Επέτειος θανάτου σήμερα του πιο αχαλίνωτα μοντέρνου συγγραφέα, που διαβάζεται σαν να έγραφε σήμερα, σαν να μην έφυγε ποτέ από τα δαιμονισμένα πάρτι και το σκοτεινό, ατμοσφαιρικό περιβάλλον του Νότου
Έμεινε πάντα παιδί: όσο και αν μεγάλωσε, όσο και αν τον κατέστρεψε η εμμονή με τις λέξεις και τις ουσίες, δεν ήταν παρά ένα αλητόπαιδο που δεν έπαψε να παρατηρεί γεμάτο περιέργεια το καθετί, πόρνες και φονιάδες, δαίμονες και αγγέλους. Ο Τρούμαν Καπότε ήταν ο αγαπημένος όχι μόνο της διανόησης αλλά και των κοσμικών, που δεν κατάλαβαν ποτέ ότι πίσω από το αστείο πρόσωπο με την παράξενη φωνή και τις τρομερές ιστορίες κρύβεται μια λογοτεχνική βόμβα έτοιμη να σαρώσει τα λογοτεχνικά σαλόνια και τα βαρετά περιβάλλοντα. Το είχε πει στην αξέχαστη συνέντευξη που είχε δώσει στο «Playboy»: «Ποτέ δεν αγάπησα τους πλούσιους, παρ’ ότι έχω πολλούς φίλους από τα ανώτερα στρώματα. Για τον απλούστατο λόγο ότι πολλοί από αυτούς, χωρίς τα χρήματά τους, θα ήταν ένα τίποτα. Ενίοτε διαμαρτύρονται γιατί καταφέρομαι εναντίον τους. Αλλά τι περίμεναν, ότι είμαι εκεί απλώς για να τους διασκεδάζω; Είμαι συγγραφέας και εκμεταλλεύομαι τα πάντα μέχρι τέλους». Όντως δεν κατάλαβαν ότι η διαβόητη κοσμική ζωή του Τρούμαν Καπότε ήταν απλώς η άλλη πλευρά μιας παράξενης εσωστρέφειας –ενίοτε και βαθιάς μισανθρωπίας– ενός ευαίσθητου παιδιού από τη Λουιζιάνα που μεγάλωσε διαβάζοντας μανιωδώς τους μεγάλους κλασικούς. Το είχε άλλωστε πει ότι η γαλλική λογοτεχνία και ο Προυστ «δεν είναι παρά ένα τεράστιο κουτσομπολιό» για να δικαιολογήσει την παράξενη σύνδεση που έκανε ανάμεσα στο βαθυστόχαστο και στο πηγαίο αλλά και την έμφυτη περιέργεια που είχε για το καθετί. Παρ’ ότι δεν υπήρξε καλός μαθητής γιατί ποτέ δεν άντεξε το ασφυχτικό περιβάλλον του σχολείου, ανέκαθεν σκαρφιζόταν ιστορίες και βουτούσε στο νωπό περιβάλλον του Νότου, το στοιχειωμένο από υποβλητικές προφορικές αφηγήσεις, απ’ όπου αντλούσε το πρωτογενές υλικό του. Καθόταν στο δωμάτιο και το σύμπαν του μυαλού στραφτάλιζε, γεννούσε ιστορίες για ανθρώπους ατελείς ή υπεράνθρωπους, ιστορίες βουβές και πένθιμες τις οποίες διαπερνούσε μια έντονη, πανηγυρτζίδικη μπάντα, μέχρι που ένα εσωτερικό σήμαντρο σταματούσε τον θόρυβο. Μια εσωτερική φωνή που του υπαγόρευε επίσης περιγραφές γεμάτες από ένα αδιευκρίνιστο πένθος, σφραγισμένες ανεξίτηλα από τα ανεπούλωτα τραύματα που τον βασάνιζαν μέχρι το τέλος της ζωής του. Ούτε η πιο διάσημη ηρωίδα του, η Χόλι Γκολάιτλι, ξέφυγε από αυτήν τη μοίρα: αν και της χάρισε κάποια ευχάριστα διαλείμματα και λαμπερές επισκέψεις στο «Τίφανις», «εκεί όπου δεν είναι δυνατόν να συμβεί τίποτα κακό», στο τέλος την παρέδωσε στην ασφυχτική της μοίρα. Ήταν και αυτή μια εκδιδόμενη πόρνη σαν την πλειονότητα των κεντρικών χαρακτήρων του, καταδικασμένη, όπως ο ίδιος, να αλλάζει ρόλους για να κρύψει την πιο ευάλωτη και τρωτή πτυχή του.



