Tο 1840 μόλις 1.205 μαθητές θα φτάσουν στο Γυμνάσιο και από αυτούς 159 θα γίνουν φοιτητές Πανεπιστημίου. Αντίστοιχα το 1920, 75.000 μαθητές φοιτούσαν στα Γυμνάσια, από αυτούς μόνο 5.500 αποφοίτησαν και 2.500 συνέχισαν στο Πανεπιστήμιο (οι αριθμοί κατά προσέγγιση) – Πότε έγιναν οι πρώτες εξετάσεις.

Μέρες ΔΕΘ, διαχρονικά μέρες εξαγγελιών στις οποίες κυριαρχεί η οικονομία και οι υποσχέσεις «χρυσών κουταλιών». Στις πίσω σελίδες υπάρχουν και θεσμικές εξαγγελίες, με έμφαση στην παιδεία, και βαρύγδουπες διατυπώσεις για τη σύνδεσή της με τη «νέα εποχή». Και επειδή αυτά συνήθως δεν φέρνουν ψήφους, καταλήγουν στο σήμερα, ανάλογα με το ακροατήριο που στοχεύει το κάθε κόμμα.

Στη ΔΕΘ που άνοιξε τις πύλες της δεν ξεφύγαμε από την πεπατημένη. Υποσχέσεις για μια εκπαίδευση – τεχνολογικό παράδεισο, καμάρι (από Ν.Δ.) και μισόλογα (από ΕΛΑΣ) για τα Ιδιωτικά «Πανεπιστημια» και κατάληξη στην κορυφή του παγόβουνου που δεν είναι άλλο από τις Πανελλαδικές εξετάσεις. Η κατάργησή τους πάλι ήρθε στο προσκήνιο για πολλοστή φορά ως υπόσχεση, είμαστε νιοί και γεράσαμε…

Ας ξεκαθαρίσουμε από την αρχή πως η επικέντρωση της συζήτησης για την παιδεία στη μορφή των εισαγωγικών εξετάσεων στα ΑΕΙ είναι ηθελημένα αποπροσανατολιστική, το πρόβλημα είναι γενικότερο. Και σε αυτήν την περίπτωση, η ιστορική αναδρομή είναι πολύτιμη. Από την ίδρυση του πρώτου ελληνικού πανεπιστημίου (1838) ως τις μέρες μας η διαδικασία εισαγωγής αντανακλούσε τις κοινωνικές και πολιτικές διαδικασίες. Ας το δούμε αναλυτικά:

Πανεπιστήμιο για λίγους…

Την περίοδο 1837 – 1838 ιδρύεται το πρώτο ελληνικό πανεπιστήμιο με το όνομα «Πανεπιστήμιον του Όθωνος» ή «Οθώνειον Πανεπιστήμιον». Περιελάμβανε Θεολογική, Νομική, Ιατρική και Φιλοσοφική. Στη Φιλοσοφική διδάσκονταν και θετικές επιστήμες, λειτουργούσε ως ένα είδος μεγάλης σχολής «γενικών επιστημών και εγκυκλίου παιδείας».

Το Πανεπιστήμιο κατά τον πρώτο χρόνο λειτουργίας είχε 33 καθηγητές, 52 εγγεγραμμένους φοιτητές και 75 μη εγγεγραμμένους ακροατές. Αυτό το στοιχείο μας βοηθά να καταλάβουμε την απουσία εισαγωγικών εξετάσεων μέχρι τις αρχές του 20ού αιώνα, με 52 φοιτητές δεν είχε κανένα λόγο να οργανώσει κάτι που να μοιάζει με σημερινές Πανελλαδικές.

Μην βιαστεί κάποιος/α να θεωρήσει πως την περίοδο αυτή υπήρχε «ελεύθερη εισαγωγή στα ΑΕΙ»! Οι υποψήφιοι ήταν ελάχιστοι και οι λίγες θέσεις επαρκούσαν. Το Γυμνάσιο έπρεπε να είχε ήδη πιστοποιήσει πως ο μαθητής διέθετε το επίπεδο γνώσεων που απαιτούνταν, άρα το απολυτήριό του λειτουργούσε ως βασικό μορφωτικό και – κυρίως – ταξικό φίλτρο.

