ελληνικών αγροτικών εξαγωγών. Δύο προϋποθέσεις όμως που, δυστυχώς, η κλιμάκωση της κλιματικής αλλαγής σταδιακά «αφανίζει».
Η κατακόρυφη αύξηση της θερμοκρασίας, η ξηρασία λόγω της παρατεταμένης ανομβρίας, αλλά και οι ακραίες βροχοπτώσεις που οδηγούν σε καταστροφικές πλημμύρες αποτελούν πλέον τη μεγαλύτερη απειλή για τις ελαιοκαλλιέργειες.
Παράλληλα, ευνοούν την εξάπλωση παθογόνων μικροοργανισμών, οι οποίοι «ροκανίζουν» φύλλα και καρπούς, θέτοντας σε κίνδυνο τη βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Μπροστά σε αυτές τις αντίξοες καταστάσεις, ειδικοί επιστήμονες και ελαιοπαραγωγοί πασχίζουν να βρουν λύσεις τόσο για την επιβίωση και ανάπτυξη των καλλιεργειών όσο και για τη διατήρηση του branding της ελιάς και των προϊόντων της, που αποτελούν βασικό πυλώνα της μεσογειακής διατροφής.
Θα… πάρουν τα βουνά;
Μία από αυτές είναι η «μετακόμιση» των ελαιοκαλλιεργειών βορειότερα, σε μεγαλύτερα υψόμετρα. Το θέμα έθιξε πρόσφατα ο διευθυντής ερευνών στο Εθνικό Αστεροσκοπείο Αθηνών Χρήστος Γιαννακόπουλος σε σχετική συζήτηση στη Βουλή, όπου και δεν απέκλεισε τη μετατόπιση, σταδιακά, των ελαιοκαλλιεργειών σε μεγαλύτερα υψόμετρα, ακόμη και σε πιο ορεινά εδάφη, όπου σήμερα δεν ευδοκιμεί η ελιά.
«Η ελιά είναι πολυετές δέντρο. Δεν είναι εφικτή η “μετακόμισή” της. Ο ελαιοπαραγωγός είναι “δεμένος” με την ελιά και τον τόπο του. Αν δεν πάει καλά η καλλιέργεια, θα έχει πρόβλημα. Πρέπει να βρει τρόπο να πάει καλά» αντιτείνει μιλώντας στο «Βήμα» ο καθηγητής στο Τμήμα Γεωπονίας του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου, διευθυντής του Εργαστηρίου Γευσιγνωσίας Ελαιολάδου Καλαμάτας Βασίλης Δημόπουλος. Μαζί του συμφωνεί ο καθηγητής Δενδροκομίας-Ελαιοκομίας και διευθυντής του Εργαστηρίου Δενδροκομίας στο Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών Πέτρος Ρούσσος. «Τα πολυετή είδη, όπως η ελιά, δεν μπορούν να μεταναστεύσουν, άρα υφίστανται όλες τις αλλαγές του κλίματος» τονίζει. Διαπιστώνει, ωστόσο, ότι οι ήπιοι χειμώνες δε βοηθούν την ελιά.
«Η ελιά θέλει λίγο κρύο και νερό» λέει, μην αποκλείοντας μελλοντικά την επιλογή ποικιλίας ελιάς ανά περιοχή.«Υπάρχουν ποικιλίες ελιάς από βόρειες περιοχές, όπως είναι η Χαλκιδική, στις οποίες δεν αρέσει ο ζεστός χειμώνας. Το ίδιο ισχύει και για την ποικιλία τσουνάτη της Κρήτης. Αντίθετα, η κορωνέικη δεν έχει πρόβλημα με τον ήπιο χειμώνα, ενώ η Καλαμών προς το παρόν πάει καλά στις περιοχές όπου καλλιεργείται. Δεν μπορούν να αντιδράσουν όλες οι ποικιλίες σε όλες τις περιοχές το ίδιο καλά. Μελλοντικά θα φτάσουμε στο σημείο να επιλέγουμε την κατάλληλη ποικιλία ανά περιοχή, σύμφωνα με το κλίμα».
Σύμφωνα με τον καθηγητή, οι ήπιοι χειμώνες για την ελιά δεν είναι θετική εξέλιξη. Μιλά για τις βιολογικές διεργασίες του ελαιόδεντρου και τους κινδύνους που αντιμετωπίζει, ανά εποχή, εν μέσω της κλιματικής κρίσης.

Οι 4 εποχές της ελιάς
Την άνοιξη βρίσκεται στο στάδιο της άνθισης, το οποίο παίζει σημαντικό ρόλο τόσο για την ελιά όσο και για τον παραγωγό. Οι πολύ υψηλές θερμοκρασίες – πάνω από 28 βαθμούς Κελσίου – μπορεί να οδηγήσουν σε ξήρανση του γυρεοκόκκου (του αρσενικού μέρους του άνθους της ελιάς), σε αφυδάτωση του θηλυκού μέρους της και κατ’ επέκταση σε πρόβλημα γονιμοποίησης. Αν δε γονιμοποιηθεί, δεν παράγει.
