Καραμανλής έφερε τον Χατζιδάκι μέσα στο κρατικό σύστημα, αλλά ο Χατζιδάκις στη συνέχεια προσπάθησε να κάνει το Τρίτο αυτόνομο από το ίδιο το κράτος.

Η ιστορία του Τρίτου Προγράμματος της Ελληνικής Ραδιοφωνίας είναι η ιστορία της πιο σημαντικής απόπειρας να υπάρξει ένα διαφορετικό μοντέλο ραδιοφώνου. Ξεκίνησε να εκπέμπει στις 19 Σεπτεμβρίου 1954, από τους Ραδιοθαλάμους του Ζαππείου, ως σταθμός του Ελληνικού Ιδρύματος Ραδιοφωνίας (ΕΙΡ). Ιδρυτής και εμπνευστής του θεωρείται ο συγγραφέας Διονύσιος Ρώμας, τότε διευθυντής του ΕΙΡ. Την περίοδο 1954 -1967 ήταν προσανατολισμένο στην κλασική μουσική και στον ευρωπαϊκό μουσικό πολιτισμό.

Το Τρίτο την περίοδο της δικτατορίας

Μετά το πραξικόπημα, το ραδιόφωνο βρέθηκε υπό τον έλεγχο του καθεστώτος. Η «εθνική διαπαιδαγώγηση» τέθηκε ως βασικός στόχος, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα η κρατική ραδιοφωνία να χάσει την αξιοπιστία της και το πιο δυναμικό και μορφωμένο ραδιοφωνικό κοινό να στραφεί σε ξένους σταθμούς και στους ραδιοπειρατές που εκείνη την περίοδο αποτελούσαν κοινωνικό φαινόμενο.

Το Πρώτο Πρόγραμμα και γενικότερα τα ενημερωτικά τμήματα ήταν πολύ πιο άμεσα συνδεδεμένα με την πολιτική προπαγάνδα και τον έλεγχο της επικαιρότητας. Το Τρίτο είχε διαφορετική φύση. Η έμφαση στη μουσική, στο θέατρο και στον πολιτισμό δημιουργούσε έναν χώρο όπου μπορούσαν να υπάρχουν ρωγμές στην πολιτική λογοκρισία. Η μουσική μπορούσε να λειτουργήσει και ως απολιτικό πολιτιστικό περιεχόμενο αλλά και ως έμμεσος χώρος ελευθερίας. οι μουσικοί και οι ακροατές μπορούσαν να της αποδώσουν διαφορετικές σημασίες.

Αυτό όμως ήταν και το όριο: Το έργο του Μίκη Θεοδωράκη το οποίο βρέθηκε στο επίκεντρο απαγορεύσεων και πολιτικής σύγκρουσης ήταν αποκλεισμένο, όπως και πολλά άλλα έργα: Αποκλεισμό αντιμετώπισαν τραγούδια όπως το «Θα κλείσω τα μάτια» του Άκη Πάνου και η περίφημη «κυρα Γιώργαινα» του Γιώργου Κατσαρού. Οι συνθέτες δεν ήταν εχθρικοί προς το καθεστώς, το αντίθετο, η δομική όμως έλλειψη παιδείας και η στενομυαλιά ενός φασίστα λογοκριτή «ανακάλυπτε» πίσω από τους στίχους της «Κυρα Γιώργαινας» ειρωνεία προς τον ηγέτη της «Επαναστάσεως» Γεώργιο Παπαδόπουλο!

Πιο εμφανής ήταν η ρωγμή στο θεατρικό πεδίο, με την εκπομπή «Το θέατρο της Εβδομάδας». Ένα θεατρικό έργο μπορούσε να μεταφέρει ιδέες, συγκρούσεις και κοινωνικούς προβληματισμούς χωρίς να κάνει ευθέως πολιτικό σχόλιο. Αυτό επέτρεψε να «περάσουν» και να μεταδοθούν έργα όπως «Οι Νυχτοφύλακες» του Στρατή Καρρά (1970), « Μαντάμ Μποβαρί» του Γκυστάβ Φλωμπέρ (1972), «Το Άσπρο και το Μαύρο» του Σπύρου Μελά (1973), «Το Άνθος του Κάκτου», των Πιέρ Μπαριγιέ – Ζαν-Πιέρ Γκρεντί (1973) κ.α..