Τον 19ο αιώνα η ανώτατη εκπαίδευση αφορούσε ένα πολύ μικρό τμήμα της κοινωνίας, οι περισσότεροι νέοι δεν τελείωναν καν ή δεν συνέχιζαν μετά το σχολείο. Για να φτάσει ένα παιδί από μια ελληνική οικογένεια μέχρι το Πανεπιστήμιο έπρεπε καταρχάς να έχει πρόσβαση σε Δημοτικό σχολείο, να συνεχίσει στο Γυμνάσιο, να μπορεί η οικογένεια να υποστηρίξει οικονομικά τη φοίτηση, να έχει τη δυνατότητα να μετακινηθεί στην Αθήνα, αν ερχόταν από άλλη περιοχή. Κι όλα αυτά τα πρακτικά εμπόδια συμπλήρωναν τη διαδεδομένη υποτίμηση της γνώσης και – φυσικά – το γεγονός πως η συζήτηση αυτή δεν αφορούσε τις γυναίκες!

Να το πούμε με νούμερα: Το 1840 μόλις 1.205 μαθητές θα φτάσουν στο Γυμνάσιο και από αυτούς 159 θα γίνουν φοιτητές Πανεπιστημίου. Αντίστοιχα το 1920, 75.000 μαθητές φοιτούσαν στα Γυμνάσια, από αυτούς μόνο 5.500 αποφοίτησαν και 2.500 συνέχισαν στο Πανεπιστήμιο (οι αριθμοί κατά προσέγγιση).

1924: Οι πρώτες εξετάσεις

Το 1922 είναι η τελευταία χρονιά της «ελεύθερης πρόσβασης». Ο πληθυσμός έχει αυξηθεί, η ζήτηση για εκπαίδευση έχει μεγαλώσει και διεκδικείται πια και από τις γυναίκες, ωστόσο η αριθμητική αναλογία νέων – μαθητών – φοιτητών παραμένει: Από τις 88.250 μαθητές Γυμνασίων μόλις 9.799 θα γίνουν φοιτητές. Μετά τις μεγάλες κοινωνικές και δημογραφικές αλλαγές των αρχών του 20ού αιώνα και την άφιξη των προσφύγων το 1922 οι θέσεις στο Πανεπιστήμιο δεν επαρκούν να καλύψουν αυτή τη ζήτηση. Ταυτόχρονα το πτυχίο γίνεται όλο και περισσότερο ένας δρόμος προς το Δημόσιο, τα ελεύθερα επαγγέλματα, την κοινωνική άνοδο, την επαγγελματική ασφάλεια.

Τα δεδομένα αυτά καθιστούν αναπότρεπτη τη θέσπιση συστήματος επιλογής. Ο Ν. 2905/1922 ψηφίστηκε τις ταραγμένες ημέρες μετά τη Μικρασιατική Εκστρατεία και πριν από την επανάσταση του 1922, η εφαρμογή του όμως συνέπεσε με αυτήν και με την κυβέρνηση του Αλέξανδρου Παπαναστασίου, το 1924. Έδωσε στο Πανεπιστήμιο τη δυνατότητα να οργανώσει εισαγωγικές εξετάσεις· οι πρώτες εφαρμόστηκαν στη Φυσικομαθηματική το 1924 και γενικεύθηκαν μετά το 1928.

Ο υποψήφιος συμμετείχε στις εξετάσεις και μπορούσε να διεκδικήσει θέση σε πολλές Σχολές, εφόσον οι ημερομηνίες δεν συνέπιπταν. Αν πετύχαινε σε περισσότερες από μία, έπρεπε να επιλέξει. Στη νομοθετική διατύπωση, οι εξετάσεις περιγράφονται ως «δοκιμασία της επάρκειας», δεν υπήρχε «βάση εισαγωγής». Έτσι, κατά την πρώτη περίοδο των εισαγωγικών εξετάσεων δεν υπήρχε numerus clausus, δηλαδή προκαθορισμένος αριθμός εισακτέων.

Η αλλαγή έρχεται το 1930. Με τον Ν. 4620/1930 καθιερώνεται ο κλειστός αριθμός εισακτέων και πλέον το σύστημα αρχίζει να μοιάζει περισσότερο με αυτό που γνωρίζουμε σήμερα. Ο αριθμός καθοριζόταν από το Υπουργείο, μετά από γνωμοδότηση της Συγκλήτου Αρχικά ο περιορισμός εφαρμόστηκε σε Νομική, Ιατρική και Οδοντιατρική (σχολές υψηλής ζήτησης) και σταδιακά επεκτάθηκε και στις υπόλοιπες σχολές.

