Γράφει η Δώρα Σορβατζιώτη*
Είναι φυσικό κάθε γονιός να επιθυμεί να μεγαλώσει ένα παιδί δυνατό, με αυτοπεποίθηση, που θα μπορεί να αντιμετωπίζει τις δυσκολίες, να διαχειρίζεται τα συναισθήματά του και να προχωρά στη ζωή του με εμπιστοσύνη στις δυνατότητές του. Είναι μια όμορφη επιθυμία, που πηγάζει από την αγάπη και την αγωνία να εξασφαλίσουμε στα παιδιά μας τις καλύτερες δυνατές προϋποθέσεις για το μέλλον τους.
Στην προσπάθειά μας, όμως, να τα βοηθήσουμε να αποκτήσουν αυτές τις δεξιότητες, συχνά ξεχνάμε κάτι σημαντικό: οι δεξιότητες δεν αναπτύσσονται από τη μια μέρα στην άλλη, ούτε με τον ίδιο ρυθμό σε όλα τα παιδιά. Άλλες δυνατότητες περιμένουμε από ένα παιδί πέντε ετών, άλλες από ένα παιδί δέκα ετών και άλλες από έναν έφηβο δεκαοκτώ ετών. Κάθε ηλικία έχει τις δικές της αναπτυξιακές ανάγκες, ενώ ακόμη και παιδιά της ίδιας ηλικίας μπορεί να διαφέρουν σημαντικά μεταξύ τους. Άλλωστε, η ανάπτυξη και η βελτίωση των δεξιοτήτων μας δεν σταματούν στην ενηλικίωση. Ακόμη κι εμείς, ως ενήλικες, εξακολουθούμε να μαθαίνουμε, να δυσκολευόμαστε και να προσπαθούμε να γινόμαστε καλύτεροι.

Ποια είναι, λοιπόν, μερικά από τα συχνότερα λάθη που κάνουν οι γονείς στην προσπάθειά τους να μεγαλώσουν δυνατά παιδιά;
Τους λένε ότι πρέπει να είναι «σκληρά». Συχνά λένε στα παιδιά να μη φοβούνται, να μη στενοχωριούνται, να μην κλαίνε και να μην επηρεάζονται από όσα συμβαίνουν γύρω τους, καθώς πιστεύουν πως με αυτόν τον τρόπο θα τα θωρακίσουν. Όμως, η ψυχική δύναμη δεν σημαίνει απουσία συναισθημάτων. Όλα τα συναισθήματα, ακόμη και τα δυσάρεστα, χρειάζεται να μπορούν να εκφράζονται χωρίς ντροπή ή φόβο απόρριψης. Η αναγνώριση και η αποδοχή τους αποτελούν βασική προϋπόθεση για την ψυχική υγεία, καθώς βοηθούν τα παιδιά να κατανοήσουν σταδιακά τον εσωτερικό τους κόσμο. Παράλληλα, μαθαίνοντας να αναγνωρίζουν τα δικά τους συναισθήματα, αρχίζουν να κατανοούν και τα συναισθήματα των άλλων, θέτοντας τις βάσεις για την ανάπτυξη της ενσυναίσθησης. Όταν, αντίθετα, ακούν διαρκώς ότι πρέπει να είναι σκληρά, μπορεί να μάθουν να κρύβουν όσα νιώθουν, αντί να αναπτύξουν τρόπους να τα εκφράζουν, να τα κατανοούν και να τα διαχειρίζονται.
Αντιμετωπίζουν τη συστολή και το άγχος ως αδυναμία. Όταν ένα παιδί ντρέπεται να μιλήσει, διστάζει να συμμετάσχει ή αγχώνεται μπροστά σε μια νέα εμπειρία, μπορεί να ακούσει φράσεις όπως «Τι θα κάνεις όταν μεγαλώσεις;» ή «Έτσι δεν θα τα καταφέρεις ποτέ». Αντί να το ενθαρρύνουν, τέτοιες αντιδράσεις μπορεί να ενισχύσουν την ανασφάλειά του. Τα παιδιά δεν χρειάζεται να νιώθουν ντροπή για τη συστολή τους, αλλά να υποστηρίζονται ώστε να αποκτούν σταδιακά μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση, με σεβασμό στον δικό τους ρυθμό.
