Οι τραγικές τελευταίες ώρες του ποιητή Κώστα Καρυωτάκης, όπως τις αφηγείται ο συγγραφέας Ηλίας Βενέζης

Εκατόν τριάντα χρόνια συμπληρώνονται σήμερα από τις 30 Οκτωβρίου 1896, την ημέρα που γεννήθηκε ο ποιητής Κώστας Καρυωτάκης, μια από τις πιο σημαντικές περιπτώσεις ποιητών του ελληνικού 20ου αιώνα.

Ο Κώστας Καρυωτάκης είχε τραγικό τέλος. Αυτοκτόνησε στις 21 Ιουλίου 1928, πριν κλείσει τα 32 έτη.

Στις 7 Φεβρουαρίου 1957, ο συγγραφέας και για πολλά χρόνια συνεργάτης του «Βήματος», Ηλίας Βενέζης με αφορμή την επίσκεψή του στην Πρέβεζα, την τελευταία πόλη στην οποία έζησε ο Καρυωτάκης, γράφει ένα σπάνιας ευαισθησίας και ευθύτητας άρθρο.

Πρέβεζα

«(…) Φυσικά για μᾶς ὅλους τῆς ἐποχῆς τῆς μεταξύ των δυο μεγάλων πολέμων, ποὺ μᾶς εἶχε συγκινήσει η ζωή καί ὁ θάνατος ενός ποιητή που εξέφραζε τη γονιμώτερη ίσως δύναμη κάθε νειότης, την απελπισία.

»Πρέβεζα τότε ήταν ο Καρυωτάκης: Οι στίχοι του Καρυωτάκη για την τελευταία πόλη όπου έζησε πριν αυτοκτονήση. Χρειαζόταν άλλη, καλύτερη επιβεβαίωση της ακτινοβολίας του Καρυωτάκη καί τῆς διάρκείας τῆς ποίησής του;Υπενθυμίζω μερικές στροφές της «Πρέβεζας», εκείνου του ανελέητου ποιήματος που νομίζαμε ότι ήταν πράγματι ή Πρέβεζα:

“Θάνατος είναι οι κάργες πού χτυπιούνται

στους μαύρους τοίχους και στα κεραμίδια,

θάνατος οι γυναίκες που αγαπιούνται

καθώς να καθαρίζουνε κρεμμύδια.

Θάνατος οι λεροί, ασήμαντοι δρόμοι

με τα λαμπρά, μεγάλα ονόματά τους,

ὁ ἐλαιώνας, γύρω ή θάλασσα, κι ακόμη

ο ήλιος, θάνατος μέσα στους θανάτους.

Θάνατος ὁ ἀστυνόμος που διπλώνει,

για να ζυγίση, μια «ελλιπή» μερίδα,

θάνατος τα ζουμπούλια στο μπαλκόνι

κι ο δάσκαλος με τήν ἐφημερίδα.

Βάσις, Φρουρά, Εξηκονταρχία Πρεβέζης.

Την Κυριακή θα ακούσετε τη μπάντα

Επήρα ένα βιβλιάριο Τραπέζης,

πρώτη κατάθεσις δραχμαί τριάντα.

Αν, τουλάχιστον, μέσα στους ανθρώπους αυτούς

ένας επέθαινε από αηδία…

Σιωπηλοί, θλιμμένοι, με σημνούς τρόπους,

θα διασκεδάζαμε όλοι στην κηδεία”.

(…)

»Η “Πρέβεζα” του Καρυωτάκη μένει ως διάγραμμα ποιητικό του τόπου, όπου προετοιμάζεται να σκοτωθῆ ένας ευαίσθητος, νικημένος άνθρωπος. Θα μπορούσε να είναι η Μύκονος ή η Εφταλοῦ τῆς Λέσβου ἢ ὁ Μύτικας του Ολύμπου. Κι εκεί ο Καρυωτάκης θα ‘βρισκε τα ίδια ανατριχιαστικά στοιχεία να τον υπηρετήσουν, αυτά που νόμισε πως βρήκε στην Πρέβεζα.

»Χρεωστούμε, ἐμεῖς οἱ παλαιότεροι, πολλά ευχαριστώ στον κ. Γ. Σαββίδη, που επιμελήθηκε φιλολογικά, κατά τρόπον ἐξαίρετο, την έκδοση των ᾿Απάντων του Καρυωτάκη.

Καρυωτάκης και Καβάφης

Διαβάζοντας τους στίχους του και το Σχεδίασμα Χρονογραφίας του εκδότη, αναπολούμε τη νειότη μας και την ατμόσφαιρα του πανικού όπου είχε βρεθῆ αὐτή ἡ νειότη, παραδέρνοντας μές στα ερείπια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου και της Μικρασιατικής καταστροφής.

»Εμείς λατρεύαμε τότε τον Καρυωτάκη και τον Καβάφη, γιατί εξέφραζαν την αλήθεια τη δική μας, ενώ οι μεγαλύτεροί μας τους λοιδωρούσαν και τους δυο: τον πρώτο ως υποκριτή, δήθεν ἀπελπισμένο και μελλοθάνατο, τον δεύτερο ὡς Λεβαντίνο που δεν είχε τίποτε αυθεντικά ελληννικό μήτε απ ‘ την Ελλάδα των προγόνων της ἀκμής, μήτε ἀπ’ τή γλώσσα των συγχρόνων Ελλήνων.