Η μεγάλη τομή του 1964

Το σύστημα των εξετάσεων ανά σχολή/ίδρυμα διαρκεί ουσιαστικά από το 1924 έως το 1963. Το 1964 γίνεται η μεγάλη τομή και περνάμε στις κεντρικά οργανωμένες πανελλαδικές/εισιτήριες εξετάσεις. Η προηγούμενη κατάσταση είχε πλέον γίνει πολύ δύσκολα διαχειρίσιμη καθώς τόσο οι ο αριθμός των υποψηφίων όσο και των σχολών μεγάλωνε. Αυτό γεννούσε την ανάγκη κεντρικού μηχανισμού.

Η αλλαγή γίνεται από την κυβέρνηση της Ένωσης Κέντρου, με πρωθυπουργό και ταυτόχρονα υπουργό Παιδείας τον Γεώργιο Παπανδρέου, υφυπουργό τον Λουκή Ακρίτα και γενικό γραμματέα τον Ευάγγελο Παπανούτσο.

Ακρίτας και Παπανούτσος προώθησαν άμεσα την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση με πυρήνα τη δωρεάν παιδεία, καθοριστικό στοιχείο εκδημοκρατισμού. Με το Β.Δ. 378/1964 θεσπίζονται οι πρώτες κεντρικά οργανωμένες Εισιτήριες εξετάσεις που πραγματοποιήθηκαν τον Σεπτέμβριο του 1964.

Λουκής Ακρίτας

Το 1964–1965 γίνεται μια προσπάθεια σύνδεσης του απολυτηρίου του σχολείου με την πρόσβαση στην ανώτατη εκπαίδευση, με το Ακαδημαϊκό Απολυτήριο. Το σύστημα του 1965–1966 ήταν ιδιαίτερα απαιτητικό ως προς την έκταση της εξεταστέας ύλης. Εξετάζονταν 10 κύρια μαθήματα, με ύλη που κάλυπτε τις έξι τάξεις του Γυμνασίου.

Το Ακαδημαϊκό Απολυτήριο δεν μακροημέρευσε καθώς ο τεράστιος όγκος της ύλης λειτουργούσε αποτρεπτικά για τους μαθητές. Από το 1967 περνάμε στις Γενικές Εισιτήριες Εξετάσεις που θα εφαρμοστούν για περίπου 13 χρόνια. Οι μαθητές εξετάζονταν σε συγκεκριμένα μαθήματα που συνδέονταν με τους λεγόμενους «κύκλους σχολών». Στο σύστημα εντάχθηκαν και οι τότε ανώτερες σχολές/ΚΑΤΕΕ.

Κοινωνικές αιτίες της μεταρρύθμισης του 1964

Η μεταρρύθμιση του 1964 ήταν πολύ ευρύτερη από τις εισαγωγικές εξετάσεις. Θεσπίστηκε η δωρεάν παιδεία, η εννιάχρονη υποχρεωτική εκπαίδευση, η διεύρυνση της πρόσβασης στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση και σημαντικές αλλαγές στη γλώσσα και στο πρόγραμμα σπουδών.

Επρόκειτο για τη σημαντικότερη μεταρρύθμιση στην ιστορία της ελληνικής εκπαίδευσης, με κριτήριο την κοινωνική επίδραση. Είναι επιφανειακή η άποψη πως καθιέρωσε τις κεντρικές εξετάσεις απλώς επειδή «είχαν αυξηθεί οι υποψήφιοι». Η λογική των Ακρίτα και Παπανούτσου ήταν να δημιουργηθεί ένα ενιαίο, κεντρικό και όσο το δυνατόν «αδιάβλητο» σύστημα, όπως αναφέρει και η ιστορική έκδοση του Εθνικού Οργανισμού Εξετάσεων για τις πρώτες εξετάσεις του 1964.

Ευάγγελος Παπανούτσος

Αυτό σήμαινε πως έπρεπε να αντιμετωπιστούν ζητήματα όπως της ισότητας των υποψηφίων ώστε όλοι να εξετάζονται με τους ίδιους κανόνες. Θεωρούσαν επίσης ότι ένα σύστημα όπου η επιλογή γινόταν σε επίπεδο μεμονωμένης σχολής μπορούσε να είναι περισσότερο ευάλωτο σε προσωπικές παρεμβάσεις, γνωριμίες και πελατειακές σχέσεις. Όλα αυτά συνδέονταν φυσικά με τη αύξηση του αριθμού των υποψηφίων, που το 1964 ξεπερνούσαν τους 28.000. Η πολυπλοκότητα ήταν τόσο μεγάλη ώστε στις πρώτες εξετάσεις του 1964 η διαδικασία χρειάστηκε περίπου τρεις μήνες για να ολοκληρωθεί.