Φυσικά και εδώ πρόκειται για ρωγμή, ο έλεγχος του καθεστώτος ήταν δεδομένος. Είναι χαρακτηριστική η στάση της ΕΙΡ το 1973, που αποτελεί κομβικό έτος. Έχουμε την εξέγερση της Νομικής, το Πολυτεχνείο,την αλλαγή Παπαδόπουλου–Ιωαννίδη στην ηγεσία της Χούντας και την αυξανόμενη κοινωνική αμφισβήτηση. Από καμιά πηγή δεν προκύπτει των η ΕΙΡ και ιδιάιτερα το Τρίτο ως σταθμός κράτησε κάποια εμφανή αντιδικτατορική στάση.

Μεταπολίτευση και Μάνος Χατζιδάκης

Μετά την πτώση της δικτατορίας το 1974 δημιουργήθηκαν νέες συνθήκες και μέσα σε αυτό το κλίμα εμφανίζεται ο Μάνος Χατζιδάκις. Αναλαμβάνει τη διεύθυνση του Τρίτου, ως προσωπική επιλογή του Κωνσταντίνου Καραμανλη, αρχικά στις 10 Ιανουαρίου 1975 διορίστηκε Σύμβουλος ΕΙΡΤ – Διευθυντής Μουσικών Προγραμμάτων Ραδιοφώνου και Τηλεοράσεως. Στη συνέχεια αναλαμβάνει την αναμόρφωση του Τρίτου που το 1977 έγινε αυτοτελής Διεύθυνση της ΕΡΤ και ανέλαβε και τυπικά τη διεύθυνσή του.

Η επιλογή του Χατζιδάκι από τον Καραμανλή δεν ήταν μια υπηρεσιακή τοποθέτηση. Ο Χατζιδάκις εντάχθηκε στον κρατικό πολιτιστικό μηχανισμό της Μεταπολίτευσης, το 1975 ξεκίνησε αυτό που ο ίδιος αποκαλούσε ειρωνικά «δημοσιοϋπαλληλική περίοδο» της ζωής του. Η λογική του Καραμανλή, σύμφωνα με τους φίλα προσκείμενους σε αυτόν δημοσιολογούντες, ήταν ότι άνθρωποι με πραγματικό πολιτιστικό κύρος μπορούσαν να συμβάλουν στην αποκατάσταση και αναβάθμιση της πολιτιστικής ζωής μετά τη δικτατορία.

Η πολιτική του διαδρομή και η αντιμετώπιση των ανθρώπων του πολιτισμού από τις κυβερνήσεις του, πριν και μετά τη δικτατορία, δεν συνάδουν με αυτην την εκτίμηση, το αντίθετο συνέβη, άρα αλλού πρέπει να αναζητηθεί η αιτία: Και στη δεκαετία του 1960 αλλά προπάντων μετά τη Μεταπολίτευση στον χώρο του πολιτισμού κυριαρχεί, και στη σφαίρα των ιδεών αλλά και στα πρόσωπα, η αριστερά. Η μεγάλη πλειοψηφία των καλλιτεχνών ανήκουν σε αυτόν τον χώρο, ενώ και έργα σπουδαίων δημιουργών που δεν ανήκουν ιδεολογικά σε αυτήν γίνονται σύμβολά της, η περίπτωση του Οδ. Ελύτη και του εμβληματικού «Αξιον Εστί», είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα.

Αυτό το παράδοξο, οι «ηττημένοι» του Εμφυλίου να κυριαρχούν στον νευραλγικό τομέα του πολιτισμού, γέννησε την ανάγκη απάντησης. Όπλα του κράτους της Δεξιάς ήταν η ΕΙΡΤ και κορυφαίοι καλλιτέχνες που θεωρείται πως ανήκαν στην δική της πλευρά όπως ο Μάνος Χατζιδάκης, ο Οδυσσέας Ελύτης και ο Δημήτρης Χορν. Ο τελευταίος θα προβληθεί ως ο «πολιτιστικός» συνδαιτημόνας του Κ. Καραμανλή, στον Ελύτη θα στρωθεί κόκκινο χαλί από το ελληνικό κράτος στην υποψηφιότητα για το βραβείο Νόμπελ.

