Σύμφωνα με αυτόπτες μάρτυρες και τον συνήγορό της, η Κρίστα Πάικ συνέχιζε να αναπνέει βγάζοντας έναν ήχο σαν ρόγχο αφού της έγινε η πρώτη ένεση με το θανατηφόρο διάλυμα
Δύο δόσεις θανατηφόρου φαρμάκου χορηγήθηκαν τελικά στην 50χρονη Κρίστα Πάικ, στο Τενεσί των ΗΠΑ, μετά την αναστολή της εκτέλεσής της χθες προκειμένου να επενεξεταστούν τα επιχειρήματα των δύο πλευρών για την υπόθεση. Ωστόσο, η όλη διαδικασία αποδείχτηκε «μια άνευ προηγουμένου αποτυχία», όπως την χαρακτήρισε αμερικανός ειδικός σε θέματα θανατικής ποινής.
Σύμφωνα με αυτόπτες μάρτυρες και τον συνήγορό της, η γυναίκα συνέχιζε να αναπνέει βγάζοντας έναν ήχο σαν ρόγχο αφού της έγινε η ένεση με το θανατηφόρο διάλυμα. «Δεν εκτυλίχτηκε όπως προβλεπόταν», ανέφερε ο δημοσιογράφος Τζον Νορθ του WBIR, ο οποίος ήταν παρών. «Εξ όσων γνωρίζουμε, όταν φύγαμε από το κτίριο πιθανόν η Πάικ αν ήταν ακόμα εν ζωή», πρόσθεσε.
Η υπηρεσία σωφρονιστικών καταστημάτων επιβεβαίωσε σήμερα ότι η Πάικ επέζησε στην πρώτη προσπάθεια των Αρχών του Τενεσί να την εκτελέσουν, μετά το πράσινο φως που έδωσε το Ομοσπονδιακό Ανώτατο Δικαστήριο να ακυρωθεί η αναστολή του εφετείου. Ωστόσο, δεν έχει δοθεί ενημέρωση για την κατάστασή της ούτε από τους δικηγόρους ούτε από τις αρμόδιες Αρχές.
Όπως εξήγησε η Ρόμπιν Μάχερ, εκτελεστική διευθύντρια του Κέντρου Πληροφόρησης για τη Θανατική Ποινή, κανείς δεν έχει παραμείνει ζωντανός μετά τη χορήγηση των φαρμάκων που χρησιμοποιούνται σε τέτοιες εκτελέσεις.
Τενεσί: Ακουγόταν κάτι σαν ρόγχος πίσω από την κουρτίνα
Όπως αναφέρει το CNN, μάρτυρες που παρακολουθούσαν από ξεχωριστό δωμάτιο ανέφεραν ότι οι αρχές σήκωσαν τις κουρτίνες του θαλάμου εκτέλεσης στις 19:27 τοπική ώρα, αποκαλύπτοντας την Πάικ δεμένη σε ένα φορείο. Η Πάικ παρέμεινε ξύπνια και, σε κάποιο σημείο, σήκωσε το κεφάλι της και ρώτησε τους σωφρονιστικούς υπαλλήλους αν έπρεπε να νιώθει έτσι το χέρι της. Δεν ήταν σαφές σε τι αναφερόταν. Στις 20:26, δημοσιογράφοι ανέφεραν ότι είχε χορηγηθεί η δεύτερη δόση πεντοβαρβιτάλης.
Η 50χρονη συνέχισε να ακούγεται σαν να ροχαλίζει πίσω από τη κλειστή κουρτίνα μέχρι που το μικρόφωνο διακόπηκε στις 20:53. Τότε βγήκε ανακοίνωση για την απομάκρυνση μαρτύρων από τον χώρο. Η εκπρόσωπος του Τμήματος Σωφρονισμού του Τενεσί, Ντορίντα Κάρτερ, δήλωσε στους μάρτυρες από τα ΜΜΕ ότι δεν ήταν σε θέση να παράσχει αμέσως πληροφορίες σχετικά με το τι συνέβη.
Οι δικηγόροι της Πάικ κατέθεσαν αργά την Τετάρτη επείγουσα αίτηση στο Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ, ζητώντας την άμεση αναστολή και διακοπή της εκτέλεσης, υποστηρίζοντας ότι η πελάτισσά τους βρισκόταν σε «περιττή αγωνία» και ότι αυτό παραβίαζε το δικαίωμά της να εκτελεστεί χωρίς να υποστεί σκληρή και ασυνήθιστη τιμωρία. Στην αίτηση υποστηριζόταν επίσης ότι οι Αρχές θα έπρεπε να προβούν σε μέτρα διάσωσης: «Η παράλειψη παροχής τέτοιας φροντίδας συνιστά σκόπιμη αδιαφορία απέναντι σε νόμιμες και σοβαρές ιατρικές ανάγκες».