Βιάζονται να διορθώσουν κάθε λάθος. Από την αγωνία τους να βοηθήσουν, συχνά παρεμβαίνουν πριν τα παιδιά προλάβουν να σκεφτούν, να δοκιμάσουν ή να βρουν μόνα τους μια λύση. Μπορεί ακόμη να τα διορθώνουν ή να σχολιάζουν τη συμπεριφορά τους μπροστά σε άλλους, πιστεύοντας ότι έτσι θα μάθουν. Ωστόσο, η δημόσια έκθεση και η κριτική μπορεί να κάνουν τα παιδιά να αισθανθούν ντροπή και να φοβηθούν περισσότερο το λάθος. Τα παιδιά χρειάζονται καθοδήγηση και χώρο για να μάθουν, όχι να νιώθουν ότι κάθε αστοχία τους αποτελεί απόδειξη ανεπάρκειας.
Προσπαθούν να προλάβουν κάθε δυσκολία. Κάποιες φορές αναλαμβάνουν να λύσουν τα προβλήματα των παιδιών, επειδή πιστεύουν ότι εκείνα δεν θα τα καταφέρουν. Άλλες φορές δυσκολεύονται οι ίδιοι να αντέξουν τη στενοχώρια, την απογοήτευση ή το άγχος των παιδιών και βιάζονται να τα απομακρύνουν. Έτσι, όμως, μπορεί να τους στερήσουν πολύτιμες ευκαιρίες να δοκιμάσουν τις δυνάμεις τους, να αναζητήσουν λύσεις και να ανακαλύψουν ότι μπορούν να αντιμετωπίσουν δυσκολίες, ακόμη κι όταν χρειάζονται υποστήριξη.
Όταν, λοιπόν, περιμένουμε από ένα παιδί να διαχειρίζεται τις δυσκολίες με ωριμότητα που δεν αντιστοιχεί στην ηλικία του, να μην αγχώνεται, να μην κλαίει ή να ξεπερνά γρήγορα τους φόβους του, μπορεί άθελά μας να μετατρέψουμε την επιθυμία μας να το ενδυναμώσουμε σε μια πηγή πίεσης και ανασφάλειας. Για παράδειγμα, το μοναχικό παιχνίδι σε κάποιες ηλικίες είναι αναμενόμενο, ενώ σε άλλες θα πρέπει να διερευνηθεί περισσότερο. Επομένως, το να πιέζουμε το παιδί λέγοντάς του διαρκώς «Πήγαινε να παίξεις με τα άλλα παιδάκια» δεν είναι κάτι που βοηθά.
Το ζητούμενο δεν είναι να σταματήσουμε να προστατεύουμε τα παιδιά μας, αλλά να αναρωτηθούμε πότε η προστασία γίνεται υπερπροστασία και πότε η ενθάρρυνση μετατρέπεται, άθελά μας, σε πίεση. Χρειάζεται να τους επιτρέπουμε να αισθάνονται, να εκφράζονται, να κάνουν λάθη και να δοκιμάζουν ξανά, χωρίς να απαιτούμε να κατακτήσουν πρόωρα δεξιότητες που ακόμη αναπτύσσονται.
Γιατί δυνατά παιδιά δεν είναι εκείνα που δεν φοβούνται, δεν κλαίνε και δεν λυγίζουν ποτέ. Είναι εκείνα που μαθαίνουν ότι μπορούν να δυσκολεύονται χωρίς να είναι αδύναμα, να κάνουν λάθη χωρίς να είναι ανεπαρκή και να ζητούν βοήθεια χωρίς να ντρέπονται. Δεν χρειάζεται να τα μάθουμε να αντέχουν τα πάντα από μικρά. Χρειάζεται να τους δώσουμε τον χρόνο, την ασφάλεια και την υποστήριξη που χρειάζονται για να αναπτύξουν σταδιακά τη δύναμή τους.
*Η Δώρα Σορβατζιώτη είναι Ψυχοθεραπεύτρια CBT και Κοινωνική Λειτουργός (M.Ed.).