Η δημόσια εμφάνιση των αξιωματούχων έμελλε να αποτελέσει μία από τις σημαντικότερες πτυχές αυτής της επιδίωξης. Στο πνεύμα αυτό, εκδόθηκαν διατάγματα που ρύθμιζαν την ενδυμασία, τη στάση του σώματος, την ομιλία αλλά και την περιποίηση
Οι πρώτες μεταρρυθμίσεις του Μεγάλου Πέτρου, όταν η πλήρης εξουσία περιήλθε στα χέρια του (1696), επικεντρώθηκαν στην ενίσχυση του στρατού και του ναυτικού. Γρήγορα όμως, η προσοχή του στράφηκε στην εσωτερική πολιτική και κοινωνική ζωή.
Μεταξύ άλλων, αναδιάρθρωσε το διοικητικό σύστημα, δημιούργησε νέους νομικούς κώδικες και επαναπροσδιόρισε την κοινωνική τάξη, ώστε η κοινωνική θέση να εξαρτάται από την κυβερνητική υπηρεσία και όχι από την ευγενή καταγωγή. Τη διετία 1697-1698, ο Ρώσος ηγεμόνας ταξίδεψε σε ευρωπαϊκές χώρες, όπου παρατήρησε την κοινωνία και μελέτησε την εθιμοτυπία της αυλής.
Με την επιστροφή του, αποφάσισε να αναμορφώσει τους θεσμούς και τη δημόσια συμπεριφορά των πολιτών. Βασικός στόχος του, σε αυτό το πλαίσιο, ήταν η δημιουργία μιας νέας τάξης αξιωματούχων οι οποίοι θα όφειλαν την πρόοδό τους στο κράτος.
Η δημόσια εμφάνισή τους έμελλε να αποτελέσει μία από τις σημαντικότερες πτυχές αυτής της επιδίωξης. Στο πνεύμα αυτό, εκδόθηκαν διατάγματα που ρύθμιζαν την ενδυμασία, τη στάση του σώματος, την ομιλία αλλά και την περιποίηση, καθώς το μέλλον του κράτους, κατά την άποψη του Πέτρου, εξαρτιώταν και από το εάν θα επιτυγχανόταν μεγαλύτερη ομοιομορφία με την Ευρώπη. Ειδικότερα, σε ό,τι αφορά την εμφάνιση, μια μεγάλη διαφορά ανάμεσα στις ευρωπαϊκές και τη ρωσική κοινωνία ήταν η γενειάδα.
Η Ορθόδοξη Εκκλησία υποστήριζε ότι αντανακλούσε τη θεϊκή εικόνα, και επομένως δεν έπρεπε να αλλοιώνεται. Για τη ρωσική κοινωνία, επομένως, η αφαίρεση της γενειάδας σήμαινε την εγκατάλειψη του ηθικού και θρησκευτικού καθήκοντος.
Έτσι, όταν στις 5 Σεπτεμβρίου 1698 επιβλήθηκε φόρος στη γενειάδα –ώστε η εικόνα της ρωσικής κοινωνίας να αποπνέει έναν αέρα περισσότερο ευρωπαϊκό– δημιουργήθηκε μεγάλο πρόβλημα. Κάθε άνδρας που επιθυμούσε να την κρατήσει έπρεπε να πληρώσει. Ο φόρος ήταν κλιμακούμενος ανάλογα με την τάξη: οι ευγενείς και οι έμποροι πλήρωναν ένα σημαντικό ποσό κάθε χρόνο, ενώ οι αστοί πλήρωναν μικρότερο ποσό – ενίοτε κάθε φορά που θα εισέρχονταν από τις πύλες στην πόλη. Οι τεχνίτες και οι στρατιώτες κατώτερου βαθμού, από την άλλη, συχνά κατέβαλλαν ένα ποσό εφάπαξ ετησίως προς αποφυγή του καθημερινού ελέγχου.
Οι μόνοι που, ως επί το πλείστον, εξαιρούνταν ήταν οι αγρότες της υπαίθρου και ο κλήρος. Σε πολλές περιπτώσεις, οι άνδρες που πλήρωναν τον φόρο λάμβαναν ένα μικρό σύμβολο από χαλκό ή ορείχαλκο, σφραγισμένο με μια εικόνα γενειάδας και τις λέξεις «φόρος πληρωμένος». Χωρίς αυτό, κινδύνευαν να ξυριστούν βίαια από φρουρούς.
Για να ενθαρρύνει μάλιστα την υπακοή στην εντολή του, ο Πέτρος ανέλαβε προσωπικά το ξύρισμα αρκετών μελών της αυλής του, κάλεσε ξένους κουρείς στην πρωτεύουσα και δήλωσε ότι κανένας άνδρας δεν μπορούσε να υπηρετήσει το κράτος χωρίς να υιοθετήσει τα νέα πρότυπα. Μεταξύ των στρατιωτών και των διοικητικών στελεχών, δε, η τήρηση του κανόνα καθόριζε και την πορεία της σταδιοδρομίας τους. Με άλλα λόγια, η εμφάνιση καθόριζε την επιλεξιμότητα για ανέλιξη στην αυτοκρατορική γραφειοκρατία. Σε ό,τι αφορά τους απλούς πολίτες, σε πόλεις όπου το εξωτερικό εμπόριο είχε επηρεάσει από καιρό την ενδυμασία, η μετάβαση υπήρξε εύκολη· αλλού ωστόσο –σε περιοχές της βόρειας Ρωσίας, για παράδειγμα– παρατηρήθηκαν σημάδια αντίστασης.
Η δυσαρέσκεια ανάμεσα στους απλούς πολίτες υπήρξε έντονη, όπως φαίνεται από ημερολόγια και επιστολές της εποχής, καθώς και μέσα από σατυρικά ποιήματα που κυκλοφορούσαν. Στις δεκαετίες που ακολούθησαν, οι Ρώσοι ηγεμόνες βασίστηκαν στο παράδειγμα του Μεγάλου Πέτρου˙ συνέχισαν να θεσπίζουν νόμους για την ενδυμασία και τη γλώσσα, ενισχύοντας το δικαίωμα του κράτους να ρυθμίζει τη συμπεριφορά. Ο ίδιος ο φόρος γενειάδας εξασθένησε μεν μετά τον θάνατο του Πέτρου το 1725, η ύπαρξή της, όμως, δεν είχε ποτέ ξανά το ίδιο ηθικό ή πολιτικό βάρος.