Όσο περισσότερο εκδημοκρατίζεται η πρόσβαση στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, τόσο μεγαλύτερη ανάγκη δημιουργείται για έναν ανταγωνιστικό μηχανισμό επιλογής στην ανώτατη εκπαίδευση. Η μεταρρύθμιση του 1964 ξεκίνησε με σχετικά υψηλή πιθανότητα εισαγωγής, αλλά μέσα σε λίγα χρόνια η μαζικοποίηση της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης έκανε τον ανταγωνισμό πολύ εντονότερο.

Το 1964 οι αιτήσεις ξεπερνούσαν τις 40.000, επειδή οι υποψήφιοι μπορούσαν να δηλώσουν μέχρι δύο ομάδες σχολών. Το ποσοστό επιτυχίας ήταν περίπου 45%. Αυτό είναι πολύ σημαντικό, το πρώτο πανελλαδικό σύστημα του 1964 δεν ήταν ακόμη τόσο «κλειστό» όσο θα γίνει αργότερα. Από το 1964 έως το 1970, όμως, οι υποψήφιοι σχεδόν διπλασιάστηκαν, φτάνοντας τους 54.020, και το ποσοστό επιτυχίας έπεσε στο 26%. Το 1979, την τελευταία χρονιά του συστήματος των Γενικών Εισιτηρίων πριν από τις Πανελλήνιες του 1980, έχουμε 91.580 υποψηφίους και μόλις 24.697 εισακτέους, με ποσοστό επιτυχίας 26,97%.

Οι Πανελλήνιες Εξετάσεις

Το 1980 αλλάζει η ονομασία, οι Γενικές μετονομάζονται σε Πανελλήνιες εξετάσεις και συνδέονται πλέον με τις δύο τελευταίες τάξεις του Λυκείου. Το σύστημα αυτό διαρκεί μόλις τρία χρόνια γιατί το 1983 έρχονται οι «Δέσμες», με τον Ν. 1351/1983. Οι υποψήφιοι χωρίζονται σε τέσσερις Δέσμες, ανάλογα με τον προσανατολισμό τους. Η Δέσμη καθόριζε σε μεγάλο βαθμό ποιες σχολές μπορούσες να διεκδικήσεις και η ακριβής αντιστοίχιση μαθημάτων και σχολών άλλαξε αρκετές φορές μέσα στα 17 χρόνια εφαρμογής του συστήματος.

Το 2000 έχουμε νέα αλλαγή, το σύστημα των Δεσμών καταργείται και περνάμε στις Πανελλαδικές Εξετάσεις του Ενιαίου Λυκείου. Η αλλαγή συνδέεται με τον Ν. 2525/1997 και με τον Ν. 2909/2001. Με τον Ν. 4327/2015 δημιουργείται το νέο εξεταστικό σύστημα που εφαρμόζεται από το 2016. Ο μαθητής επιλέγει «Ομάδα Προσανατολισμού» με συγκεκριμένα εξεταζόμενα μαθήματα.

Μια καθοριστική καινοτομία, ενδεικτική των προθέσεων της κυβέρνησης, αποτέλεσε η Ελάχιστη Βάση Εισαγωγής (ΕΒΕ) που θεσπίστηκε με τον Ν. 4777/2021 από την κυβέρνηση της Ν.Δ. και εφαρμόστηκε για πρώτη φορά στις Πανελλαδικές του 2021. Πριν από την ΕΒΕ, υπήρχε η έννοια της βάσης του τελευταίου εισαχθέντα. Δεν υπήρχε όμως ένα προκαθορισμένο ελάχιστο όριο τύπου ΕΒΕ που να αποκλείει υποψηφίους πριν από την κατανομή. Με την ΕΒΕ μεγάλος αριθμός υποψηφίων αποκλειόταν αν και υπήρχαν διαθέσιμες θέσεις σε σχολές, γεγονός με ευρύτερες αρνητικές συνέπειες.

