FOLLOW US: facebook twitter

ΤΟ ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ: Μικρός Ναυτίλος

Ημερομηνία: 05-07-2022 | Συντάκτης:

Μεσημεράκι Σαββάτου. Είχε ησυχία. Περισσότερο απ’ ότι συνήθως. Το ραδιόφωνο έπαιζε γλυκά. Δεύτερο πρόγραμμα ή κάτι τέτοιο ευχάριστο, ανάλαφρο, για τη μέρα και την ώρα. Το ‘χα χαμηλά αλλά ακουγόταν, σα φίλος που εκμυστηρεύεται ψιθυριστά τις αμαρτίες του. Έψησα ακόμη έναν καφέ, τον τελευταίο της μέρας γιατί ο γιατρός μου έχει απαγορεύσει να πίνω πάνω από δύο και σε καμία περίπτωση μετά τις τέσσερις. Μεγάλη παρηγοριά για εκείνους που δουλεύουν ο καφές. Για εκείνους που προσπαθούν με κάθε τρόπο να κρατήσουν ξυπνητό το μυαλό και το σώμα. Ίσως κάποιοι από εμάς το παρακρατήσαμε ξυπνητό, γι’ αυτό και δεν αποκοιμιέται πια με τίποτα.

Φταίει κι αυτή δουλειά, που την αγαπάς, αλλά έχει γίνει πια σαράκι. Όλα με όρεξη τα ξεκινάς, κι όλα φτάνει η στιγμή που τα μπουχτίζεις. Φταίει κι αυτή η ζωή, που μόνο ανηφόρες ξέρει να τραβάει. Ποτέ μια κατηφοριά ρε παιδί! Έτσι να σε πάει άνετα, ξεκούραστα για λίγο. Μόνο κανά ίσωμα, κι αυτό αραιά και που. Φταίει και τούτη η χώρα που τα κάνει όλα πιο δύσκολα, πιο στενάχωρα. Κάτι ήξερε ο θεός όταν την έκανε τόσο όμορφη. Σου λέει, αυτοί θα τραβήξουν πολλές πίκρες, οπότε το λιγότερο που μπορώ να κάνω είναι να σκορπίσω απλόχερα γαλάζιο, λευκό και χρυσαφί. Κι εδώ που τα λέμε, έκανε καλή δουλειά ο μπαγάσας.

Κάθισα στο γραφείο. Όχι στο γραφείο, στην καρέκλα, που λέει κι ο Γκιωνάκης. Παρεμπιπτόντως, όσες φορές κι αν την παρακολουθήσω αυτή τη σκηνή, δεν τη χορταίνω. Κάθισα. Στον υπολογιστή καθρεφτιζόταν μία απ’ τα ίδια. Ένας ασφυκτικός όγκος ειδήσεων, που ανακυκλώνεται με ταχύτητα και ποτέ δε μειώνει ούτε το μέγεθος, ούτε το ρυθμό του. Κατέβασα το καπάκι του laptop κάπως απότομα, σε μια κίνηση που μάλλον φανέρωνε συγκρατημένη αγανάκτηση. Σηκώθηκα. Άφησα το βλέμμα μου να περιπλανηθεί αργά στη βιβλιοθήκη με τους σκονισμένους τίτλους. Τράβηξα όξω το Μικρό Ναυτίλο.

Όρθιος, διαβάζω με θρησκευτική ευλάβεια το οπισθόφυλλο:
Γυμνός, Iούλιο μήνα, το καταμεσήμερο. Σ’ ένα στενό κρεβάτι, ανάμεσα σε δυο σεντόνια χοντρά, ντρίλινα, με το μάγουλο πάνω στο μπράτσο μου που το γλείφω και γεύομαι την αρμύρα του. Kοιτάζω τον ασβέστη αντικρύ στον τοίχο της μικρής μου κάμαρας. Λίγο πιο ψηλά το ταβάνι με τα δοκάρια. Πιο χαμηλά την κασέλα όπου έχω αποθέσει όλα μου τα υπάρχοντα: δυο παντελόνια, τέσσερα πουκάμισα, κάτι ασπρόρουχα. Δίπλα, η καρέκλα με την πελώρια ψάθα. Xάμου, στ’ άσπρα και μαύρα πλακάκια, τα δυο μου σάνταλα. Έχω στο πλάι μου κι ένα βιβλίο.

Γεννήθηκα για να ‘χω τόσα. Δεν μου λέει τίποτε να παραδοξολογώ. Aπό το ελάχιστο φτάνεις πιο σύντομα οπουδήποτε. Mόνο που ‘ναι πιο δύσκολο. Kι από το κορίτσι που αγαπάς επίσης φτάνεις, αλλά θέλει να ξέρεις να τ’ αγγίξεις οπόταν η φύση σού υπακούει. Kι από τη φύση -αλλά θέλει να ξέρεις να της αφαιρέσεις την αγκίδα της.

Πήρα το βιβλίο αγκαλιά, ρούφηξα λαίμαργα όσο καφέ είχε απομείνει, και σωριάστηκα στο ξέστρωτο κρεβάτι. Έπιασα τον εαυτό μου να κοιτάζει και ο ίδιος την μικρή του κάμαρα. Δεν ήταν κι άσχημα. Θέλω να πω, δεν είναι και κάτι σπουδαίο αλλά «δεν μου λέει τίποτε να παραδοξολογώ». Μου άρεσε εδώ. Αν μετανιώνω μόνο για κάτι, είναι που το ίδιο δωμάτιο, με τα ίδια πράγματα, δεν είναι κάπου παραθαλάσσια, ώστε να ποτίζονται τα κύτταρά μου με αλμύρα, και να τρέφονται τα μάτια μου από τις αντανακλάσεις και τα παιχνιδίσματα του φωτός στο ταβάνι. Και έτσι ταξιδεύω, μπορώ. Αλλά στη θάλασσα θα ταξίδευα καλύτερα. Σαν αληθινός μικρός ναυτίλος.


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

Καιρός Πύργος