»Έπρεπε να περάσουν μερικά χρόνια για νὰ ἐπιβεβαιώσουν καί ὁ ἕνας καί ὁ ἄλλος τή γνησιότητά τους. Ο Καρυοτάκης ν ‘ αυτοκτονήση, ο Καβάφης να συμπληρώση ένα έργο που σήμερα, ύστερα από δύο παγκόσμιους πολέμους που εσάρωσαν τόσα και εξαφανίσανε τόπους, συγκινεί και συγκλονίζει με τη δύναμη και τη διάρκειά του.

Οι τελευταίες ώρες του Καρυωτάκη

»Καθώς διαβάζουμε στο «Σχεδίασμα Χρονογραφίας» του κ. Γ. Σαββίδη τις τελευταίες ώρες του Καρυωτάκη, πριν σκοτωθή, αναλογιζόμαστε καί την ἀπελπισία του τυπικού δημοσίου υπαλλήλου, του κυνηγημένου απ’ την εποχή του και απ ‘ τους γραφειοκράτες και τους πολιτικάντηδες του καιρού, και το τοπίο – με τη λεύκα του όπου ακούμπησε και με τη θάλασσα μπροστά – και τον αγώνα του να μη γλυτώση το θάνατο:

»… Τη νύχτα ο Κ. πηγαίνει στο Μονολίθι, γδύνεται και πέφτει στη θάλασσα, μάταια προσπαθώντας ἐπεὶ δέκα ώρες να πνιγή. Τα κύματα τον βγάζουν, ξημερώματα, στον Μύτικα, ὅπου τον συντρέχει ὁ ἀγρότης Ταξιάρχης Νίτσας, που τον συνοδεύει ως τα ρούχα του… Ο Κ. Επιστρέφει στο σπίτι του, παίρνει το πρωινό του και κλειδώνεται στο δωμάτιο του.

»Γύρω στο μεσημέρι βγαίνει φορώντας κοστούμι, γραβάτα και ψαθάκι, και αγοράζει ένα πιστόλι ἀπὸ τὸ ὁπλοπωλείο Αναγνωστοπούλου προφανῶς δοκιμάζει ἂν λειτουργῇ τό ὅπλο, γιατί σε λίγο εμφανίζεται ξανά στο οπλοπωλείο για να διαμαρτυρηθή: δεν είχε προσέξει πως το πιστόλι ήταν ασφαλισμένο.

»Γύρω στις 2 μ.μ. πηγαίνει στη Βρυσούλα και κάθεται στο παραλιακό καφενείο «Ο Οὐράνιος Κήπος» ζητάει καφέ και χαρτί ἀπ’ τὸν καταστηματάρχη Νιόνιο Καλλίνικο, μένει ἐκεῖ περίπου τρεις ώρες, καπνίζοντας τσιγάρα το ‘να κοντά στο άλλο, αυτός που σπάνια κάπνιζε, και γράφει το σημείωμα που αργότερα βρήκαν στην τσέπη του:

“Είναι καιρός να φανερώσω τήν τραγωδία μου. Το μεγαλύτερό μου ελάττωμα στάθηκε ή αχαλίνωτη περιέργειά μου, ή νοσηρή φαντασία καί ἡ προσπάθειά μου να πληροφορηθώ για όλες τις συγκινήσεις, χωρίς τις περισσότερες να μπορώ να τις αισθανθώ.

Κάθε πραγματικότης μού είναι αποκρουστική. Είχα τον ίλιγγο του κινδύνου. Και τον κίνδυνο, σαν ήρθε, τον δέχουμαι με πρόθυμη καρδιά.

Πληρώνω για όσους, καθώς εγώ, δὲν ἔβλεπαν κανένα ιδανικό στη ζωή τους. Έμειναν πάντα ἔρμαια τῶν δισταγμών τους κι εθεώρησαν την ύπαρξή τους παιχνίδι χωρίς ουσία.

Τους βλέπω να έρχωνται ολοένα περισσότεροι μαζύ με τους αιώνες. Σ’ αυτούς ἀπευθύνομαι. Αφού εδοκίμασα όλες τις χαρές, είμαι έτοιμος τώρα για ένα ατιμωτικό θάνατο.

Λυπούμαι τους δύστυχους γονείς μου, λυπούμαι τ ‘ αδέρφια μου. Αλλά φεύγω με το μέτωπο ψηλά… Και για να αλλάξουμε τόνο.

Συμβουλεύω όσους ξέρουν κολύμπι, νὰ μὴν ἐπιχειρήσουν ποτέ να αυτοκτονήσουν διά θαλάσσης. Όλη τη νύχτα απόψε ἐπί δέκα ώρες εδερνόμουν με τα κύματα.

Ήπια άφθονο νερό, αλλά κάθε τόσο, χωρίς να καταλάβω πώς, το σώμα μου ανέβαινε στην επιφάνεια…”»

(…)

ΗΛΙΑΣ ΒΕΝΕΖΗΣ»

tovima.gr