Aπέχουμε μόλις πέντε εβδομάδες από την έναρξη της περιόδου διάθεσης του πετρελαίου θέρμανσης – το οποίο στη Βόρεια Ελλάδα θα χρειαστεί σε ορισμένες περιοχές ακόμη και μέσα στον μήνα – και οι σημερινές προβολές είναι κάθε άλλο παρά καθησυχαστικές.
Πετρέλαιο θέρμανσης, φυσικό αέριο και ρεύμα απειλούν να εκτοξεύσουν το κόστος για τα νοικοκυριά το χειμώνα που έρχεται. Το πακέτο της ΔΕΘ ανακοινώθηκε, η αξιολόγηση των μέτρων συνεχίζεται και τα δεδομένα δείχνουν πλέον ότι τα νοικοκυριά θα έχουν να αντιμετωπίσουν έναν δύσκολο χειμώνα.
Απέχουμε μόλις πέντε εβδομάδες από την έναρξη της περιόδου διάθεσης του πετρελαίου θέρμανσης – το οποίο στη Βόρεια Ελλάδα θα χρειαστεί σε ορισμένες περιοχές ακόμη και μέσα στον μήνα – και οι σημερινές προβολές είναι κάθε άλλο παρά καθησυχαστικές.
Η εξίσωση βγάζει μέση πανελλαδική τιμή για το πετρέλαιο θέρμανσης πάνω από 1,90 ευρώ το λίτρο, την ώρα που το Brent φλερτάρει και πάλι με τα 100 δολάρια το βαρέλι.
Το πετρέλαιο θέρμανσης ανοίγει την αγορά σε περίπου πέντε εβδομάδες. Στη Βόρεια Ελλάδα η ζήτηση μπορεί να ξεκινήσει νωρίτερα, ενώ οι τιμές πετρελαίου, φυσικού αερίου και ηλεκτρικής ενέργειας δείχνουν ότι το κόστος θέρμανσης μπορεί να κινηθεί πολύ υψηλότερα από τα περυσινά επίπεδα.
Ρεύμα: Πόσο θα πληρώνουμε την κιλοβατώρα το 2029- Πώς θα μειωθεί η τιμή κατά 70 ευρώ/MWh
Στα 16,6-17 λεπτά/kWh θέτει η κυβέρνηση τον πήχη για την τιμή της ηλεκτρικής ενέργειας που θα πληρώνουν οι οικιακοί καταναλωτές στο τέλος του 2029, χωρίς φόρους και ΦΠΑ. Για να επιτευχθεί ο στόχος, η μέση λιανική τιμή θα πρέπει να υποχωρήσει από τα 237,8 ευρώ/MWh, που αποτελούν τη βάση αναφοράς, στα περίπου 166,6-170 ευρώ/MWh, καλύπτοντας μέσα στην επόμενη τριετία μια απόσταση περίπου 70 ευρώ/MWh.
Το στοίχημα είναι μεγάλο, καθώς η κυβέρνηση καλείται να μετατρέψει σε πραγματική μείωση των λογαριασμών το όφελος από την περαιτέρω ανάπτυξη των ΑΠΕ, την είσοδο περισσότερων μονάδων αποθήκευσης, τις διασυνδέσεις των νησιών και τον περιορισμό του κόστους από τις ρευματοκλοπές. Η εξίσωση, ωστόσο, δεν έχει ακόμη αποτυπωθεί πλήρως σε αριθμούς, καθώς δεν έχει προσδιοριστεί πόσο αναμένεται να συνεισφέρει καθεμία από τις παρεμβάσεις στη συνολική αποκλιμάκωση της τιμής. Σύμφωνα με το κυβερνητικό σχέδιο, που παρουσιάστηκε από τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη στη ΔΕΘ και εξειδικεύτηκε χθες από τον υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας Σταύρο Παπασταύρου και τον υφυπουργό Νίκο Τσάφο, η επιδιωκόμενη μείωση κατά 30% θα στηριχθεί σε ένα πλέγμα διαρθρωτικών παρεμβάσεων και χρηματοδοτικών εργαλείων συνολικού ύψους άνω των 5 δισ. ευρώ.