Μιλάμε για την ίδια παράταξη και τον ίδιο πρωθυπουργό που με λύσσα πολέμησαν τις υποψηφιότητες των Ν. Καζαντζάκη και Γ. Ρίτσου για το Νόμπελ ή την υποψηφιότητα του Θ. Αγγελόπουλου για το Όσκαρ καλύτερης ξένης ταινίας με τον «Θίασο», εμποδίστηκε να είναι καν υποψήφιος για το Όσκαρ Ξενόγλωσσης Ταινίας. Η πιο χαρακτηριστική αντίδρασή της πάντως, είχε προηγηθεί στις Κάννες το 1975 όταν αρνήθηκε να στείλει τον «Θίασο» ως επίσημη ελληνική συμμετοχή.

Η μεγάλη πάντως κίνηση, για να ξαναγυρίσουμε στο Τρίτο, ήταν ο Χατζιδάκις, ο Καραμανλής ήλπιζε με αυτήν την κίνηση να αναχαιτίσει την αριστερή πολιτιστική πλημμυρίδα. Είχε και συμβολισμό η κίνηση, οι «απέναντι» είχαν ως σύμβολο τον Θεοδωράκη, ο Χατζιδάκης ήταν το αντίπαλο δέος από κάθε άποψη. Μόνο που ο «Εθνάρχης» δεν υπολόγισε σωστά την ιδιοσυγκρασία του Μάνου.

Ένας «αναρχικός» δεξιός…

Ας επισημάνουμε κάποιες στιγμές στην πορεία του που έδειχναν πως κακώς ο Καραμανλής, και γενικά η δεξιά παράταξη, τον θεωροούσαν δεδομένο. Τη συμμετοχή του στην ΕΠΟΝ, την περίοδο της Κατοχής, ο αστικός κόσμος την συγχώρεσε «λόγω ηλικίας» και συγκυριών, άλλωστε μετά την απελευθέρωση θεωρούσαν πως έχει «συμμορφωθεί». Όμως γρήγορα θα διαψευστούν.

Η αρχή γίνεται με τη διάλεξη του για το ρεμπέτικο, στις 31 Ιανουαρίου 1949 στο Θέατρο Τέχνης. Υποστήριξε ότι το ρεμπέτικο αποτελούσε γνήσια ελληνική καλλιτεχνική έκφραση και ανέδειξε την αισθητική και κοινωνική του αξία. Η θέση αυτή προκάλεσε αντιδράσεις σε συντηρητικούς και αστικούς κύκλους, ενώ υπήρξε ακόμη και αστυνομική προειδοποίηση προς τη μητέρα του να «προσέχει τον γιο της».

Στα χρόνια που θα ακολουθήσουν ο Χατζιδάκης θα εκφράσει την «αστική κουλτούρα» αλλά το έργο του θα έχει έντονη και την επιρροή του λαικού πολιτισμού. Ταυτόχρονα θα συνεχιστεί η φιλική σχέση και η συνεργασία του με τον Θεοδωράκη, παρά τον ανταγωνισμό τους και παρά τις διώξεις που υπέστη ο Μίκης. Τον Ιανουάριο του 1966, πριν την χούντα, η κρατική ραδιοφωνία αποφάσισε να απαγορεύσει τη μετάδοση τραγουδιών του Θεοδωράκη, λόγω των «κομμουνιστικών μηνυμάτων» και της πολιτικής δραστηριότητας του. Ο Χατζιδάκις, ο Θεοδωράκης και ο Ξαρχάκος αντέδρασαν από κοινού.

Ο Χατζιδάκις και ο Ξαρχάκος ζήτησαν να μη μεταδίδονται και τα δικά τους τραγούδια από το ραδιόφωνο, ως πράξη διαμαρτυρίας. Έστειλαν εξώδικο στο ΕΙΡ, επειδή η ραδιοφωνία εξακολουθούσε να μεταδίδει έργα τους. Η κοινή τους δήλωση δεν περιοριζόταν στο ραδιόφωνο. Οι τρεις συνθέτες ανακοίνωσαν ότι θα σταματούσαν τη δραστηριότητά τους στον χώρο του τραγουδιού και ζητούσαν να μη γίνεται εκτέλεση των έργων τους σε ραδιόφωνο, τζουκ μποξ και κέντρα, ενώ προχώρησαν και σε απόσυρση δίσκων.

