Τον Ιανουάριο του 2020, ο τότε Υπουργός Εσωτερικών Τάκης Θεοδωρικάκος συγκροτεί Επιτροπή με αντικείμενο τη δημιουργία πλαισίου για τη μεταρρύθμιση του κράτους, την πολυεπίπεδη διακυβέρνηση και τον εμπλουτισμό των αρμοδιοτήτων κυρίως της Περιφερειακής Αυτοδιοίκησης.

Πρόεδρος της Επιτροπής ορίστηκε ο Καθηγητής Δημοσίου Δικαίου και Θεσμών Κοινωνικής Προστασίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και Πρόεδρος του Ιδρύματος Θεμιστοκλή και Δημήτρη Τσάτσου – Κέντρου Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου, Ξενοφών Κοντιάδης.

Στις προτάσεις της επιτροπής περιλαμβάνονται η υιοθέτηση της πολυεπίπεδης διακυβέρνησης ως υποδείγματος λειτουργικής μεταρρύθμισης και η μεταφορά αρμοδιοτήτων από τις Αποκεντρωμένες Διοικήσεις στους ΟΤΑ Β΄ βαθμού. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει μεταξύ άλλων η πρόταση για μεταφορά συγκεκριμένων λειτουργιών και αρμοδιοτήτων στο πεδίο της Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας και της Δημόσιας Υγείας προς τις Περιφέρειες.

Η συνολική πρόταση ουδέποτε υιοθετήθηκε από το Υπουργείο Εσωτερικών ως αφετηρία διαλόγου και συστηματικής επεξεργασίας. Ούτε αξιοποιήθηκε στη σύνταξη του νέου Κώδικα για την Αυτοδιοίκηση που έχει τεθεί σε διαβούλευση.

Ο Κώδικας για την Αυτοδιοίκηση που προωθείται σήμερα δε συνιστά μεταρρύθμιση ούτε καν εκσυγχρονισμό. Χωρίς να υποβαθμίζεται η σημασία της κωδικοποίησης σκόρπιων διατάξεων σ’ ένα ενιαίο κείμενο, παραπέμπει περισσότερο σε τακτοποίηση. Το πλαίσιο λειτουργίας των Περιφερειών και των Δήμων δεν έχει μόνο τεχνική διάσταση. Συμπυκνώνει πολιτικές επιλογές, αξίες και προτεραιότητες. Είναι μια άσκηση για το πού βρισκόμαστε και πού θέλουμε να πάμε. Στην πραγματικότητα είναι η απάντηση στα ερωτήματα τι κράτος σχεδιάζουμε και ποια αυτοδιοίκηση οραματιζόμαστε.

Σ’ ένα περιβάλλον επάλληλων κρίσεων (οικονομική, υγειονομική, κλιματική) ο νέος Κώδικας δεν αναγνωρίζει τον κρίσιμο ρόλο των Περιφερειών στη βιώσιμη ανάπτυξη, την εδαφική συνοχή, τη μείωση των ανισοτήτων και την πολιτική προστασία στα όρια της χωρικής τους ευθύνης. Η ένδεια σε οικονομικούς (αναφερόμαστε κυρίως στους Κεντρικούς Αυτοτελείς Πόρους), ανθρώπινους και τεχνολογικούς πόρους δυσκολεύει την ανταπόκρισή τους στο σύνθετο ρόλο που έχουν αναλάβει. Παράλληλα η διατήρηση των Αποκεντρωμένων Διοικήσεων και των αποκεντρωμένων δομών των Υπουργείων (χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν τα Δασαρχεία) στερεί από τις Περιφέρειες κρίσιμα εργαλεία στην άσκηση αποκεντρωμένων λειτουργιών των δημοσίων πολιτικών. Για να είμαστε όμως δίκαιοι, στη γκρίζα εικόνα που περιγράφεται, μερίδιο ευθύνης επιμερίζεται και στις περιφερειακές διοικήσεις που συχνά λειτουργούν ως τροχονόμοι χρηματοδοτήσεων χωρίς ποσοτική και ποιοτική ανάλυση των αποτελεσμάτων των επιλογών τους.

Το πιθανότερο είναι ότι ο νέος Κώδικας δε θ’ αλλάξει το τοπίο στην αυτοδιοίκηση. Το κράτος θα παραμείνει συγκεντρωτικό, δήθεν επιτελικό και αναποτελεσματικό αποδίδοντας στις Περιφέρειες και τους Δήμους το ρόλο του ιμάντα μεταβίβασης της κυβερνητικής πολιτικής, στις δε περιφερειακές και δημοτικές ελίτ την ιδιότητα των υφισταμένων ενός αθηνοκεντρικού και βαθιά πελατειακού συστήματος.

Γιατί στο τέλος, όπως αναφέρει ο Σταύρος Μπένος, η αληθινή ισχύς ενός κράτους δεν μετριέται στα νομοθετήματα. Μετριέται στα βλέμματα των ανθρώπων που νιώθουν ότι δεν είναι μόνοι. Μετριέται στη σιωπηλή βεβαιότητα ότι το κράτος υπάρχει, λειτουργεί και εμπνέει.