Ως βάση για τον υπολογισμό χρησιμοποιείται η μέση λιανική τιμή ηλεκτρικής ενέργειας των 237,8 ευρώ/MWh, ή 23,78 λεπτών/kWh, σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat, χωρίς φόρους. Στην πράξη, για να επιτευχθεί ο στόχος του 2029 θα πρέπει από την τιμή αναφοράς να «φύγουν» περίπου 70 ευρώ/MWh. Το ΥΠΕΝ δεν έδωσε συγκεκριμένους συντελεστές βαρύτητας για καθεμία από τις παρεμβάσεις, ούτε ένα αναλυτικό μονοπάτι αποκλιμάκωσης της τιμής ανά έτος έως το 2029. Έδωσε, ωστόσο, συγκεκριμένους στόχους για ορισμένους από τους βασικούς παράγοντες που εκτιμά ότι θα συμπιέσουν το ενεργειακό κόστος. Κεντρικό ρόλο σε αυτή την προσπάθεια αναμένεται να έχουν οι ΑΠΕ και κυρίως η αποθήκευση. Η περαιτέρω διείσδυση της πράσινης παραγωγής συγκρατεί τη χονδρεμπορική τιμή τις ώρες υψηλής παραγωγής, αλλά το ζητούμενο είναι η φθηνή αυτή ενέργεια να μπορεί να μεταφέρεται στις ώρες υψηλής ζήτησης, όταν σήμερα μπαίνουν στο σύστημα ακριβότερες μονάδες φυσικού αερίου. Για τον λόγο αυτό το βάρος πέφτει στην ανάπτυξη των μπαταριών. Από περίπου 700 MW σήμερα, η ισχύς αποθήκευσης προβλέπεται να φτάσει στο 1 GW έως το τέλος του έτους, στα 3-4 GW το 2028 και στα 5-7 GW έως το 2030. Η αύξηση της αποθήκευσης εκτιμάται ότι θα περιορίσει τις απογευματινές αιχμές της χονδρεμπορικής αγοράς, αλλά και το κόστος υπηρεσιών που απαιτούνται για την ευστάθεια του συστήματος.
Πιο άμεσα μετρήσιμο είναι το όφελος από τις ηλεκτρικές διασυνδέσεις των νησιών. Το κόστος παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας με πετρέλαιο στα μη διασυνδεδεμένα νησιά υπολογίζεται σήμερα σε περίπου 1,2 δισ. ευρώ ετησίως και καλύπτεται μέσω των Υπηρεσιών Κοινής Ωφέλειας. Με την Κρήτη και τις Κυκλάδες να έχουν ήδη διασυνδεθεί και τα έργα για Δωδεκάνησα και Βόρειο Αιγαίο να ακολουθούν, δημιουργούνται περιθώρια περιορισμού αυτής της επιβάρυνσης. Από την 1η Ιανουαρίου 2027 προβλέπεται μείωση κατά 50% της σχετικής χρέωσης ΥΚΩ για τους οικιακούς καταναλωτές, από 6,9 σε 3,45 ευρώ/MWh. Σε επίπεδο λογαριασμού, ωστόσο, το άμεσο όφελος είναι περιορισμένο: για ένα νοικοκυριό με κατανάλωση 300 kWh τον μήνα αντιστοιχεί σε περίπου 1 ευρώ μηνιαίως.
Ένα ακόμη κόστος που επιδιώκεται να περιοριστεί είναι αυτό των ρευματοκλοπών, το οποίο υπολογίζεται σε περίπου 450 εκατ. ευρώ ετησίως και μετακυλίεται στους συνεπείς καταναλωτές. Στόχος είναι οι μη τεχνικές απώλειες να μειωθούν στο 3,5% το 2028, από περίπου 5% την περίοδο 2023-2024. Βασικό εργαλείο θα είναι η επιτάχυνση της εγκατάστασης έξυπνων μετρητών, με στόχο την πλήρη κάλυψη των παροχών έως το 2030. Παράλληλα, μέσω του νέου Κώδικα Προμήθειας επιχειρείται να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα των ληξιπρόθεσμων οφειλών, οι οποίες υπολογίζονται σε περίπου 3 δισ. ευρώ.
Το σχέδιο συμπληρώνεται από παρεμβάσεις που δεν μειώνουν κατ’ ανάγκη άμεσα την τιμή της κιλοβατώρας, αλλά μπορούν να περιορίσουν το συνολικό ποσό που πληρώνει ένα νοικοκυριό για ενέργεια. Περίπου 1,7 δισ. ευρώ προβλέπεται να κατευθυνθούν σε ενεργειακές αναβαθμίσεις κατοικιών, αντικατάσταση συστημάτων θέρμανσης με αντλίες θερμότητας και θερμοσιφώνων, καθώς και στην ενίσχυση του επιδόματος θέρμανσης. Παράλληλα προωθείται νέο πλαίσιο για την αυτοκατανάλωση, με δυνατότητα συνδυασμού μονάδων ΑΠΕ και συστημάτων αποθήκευσης από νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Στόχος είναι μεγαλύτερο μέρος της κατανάλωσης να καλύπτεται από ίδια παραγωγή και να περιορίζεται η έκθεση στις διακυμάνσεις της αγοράς.