«Εδώ Λιλιπούπολη»

Ο Καραμανλής έφερε τον Χατζιδάκι μέσα στο κρατικό σύστημα, αλλά ο Χατζιδάκις στη συνέχεια προσπάθησε να κάνει το Τρίτο αυτόνομο από το ίδιο το κράτος.

Συγκρότησε ομάδα συνεργατών από νέους δημιουργούς όπως τους Γιώργο Κουρουπό, Νίκο Κυπουργό, Αντώνη Κοντογεωργίου, Δημήτρη Μαραγκόπουλο, Ειρήνη Λεβίδη, Δημήτρη Μαυρίκιο, Ελένη Βλάχου και άλλους, δίνοντάς τους χώρο για δημιουργία. Στο πρόγραμμα μπήκαν εκπομπές με σύγχρονη,τζαζ και παραδοσιακή μουσική, εκπομπές για τη λογοτεχνία, την ποίηση και το ραδιοφωνικό θέατρο αλλά και για τη φιλοσοφία, τις εικαστικές τέχνες και την ιστορία. Ξεχωριστή αξία είχαν οι εκπομπές για παιδιά.

Η εκπομπή «Εδώ Λιλιπούπολη» είναι ίσως το καλύτερο παράδειγμα του τι εννοούσε ο Χατζιδάκις όταν μιλούσε για διαφορετικό ραδιόφωνο. Η σειρά απευθυνόταν τυπικά στα παιδιά, αλλά ήταν φτιαγμένη με εξαιρετικά υψηλές καλλιτεχνικές απαιτήσεις. Δημιουργός της ήταν η δημοσιογράφος και συγγραφέας Μαριανίνα Κριεζή, ενώ τη μουσική έγραψαν σημαντικοί Έλληνες συνθέτες. Η εκπομπή παρουσίαζε μια φανταστική πόλη, τη Λιλιπούπολη, όπου ζούσαν παράξενοι και χιουμοριστικοί χαρακτήρες. Μέσα από τις ιστορίες και τα τραγούδια της, σχολίαζε με έξυπνο και συχνά σατιρικό τρόπο την κοινωνία, την πολιτική και την καθημερινή ζωή.

Η «Λιλιπούπολη» θεωρείται μέχρι σήμερα ένα από τα πιο πρωτότυπα και επιδραστικά έργα της ελληνικής ραδιοφωνίας και αποτελεί σημαντικό μέρος της πολιτιστικής κληρονομιάς της μεταπολιτευτικής Ελλάδας. Προκάλεσε πολιτικές αντιδράσεις, κυρίως λόγω της σατιρικής και αλληγορικής ματιάς της στην ελληνική κοινωνία και πολιτική. Ιδιαίτερα στα τελευταία χρόνια της εκπομπής, οι συμβολισμοί και οι χαρακτήρες μπορούσαν να διαβαστούν ως σχόλια για την εξουσία, το αυταρχικό κράτος της Δεξιάς, τη γραφειοκρατία και τις πολιτικές αντιπαραθέσεις της εποχής.

Η εκπομπή κατηγορήθηκε ακόμη και ως «κομμουνιστική προπαγάνδα», ενώ πολιτικοί παράγοντες κι ο τύπος της Δεξιάς διαμαρτυρήθηκαν για το περιεχόμενό της. Ο Ευάγγελος Αβέρωφ φέρεται να σχολίασε ότι ακούγοντας τη «Λιλιπούπολη» νόμιζε κανείς πως άκουγε «Ράδιο Μόσχα» ενώ υπήρχαν ακόμη και τηλεφωνήματα από το υπουργείο σχετικά με το νόημα ορισμένων επεισοδίων.

Δικαιολογίες όπως το γεγονός πως η παραγωγή ήταν απαιτητική και δαπανηρή αλλά και η κόπωση των συντελεστών υπήρχαν, δεν ήταν όμως αυτή η βασική αιτία, μία από τις καλύτερες εκπομπές στην ιστορία του ραδιοφώνου σταμάτησε κυρίως γιατί δεν την άντεχε η Δεξιά.