Και τώρα… κατάργηση;

Η αναλυτική αυτή αναδρομή επιβεβαιώνει πως το εξεταστικό σύστημα καθορίζεται διαχρονικά με πολιτικές αποφάσεις που διαμορφώνονται ως συνισταμένη των κοινωνικών συνθηκών και των πολιτικών επιδιώξεων. Η ΕΒΕ αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα, δεν είναι φυσικά τυχαία η επιλογή της: συνδυάστηκε με την διαδικασία υποβάθμισης της Δημόσιας εκπάιδευσης, την καταστρατήγηση του Συντάγματος και τη νομιμοποίηση Ιδιωτικών «Πανεπιστημίων», με πολλά εισαγωγικά η λέξη.

Σε αυτό το πλαίσιο επανέρχεται ως «βαρυσήμαντη» εξαγγελία η «κατάργηση των Πανελλαδικών». Το έχει διακηρύξει η κυβέρνηση, το διακήρυξε πρόσφατα και ο Α. Τσίπρας επαναλαμβάνοντας ουσιαστικά τις θέσεις του πρώην υπουργού Κ. Γαβρόγλου. Οι διακηρύξεις αυτές θυμίζουν τα συμβόλαια στα οποία πρέπει οπωσδήποτε να διαβάζει ο αγοραστής τα «ψιλά γράμματα» καθώς ο διάβολος κρύβεται στις λεπτομέρειες.

Στο νέο σύστημα που η κυβέρνηση σχεδιάζει να εφαρμοστεί από το 2028 «καταργούνται οι Πανελλαδικές» και η εισαγωγή θα γίνεται με βάση τον βαθμό του «Εθνικού Απολυτηρίου» ο οποίος θα προκύπτει από περιφερειακές εξετάσεις σε όλες τις τάξεις του Λυκείου! Αυτό βαφτίζεται… «κατάργηση»! Δεν έχει ψηφιστεί ακόμη το νέο σύστημα καθώς έχει ξεκινήσει «εθνικός διάλογος», η γνωστή αυτή φαρσοκωμωδία.

Η πρόταση του Α. Τσίπρα έχει πολλά σκοτεινά σημεία. Αν στηριχθούμε στις θέσεις του Κ. Γαβρόγλου η «κατάργηση» θα αφορά μόνο τις σχολές χαμηλής ζήτησης και θα συνοδεύεται κι από κατάργηση της ΕΒΕ. Θετικά και τα δύο, σε καμιά περίπτωση όμως δεν συνιστούν «κατάργηση Πανελλαδικών» και είναι εκτός ηθικής – πολύ περισσότερο αριστερής – η καταχρηστική αυτή εξαγγελία που παίζει με την αγωνία χιλιάδων νέων. Πάνω από όλα, συνεχίζει να αντιμετωπίζει τις εξετάσεις ως αυτόνομη διαδικασία, αποκομμένη από το συνολικό πρόβλημα της Παιδείας.

Ζητείται ειλικρίνεια λοιπόν: όποιος μιλά για «κατάργηση των Πανελλαδικών» οφείλει να ξεκαθαρίζει πως στην πραγματικότητα μιλά για αλλαγή του εξεταστικού συστήματος και όχι για ελεύθερη πρόσβαση στα ΑΕΙ! Δεν υπάρχει καμία περίπτωση να μην υπάρχουν διαδικασίες επιλογής, το ερώτημα είναι ποιές θα είναι αυτές, πόσο αδιάβλητες και ισότιμες θα είναι. Οφείλει επίσης να περιγράψει με κάθε λεπτομέρεια το σύστημα που θα αντικαταστήσει τις Πανελλαδικές ώστε να κριθεί.

Το θέμα λοιπόν είναι η Παιδεία

Ας ξεκινήσουν λοιπόν όλοι από την αρχή: Εξετάσεις θα υπάρχουν, το ερώτημα είναι το γενικό πλαίσιο που θα ενταχθούν και όχι η μορφή τους. Άρα, με βάση και την εμπειρία της μεταρρύθμισης του 1964, οι εξετάσεις θα πρέπει να εντάσσονται στη γενικότερη φιλοσοφία και όχι το αντίστροφο. Αφετηρία οφείλει να είναι η αναμφισβήτητη αλήθεια πως στην εποχή μας η γνώση γίνεται άμεσα παραγωγική δύναμη, κατά συνέπεια η παροχή της στο σύνολο της κοινωνίας αποτελεί προυπόθεση ισότιμης επαγγελματικής και κοινωνικής ένταξης και όρο για την ύπαρξη συνοχής σε μια δημοκρατική κοινωνία. Οποιοσδήποτε αποκλεισμός από την εκπαίδευση εντείνει, σε βαθμό αγεφύρωτου χάσματος, τις κοινωνικές ανισότητες.