Γι’ αυτό, παρ’ ότι πολλοί συγγραφείς έχουν παραμείνει στη συλλογική μνήμη και θεωρούνται σπουδαίοι, όπως ο Έρνεστ Χέμινγουεϊ ή ο Νορμαν Μέιλερ, λίγοι είναι τόσο αδιανόητα μοντέρνοι και ολοζώντανοι στις περιγραφές του όσο αυτός. Ίσως γιατί η μέριμνά του ήταν να μιλήσει για όσα γοητεύουν ή βασανίζουν βαθιά τον άνθρωπο ανεξάρτητα από την κοινωνική τάξη στην οποία ανήκει: την οικογένεια, την καταξίωση, την αποπλάνηση, το σεξ, τον διασυρμό. Και τον Τρούμαν Καπότε τον απασχολούσαν όλα αυτά σε διαφορετικές δόσεις και σε διαφορετικές φάσεις της ζωής του. Αλλά ήξερε ότι τίποτα δεν γίνεται χωρίς τη μαγεία: «Ένα έργο τέχνης είναι ένα έργο μυστηρίου, ακραίας μαγείας. Οτιδήποτε άλλο είναι είτε αριθμητική είτε βιολογία» είχε πει. Στα έργα του δεν σε μαγεύουν μονάχα οι λέξεις –ένα κράμα εξεζητημένης σύνταξης μαζί με αργκό, παράδοξους νεολογισμούς, μπαρόκ εκφράσεις και αδιανόητη γλωσσική μαεστρία– αλλά η σκηνοθεσία, αυτή η ικανότητα να γοητεύει και να κατακτά ακόμα και τον πιο αδιάφορο ακροατή ή αναγνώστη. Παντού επίσης στις σελίδες του υπάρχουν διάχυτοι οι προσωποποιημένοι συμβολισμοί, απόδειξη ότι η καλή λογοτεχνία δεν υφίσταται ή, μάλλον, πείθει αν δεν έχει ψυχή και αν δεν είναι σε μεγάλο βαθμό βιωματική. Ο Τζόελ, το μικρό αγόρι που αναζητά απεγνωσμένα τον πατέρα του στο «Άλλες φωνές, άλλοι τόποι», βρίσκει το φασματικό υποκατάστατό του στον μουγγό γέρο με τον οποίο επικοινωνεί πετώντας κόκκινα μικρά μπαλάκια στις σκάλες – γιατί τα πάντα, συναισθήματα, χρώματα και προκαταλήψεις, μετράνε στις ιστορίες του. Ουσιαστικά, ο Τζόελ είναι το αντεστραμμένο είδωλο του νεαρού ήρωα στο «Όταν οι προσευχές εισακούονται»: ένα είδος αρσενικής πόρνης, ένας τυχοδιώκτης νέος που αλλάζει ρόλους και εξαπατά. Επομένως, η πτώση είναι αναπόφευκτη. Όπως γράφει ο και ο Θάνος Σταθόπουλος στην κριτική του «Ο μικρός Τζόελ Χάρισον Νοξ και ο νεαρός Π. Μπ. Τζόουνς, οι δύο όψεις, εν τέλει, της περσόνας του Τρούμαν Καπότε, με άλλους όρους ο καθένας, θα ακολουθήσουν τη λάμψη τους, πέφτοντας σαν μακρινά αστέρια από έναν ολοφώτεινο, πλην αφιλόξενο ουρανό».
Έρωτες δίχως αύριο



Τίνα Μανδηλαρά