Αυτονομία και συγκρούσεις

Μία από τις πρώτες αποφάσεις του Χατζιδάκη ήταν η διάλυση της επιτροπής προγράμματος και η διακοπή των πληρωμένων καθημερινών διαφημιστικών εκπομπών των δισκογραφικών εταιρειών. Δεν ήθελε το πρόγραμμα να καθορίζεται από μηχανισμούς που θεωρούσε εξωτερικούς προς την καλλιτεχνική και μορφωτική αποστολή του σταθμού.Αυτό προκάλεσε άμεσα αντιδράσεις και αποτέλεσε την πρώτη από μια σειρά κρίσεων καθώς κάποιοι έχαναν προνόμια ή επιρροή. Χαρακτηριστική ήταν αντίδραση του Χατζιδάκι στις παρεμβάσεις, όταν απειλήθηκε η αυτονομία του Τρίτου: Έδωσε εντολή να μεταδίδονται οι 104 συμφωνίες του Joseph Haydn, συνεχόμενα. Η πράξη είχε σαφή συμβολισμό: «Αν θέλετε να ελέγχετε τι μεταδίδεται, τότε θα μεταδώσουμε μόνο μουσική.»

Εργαλεία του Χατζιδάκι ήταν τα «Σχόλια του Τρίτου». Από τις 30 Απριλίου 1978 άρχισαν να μεταδίδονται πεντάλεπτα σχόλια του ίδιου, στα οποία σχολίαζε την επικαιρότητα και την ελληνική κοινωνία με σαρκαστικό, συχνά καυστικό τρόπο. Ήταν πρωτοφανές για τα ελληνικά δεδομένα ο διευθυντής ενός κρατικού ραδιοφωνικού σταθμού χρησιμοποιούσε το ίδιο το κρατικό μικρόφωνο για να σχολιάζει την κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα.

Στα «Σχόλια» υπάρχουν τίτλοι όπως «Το Λαϊκό, το Μάγκικο και το Παλιό Ρεμπέτικο», «Περί Πολιτισμού και Καλλιστείων στη Μουσική μας Παιδεία», «Το Πρόσωπο του Τέρατος και ο Φόβος μήπως το συνηθίσουμε», «Πράξεις Πολίτου και Αντιδράσεις Κωνώπων» κ.α.. Στην ιστορία έμεινε το σχόλιο της 30ής Ιουλίου 1978: Η γνωστή φράση «Όποιος δεν φοβάται το πρόσωπο του τέρατος, πάει να πει ότι του μοιάζει» συνδέεται με τον κίνδυνο να συνηθίσει η κοινωνία τη βία, την ασχήμια ή την καταπίεση, είναι μια ανοιχτή, προφητική κριτική του φασιστικού φαινομένου.

Δεν πρέπει να αποσιωπηθεί η σύγκρουση του και με συνδικαλιστικούς φορείς των εργαζομένων. Ο Χατζιδάκις έφερε στο Τρίτο ανθρώπους που εμπιστευόταν καλλιτεχνικά. Από την άλλη πλευρά, υπήρχε η ήδη υπάρχουσα δομή της ΕΡΤ, με υπηρεσιακούς κανόνες και συνδικαλιστική εκπροσώπηση. Ο Χατζιδάκης συχνά αδιαφορούσε για την εργασιακή πραγματικότητα, ο ελιτισμός με τον οποίο λειτουργούσε τον οδηγούσε να ξεχνά πως εκτός από πολιτιστικό εργαστήρι το Τρίτο ήταν και εργασιακός χώρος.

Υπήρξαν έντονες αντιδράσεις για τις αμοιβές, τις ώρες εργασίας, τον τρόπο επιλογής συνεργατών, την παραγωγή των εκπομπών, ακόμη και τους χώρους στους οποίους συναντιόταν η ομάδα. Συνεργάτες του θυμούνται ότι μεγάλο μέρος της δημιουργικής συζήτησης γινόταν στον «Μαγεμένο Αυλό», στο Παγκράτι. Ρομαντικό ίσως για εμάς που το διαβάζουμε, όχι και τόσο για τους εργαζόμενους και τις εργαζόμενες του Τρίτου.