Η αναστολή, η ανατροπή και η αποτυχία
Το ομοσπονδιακό εφετείο είχε αναστείλει την τελευταία στιγμή την εκτέλεση της Κρίστα Πάικ, η οποία επρόκειτο να είναι η πρώτη γυναίκα που θα εκτελούταν στις ΗΠΑ από το 2023 και η πρώτη σε αυτήν την πολιτεία έπειτα από περισσότερα από 200 χρόνια.
Οι δικαστές του εφετείου είχαν αμφισβητήσει τη μέθοδο της θανατηφόρας ένεσης που εφαρμόζει το Τενεσί, ενώ οι δικηγόροι της Πάικ είχαν υποστηρίξει ότι η μέθοδος αυτή θα μπορούσε να προκαλέσει πόνο πέραν του αναγκαίου για την εκτέλεση της θανατικής ποινής, κάτι που απαγορεύεται από το Αμερικανικό Σύνταγμα.
Η Πάικ είχε καταδικαστεί στην εσχάτη των ποινών για έγκλημα που διέπραξε όταν ήταν 18 ετών. Το 1995, μαζί με τον τότε σύντροφό της, Τάνταριλ Σιπ, συνελήφθησαν με την κατηγορία ότι ξυλοκόπησαν, βασάνισαν και δολοφόνησαν την Κολίν Σλέμερ, μια 19χρονη που είχαν γνωρίσει σε κέντρο επαγγελματικής κατάρτισης για εφήβους με προβληματική συμπεριφορά.
Το εφετείο εξέδωσε την απόφαση αναστολής μόλις μία ώρα πριν από την εκτέλεση, κρίνοντας ότι «το συμφέρον της Δικαιοσύνης και ο οριστικός χαρακτήρας της επικείμενης εκτέλεσης της Πάικ επιβάλλουν μια σύντομη αναστολή», χωρίς να διευκρινίζεται η διάρκειά της, προκειμένου να εξετάσει τα επιχειρήματα και των δύο πλευρών. Η αίτηση εκ μέρους των συνηγόρων της για επιείκια βασίστηκε στην τραυματική παιδική της ηλικία και στη σεξουαλική κακοποίηση που έχει υποστεί.
Μετά τη σύλληψή τους, οι Πάικ και Σιπ ομολόγησαν το έγκλημά τους και έναν χρόνο μετά το έγκλημα καταδικάστηκαν αμφότεροι για φόνο εκ προμελέτης. Η Πάικ καταδικάστηκε σε θάνατο, ενώ ο Σιπ σε ισόβια κάθειρξη. Η συγκατηγορούμενή τους, η Σαντόλα Πίτερσον, η οποία ήταν 18 ετών την εποχή του εγκλήματος και είχε ρόλο τσιλιαδόρου, εμφανίστηκε ως μάρτυρας για την κατηγορούσα αρχή και τέθηκε υπό δικαστική επιτήρηση.
Η Πάικ καταδικάστηκε επίσης τον Αύγουστο του 2001 για απόπειρα ανθρωποκτονίας σχετικά με μια επίθεση σε συγκρατούμενή της, σύμφωνα με τις σωφρονιστικές αρχές του Τενεσί.
Στην 226 σελίδων αίτησή τους με την οποία ζητούσαν από τον κυβερνήτη να μετατρέψει την θανατική ποινή σε ισόβια κάθειρξη χωρίς δικαίωμα αναστολής, οι δικηγόροι της επικαλούνταν την τραυματική παιδική της ηλικία, αναφέροντας ότι υπέστη επανειλημμένως σεξουαλική κακοποίηση και παραμέληση, ότι βιάστηκε δύο φορές στα 11 και στα 17 της, ενώ παρέθεσαν τις διαγνώσεις που έλαβε η Πάικ στη φυλακή για διπολική διαταραχή και διαταραχή μετατραυματικού στρες.
Οι εκτελέσεις γυναικών κρατουμένων είναι όλο και πιο σπάνιες στις ΗΠΑ με τις γυναίκες να αναλογούν σε μόλις 18 από τους 1.683 θανατοποινίτες που εκτελέστηκαν από τότε που το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε την επαναφορά της εσχάτης των ποινών το 1976, σύμφωνα με το Κέντρο Πληροφοριών για τη Θανατική Ποινή. Μέχρι σήμερα το Τενεσί έχει προχωρήσει σε 17 εκτελέσεις.