Το καλοκαίρι σημειώνεται αύξηση των βλαστών και εφόσον υπάρχουν καρποί μεγαλώνουν. Οι υψηλές θερμοκρασίες, άνω των 35 βαθμών Κελσίου, που είναι πια συνηθισμένη κατάσταση στην Ελλάδα, σε συνδυασμό με μικρή ή μηδαμινή βροχόπτωση, μπορεί να οδηγήσουν σε μειωμένη βλάστηση. Η βλάστηση που θα παραχθεί φέτος θα δώσει τον καρπό του επόμενου χρόνου. Επίσης, οι υψηλές θερμοκρασίες φέρνουν και επιπτώσεις στην ποιότητα του ελαιολάδου.
Το φθινόπωρο συνεχίζεται η αύξηση των βλαστών και των καρπών. Εκείνη την εποχή σημειώνεται μεγάλη συσσώρευση ελαιολάδου μέσα στον καρπό. Μπορεί επίσης να έχουμε μικρή ως μηδενική βροχόπτωση. Αλλωστε οι περισσότερες ελιές που προορίζονται για ελαιόλαδο καλλιεργούνται ξηρικές, δηλαδή χωρίς τεχνητή άρδευση. Μπορεί όμως να έχουμε και πλημμύρες, όπως συνέβη με τον «Daniel» το ’23. Τι μπορεί να σημαίνει αυτό για την ελιά; Μείωση της βλάστησης και της παραγωγής τον επόμενο χρόνο, καθώς και επιπτώσεις στην ποιότητα.
Τον χειμώνα η ελιά πέφτει σε ένα είδος λήθαργου. Μέσα σε αυτή την περίοδο ηρεμίας ολοκληρώνονται τα ανθικά μέρη της. Τι μπορεί να σημαίνει η κλιματική αλλαγή σε αυτό το πολύ σημαντικό στάδιο; Με τους ήπιους χειμώνες και τις λιγοστές βροχοπτώσεις δεν ολοκληρώνονται τα ανθικά μέρη της. Σε μεγάλο ποσοστό μπορεί να δημιουργηθούν μόνο αρσενικά και όχι θηλυκά άνθη (είναι δυσκολότερη η δημιουργία τους), δημιουργώντας προβλήματα στην παραγωγή. Από την άλλη, σε έναν πολύ βαρύ χειμώνα υπάρχει κίνδυνος να παγώσουν οι καρποί.
«Οπως συμβαίνει με όλα τα προϊόντα, η κλιματική αλλαγή επηρεάζει και την ελιά» αναφέρει στο «Βήμα» ο διευθυντής του Συνδέσμου Ελληνικών Βιομηχανιών Τυποποιήσεως Ελαιολάδου (ΣΕΒΙΤΕΛ) Γιώργος Μητράκος. Θυμάται ότι πριν από περίπου δύο χρόνια υπήρχε μεγάλη μείωση στην παραγωγή ελαιολάδου λόγω των υψηλών θερμοκρασιών κατά τους χειμερινούς μήνες και την παρατεταμένη λειψυδρία. «Φέτος, η παραγωγή είναι λίγο πεσμένη, αφού η περυσινή χρονιά ήταν ζεστή. Βγάλαμε περίπου 200.000-220.000 τόνους» προσθέτει.
Γλοιοσπόριο, ο κορωνοϊός των ελαιώνων
Η κλιματική αλλαγή φέρνει, μαζί με τις αντίξοες καιρικές συνθήκες, παθογόνους μικροοργανισμούς και ασθένειες. «Έχουμε το γλοιοσπόριο. Μια ασθένεια που γνωρίζουμε εδώ και 30 χρόνια, η οποία ποτέ δεν είχε δημιουργήσει πρόβλημα, και ξαφνικά τώρα οι περισσότεροι ελαιώνες, και λόγω βροχών, έχουν πρόβλημα» επισημαίνει ο κ. Ρούσσος. Ο κ. Δημόπουλος παρομοιάζει το γλοιοσπόριο με τον κορωνοϊό. «Η ασθένεια αυτή ήρθε ξαφνικά, σαν τη COVID-19, και από τότε δημιουργεί κάθε χρόνο πρόβλημα στις καλλιέργειες» τονίζει, εξηγώντας ότι είναι μύκητας που προσβάλλει τον καρπό της ελιάς. Επίσης, στη γειτονική Ιταλία έχει εμφανιστεί το βακτήριο ξυλέλλα το οποίο προκάλεσε τεράστια καταστροφή ελαιώνων στην Απουλία.
Μπούμερανγκ οι συχνοί ψεκασμοί
Ο γεωλόγος και πρόεδρος του Αγροτικού Συνεταιρισμού Καλαμάτας Μιχάλης Αντωνόπουλος δίνει και μια άλλη εξήγηση για την εμφάνιση νέων ασθενειών. «Αναρωτιέμαι αν φταίει μόνο η κλιματική κρίση ή και οι συχνοί ψεκασμοί για την εντατικοποίηση των καλλιεργειών. Οταν ψεκάζεις συχνά, σκοτώνεις μαζί με τους κακούς και τους καλούς μικροοργανισμούς και έτσι προσβάλλονται ευκολότερα από ασθένειες οι ελαιοκαλλιέργειες».