Η πολιτική αλλαγή του 1981

Η θητεία του έληξε στις 11 Μαρτίου 1982. Η τελική ρήξη δεν ήταν μια απλή παραίτηση για προσωπικούς λόγους, το ίδιο το Αρχείο της ΕΡΤ αναφέρεται σε «τελική σύγκρουση» που οδήγησε στην απόλυσή του. Μετά τον Χατζιδάκι ανέλαβε για σύντομο χρονικό διάστημα ο Ιάκωβος Καμπανέλλης και ακολούθησε ο Κυριάκος Σφέτσας, που είχε προηγουμένως εργαστεί στο Τρίτο με πρόσκληση του Χατζιδάκι. Παρέμεινε διευθυντής από το καλοκαίρι του 1982 έως τον Ιανουάριο του 1994, όταν ανέλαβε ο συνθέτης Γιώργος Τσαγγάρης.

Σήμερα το Τρίτο συνεχίζει να εκπέμπει ως πολιτιστικός σταθμός της ΕΡΤ ενώ παράλληλα, έχει δοθεί μεγάλη έμφαση στο Αρχείο της Ελληνικής Ραδιοφωνίας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν ο εορτασμός των 70 χρόνων του Τρίτου το 2024, όταν ο σταθμός μετέδωσε μεγάλο αριθμό ιστορικών ηχογραφήσεων από τις επτά δεκαετίες λειτουργίας του. Μεταξύ αυτών υπήρχαν ηχογραφήσεις με τον Τσαρούχη, τον Σεφέρη, την Κάλλας, τον Μητρόπουλο, θεατρικές παραστάσεις και φυσικά υλικό από την εποχή Χατζιδάκι.

Δεν ήταν μόνος…

Ολοκληρώνοντας να επισημάνουμε πως ένα από τα λάθη πολλών που γράφουν για το Τρίτο είναι πως παρουσιάζουν τα πάντα ως έργο ενός ανθρώπου. Στην πραγματικότητα υπήρχε ολόκληρη ομάδα, πολλά ονόματα ήδη τα αναφέραμε. Ο Χατζιδάκις ήταν ο καταλύτης και ο διευθυντής, αλλά το «χατζιδακικό Τρίτο» ήταν συλλογικό δημιούργημα.

Το Τρίτο Πρόγραμμα ήταν και είναι ταυτισμένο με το όραμα του Χατζιδάκη, με τη μεγαλοσύνη αλλά και τα όρια αυτού του οράματος. Σήμερα περιθώρια για αυταπάτες δεν υπάρχουν: Ο ολοκληρωτικός έλεγχος της δημόσιας ζωής, προπάντων των μηχανισμών διαμόρφωσης συνειδήσεων, από την διαπλοκή κεφαλαίου και πολιτικής δεν αφήνει περιθώρια τέτοιων ρωγμών.

Από την άλλη, η εξέλιξη των Μέσων επιτρέπει την ύπαρξη ανεξάρτητων διάυλων, τόσο στην ενημέρωση όσο και στον χώρο του πολιτισμού. Υπάρχουν εκατοντάδες τέτοια μικρά ρυάκια, πολύτιμα αλλά…ρυάκια! Όσο παραμένουςν σε αυτό το επίπεδο είναι χρήσιμα αλλά ακίνδυνα, εκτός κι αν τελικά αποτελέσουν τροφοδότες ενός μεγαλου ποταμού που θα συμβάλει να καθαρίσει ο «κόπρος του Αυγείου» στη δημόσια ζωή. Αυτό φυσικά είναι απόφαση πολιτική που δυστυχώς δεν φαίνεται στον ορίζοντα, μακάρι να φανεί.

(Ο Σπύρος Αλεξίου είναι ιστορικός και συγγραφέας)

https://www.dnews.gr/eidhseis/ellada/611697/trito-programma-to-orama-tou-manou-xatzidaki-grafei-o-spyros-aleksiou?fbclid=IwY2xjawUfQ3hwZG9mBWV4dG4DYWVtAjEwAGJyaWQRMHlBZVpYcW40TUZrTzlaNlhzcnRjBmFwcF9pZBAyMjIwMzkxNzg4MjAwODkyAAEeMmM-EyfqHG2VZWttty0tcOa86ey60907Wpg1FCd-dHxMlPIM8sh4P_tl43I_aem_lCZL8_vqhgY8hsV7SsBXKw