Αυτό, πριν από όλα, σημαίνει αναβάθμιση του δημόσιου σχολείου, από την πρώτη κιόλας βαθμίδα, με κάλυψη των υλικών και των σύγχρονων εκπαιδευτικών αναγκών. Σημαίνει νέες μορφές διδασκαλίας και σύγχρονα παιδαγωγικά«εργαλεία». Σημαίνει ένταξη σε αυτή τη διαδικασία του συνόλου των παιδιών, ειδικά στη σύγχρονη πολυπολιτισμική κοινωνία που διαμορφώνεται. Σημαίνει σπάσιμο της εξατομικευμένης διαδικασίας μάθησης και αξιολόγησης με έμφαση στην ομαδική εργασία και αξιολόγηση, περιορισμό του υπερβολικού όγκου της ύλης και της περιττής αποστήθισης με παράλληλη ενθάρρυνση ανάπτυξης των ταλέντων του μαθητή, συνεχή επιμόρφωση των εκπαιδευτικών ειδικά στο θέμα της σύνδεσης με τις καταιγιστικές τεχνολογικές εξελίξεις.

Σημαίνει προπάντων καθορισμός από το κράτος, σε βάθος χρόνου, των αναγκών της κοινωνίας σε επιστημονικό δυναμικό και καθορισμός του αριθμού εισαγωγής των νέων στα αντίστοιχα ΑΕΙ, στοιχείο που πρέπει να γνωρίζουν όλες οι πλευρές της κοινωνίας ώστε να υπάρχει προγραμματισμός. Καμία ειδικότητα δεν είναι περιττή και κάθε νέος και νέα δικαιούται μορφωτικές ευκαιρίες.

Τα προφανή…ποιος θα τα κάνει;

Αναγκαστικά θα επαναλάβουμε τα τετριμμένα: η αλλαγή στην Παιδεία, πέρα από δημαγωγικές κορώνες περί «κατάργησης των Πανελλαδικών», δεν μπορεί παρά να είναι τμήμα μιας συνολικότερης πολιτικής αλλαγής. Αυτή η αλλαγή δεν θα έρθει από «Μεσσίες», αν τα επιμέρους στοιχεία της δεν κατανοηθούν ως αναγκαία από την κοινωνία και δεν αποτελέσουν στόχους διεκδίκησης.

Αν γυρίσουμε πάλι στο παρελθόν θα διαπιστώσουμε πως τα θετικά στοιχεία των εκπαιδευτικών μεταρρυθμίσεων που μακροημέρευσαν ήταν αυτά που αναγκάστηκαν να ενσωματώσουν οι κυβερνήσεις κάτω από την κοινωνική πίεση. Ιδού λοιπόν πεδίο δόξης λαμπρό για την εκπαιδευτική κοινότητα, τους επιστημονικούς και συνδικαλιστικούς της φορείς να αναδείξουν τα αιτήματα αυτά, ιδού πεδίο δόξης λαμπρό για τις προοδευτικές πολιτικές δυνάμεις να τα ενοποιήσουν και να τα εντάξουν, ως βασική πλευρά, στο αναγκαίο μεταβατικό τους πρόγραμμα.

Η «λυδία λίθος» για την ειλικρίνεια και βέβαια για την αποτελεσματικότητα κάθε τέτοιας προσπάθειας δεν μπορεί παρά να είναι η διασφάλιση των ίσων ευκαιριών για κάθε νέο και νέα, η άμβλυνση στον μέγιστο βαθμό του ταξικού παράγοντα στη διασφάλιση της κοινής αφετηρίας στην διεκδίκηση μιας θέσης σττα ΑΕΙ. Στη διεκδίκηση μιας θέσης στα ΑΕΙ στο πλαίσιο εξετάσεων κατάταξης, χωρίς απόρριψη. Πρωτο βήμα για αυτό, η ρητή δήλωση σεβασμού στο άρθρο 16 του Συντάγματος των Ελλήνων, άρα η κατάργηση των Ιδιωτικών Πανεπιστημίων. Ιδού η Ρόδος, αγαπητές «προοδευτικές δυνάμεις»…

(Ο Σπύρος Αλεξίου είναι ιστορικός και συγγραφέας)

.dnews.gr