Ενεργειακή ακρίβεια και παρατεταμένη προεκλογική περίοδος, συνθέτουν ένα επικίνδυνο οικονομικό σκηνικό, που απειλεί να εξανεμίσει τα πλεονάσματα της Eλληνικής οικονομίας
Γράφει ο Φώτης Αλεξόπουλος*
Η Ελληνική οικονομία βρίσκεται μπροστά σε μια νέα, ιδιαίτερα δύσκολη δοκιμασία. Ο χειμώνας του 2026–2027 ενδέχεται να αποδειχθεί καθοριστικός όχι μόνο για την οικονομική αντοχή των ελληνικών νοικοκυριών, αλλά και για τη διατήρηση της δημοσιονομικής σταθερότητας που με σημαντικές θυσίες επιτεύχθηκε τα προηγούμενα χρόνια.
Ο πόλεμος του Ιράν με τις Ηνωμένες Πολιτείες έχουν ήδη προκαλέσει σοβαρές αναταράξεις στις διεθνείς ενεργειακές αγορές. Η τιμή του πετρελαίου Brent κινείται πλέον κοντά στα 110 δολάρια το βαρέλι, δημιουργώντας φόβους για νέο κύμα ανατιμήσεων σε καύσιμα, ηλεκτρική ενέργεια, μεταφορές και βασικά καταναλωτικά αγαθά.
Τα πρώτα ανησυχητικά σημάδια είναι ήδη ορατά. Σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, ο πληθωρισμός τον Σεπτέμβριο του 2026 έφτασε στο 5%, ενώ η ελληνική οικονομία κατέγραψε ανάπτυξη μόλις 1,9% κατά το δεύτερο τρίμηνο του έτους.
Ακόμη πιο χαρακτηριστικά είναι τα δημοσιονομικά δεδομένα. Το πλεόνασμα του κρατικού προϋπολογισμού κατά το εννεάμηνο Ιανουαρίου–Σεπτεμβρίου 2026 περιορίστηκε στα 162 εκατομμύρια ευρώ, έναντι 2,401 δισεκατομμυρίων ευρώ την αντίστοιχη περίοδο του 2025. Παρότι πρόκειται για διαφορετικό μέγεθος από το πρωτογενές πλεόνασμα της Γενικής Κυβέρνησης και η εκτέλεση παραμένει καλύτερη από τον φετινό στόχο, η μεταβολή αυτή δεν μπορεί να αγνοηθεί.
Και εδώ ακριβώς βρίσκεται ο μεγάλος κίνδυνος: να εξανεμιστούν τα δημοσιονομικά περιθώρια της χώρας τη στιγμή που η κοινωνία θα τα χρειάζεται περισσότερο.
Την ίδια ώρα, η Ελλάδα εισέρχεται ουσιαστικά σε μια παρατεταμένη προεκλογική περίοδο. Η κυβέρνηση βρίσκεται μπροστά στον πειρασμό να αξιοποιήσει τα διαθέσιμα δημοσιονομικά περιθώρια για παροχές βραχυπρόθεσμου πολιτικού οφέλους, αντί να διαμορφώσει ένα ουσιαστικό δίχτυ προστασίας απέναντι στις οικονομικές συνέπειες της διεθνούς κρίσης.
Δεν αμφισβητεί κανείς την ανάγκη ενίσχυσης των ευάλωτων νοικοκυριών. Ωστόσο, οι οριζόντιες παροχές χωρίς εισοδηματικά κριτήρια και χωρίς αναπτυξιακό αντίκρισμα μπορεί να αποδειχθούν ιδιαίτερα δαπανηρές.
Η Ελληνική οικονομία δεν αντέχει έναν νέο κύκλο δημοσιονομικής χαλάρωσης, την ώρα που το ενεργειακό κόστος απειλεί την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων και περιορίζει το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών.
Το πρόβλημα είναι βαθύτερο. Όταν αυξάνεται το κόστος παραγωγής, μειώνεται η κατανάλωση και περιορίζονται οι επενδύσεις, η οικονομία κινδυνεύει να εισέλθει σε έναν φαύλο κύκλο χαμηλότερης ανάπτυξης και αυξημένων δημοσιονομικών αναγκών.
Φοβάμαι ότι το ισχυρό οικονομικό σοκ που ενδέχεται να δεχθεί η χώρα τους επόμενους μήνες δεν θα έχει μόνο πρόσκαιρες συνέπειες. Εάν η ενεργειακή κρίση παραταθεί και συνδυαστεί με ανεξέλεγκτες προεκλογικές δαπάνες, η επιστροφή σε υψηλά και διατηρήσιμα πρωτογενή πλεονάσματα μπορεί να αποδειχθεί πολύ δυσκολότερη από όσο σήμερα εκτιμάται.
Η κυβέρνηση οφείλει να αντιληφθεί ότι η οικονομική σταθερότητα δεν μπορεί να θυσιάζεται στον βωμό της εκλογικής σκοπιμότητας.
Γιατί, τελικά, το σημαντικότερο πλεόνασμα δεν είναι εκείνο που εμφανίζεται στους πίνακες του κρατικού προϋπολογισμού. Είναι εκείνο που απομένει στο πορτοφόλι του εργαζομένου, του συνταξιούχου και του μικρομεσαίου επιχειρηματία μετά την πληρωμή των καθημερινών υποχρεώσεών του.
*Ο Φώτης Αλεξόπουλος είναι Οικονομολόγος, μέλος του Οικονομικού Επιμελητηρίου Ελλάδος, μέλος του Διοικητικού Επιμελητηρίου Ελλάδος, Πτυχιούχος στο Παντειο Πανεπιστήμιο Πολιτικών και Κοινωνικών Επιστημών στην Σχολή Επιστημών Οικονομίας και Δημόσιας Διοίκησης με Μεταπτυχιακές σπουδές στα Εφηρμοσμένα Οικονομικά της Δημόσιας Διοίκησης