Της Γεωργίας Κανελλοπούλου

[Πέρασαν έξι χρόνια από τότε που ο αγαπημένος μας φίλος Θοδωρής Μπασιάκος, ο ποιητης, ο αντι-ποιητής, ο ρομαντικός, πραγματιστής, αντιεξουσιαστής, θεότρελος Θοδωρής, μας άφησε. Σήμερα με συγκινεί που τον περιλαμβάνω στις φανταστικές συνεντεύξεις των polaroid stories, συνεντεύξεις που δεν δόθηκαν ποτέ στ’ αλήθεια, και όπου οι ερωτήσεις στήνονται πάνω στις απαντήσεις, που είναι πάντα αληθινά λόγια, απόψεις γραμμένες σε άλλες αληθινές συνεντεύξεις, βιβλία, ποιήματα, social media, τραγούδια του εκάστοτε συνεντευξιαζόμενου. Εδώ η πηγή είναι το βιβλίο του Γκαγκάν Μυτεράν, Vivere Freakolosamente των εκδόσεων Πανοπτικόν, αλλά και δημοσιεύσεις του Θοδωρή στο facebook. Απολαυστικός και γεμάτος ιδέες, είμαι σίγουρη πως αν υπήρχε παράδεισος και κόλαση θα τους είχε τρελάνει όλους, αγγέλους και διαβόλους, θα την είχε κοπανήσει και θα μας έστελνε αυτόνομα φιλιά από κάποιο περιπλανώμενο σύννεφο. Δεν ξέρω γιατί, αυτό το σύννεφο πήρε στα μάτια μου το μπλε του Χουάν Μιρό.]

Ερ. Αγαπητέ Θοδωρή, το πόσο χαίρομαι που σε βλέπω, δεν περιγράφεται!! (γελάει) Για όποιον δε σε γνωρίζει, πρέπει να σε συστήσω, πες μας λοιπόν, είσαι ποιητής μήπως αντιποιητής; Ή μήπως ποιητής γκαγκάν*;

Απ. Μου αρέσει που λες περί αντιποιήσεως και εντάσσεις και τη δικιά μου αντιποιητική. Βλέπεις, χρησιμοποιώ συστηματικά τη γλώσσα των τοίχων, την ποίηση του μαρκαδόρου, τη συνθηματολογία του Μάη του 68. Όχι σαν κόλπα φιλολογικά, είναι τρόπος αντίληψης, στάση ζωής. Γράφω στο διαδίκτυο, πάντα χωρίς υπογραφή, έχω εκδώσει ένα βιβλίο, εξαντλημένο τώρα, βγάζω διάφορα φυλλάδια με στίχους σε λιγοστά αντίτυπα, φωτοτυπημένα. Πιο πολύ μου αρέσουν τα λάιβ, απαγγελίες σε διάφορες ανορθόδοξες, αντεργκράουντ βραδιές, που οργανώνουμε σε διάφορα στέκια γκαγκάν όπως είναι το Ουζερί της Τζένης. Χωρίς αστέρες, όποιος θέλει σηκώνεται και λέει το ποίημα του, ξεκινάμε το δείλι και σχολάμε ξημερώματα. Είμαστε απ’ τους ποιητές που δεν αγαπούμε τα κλουβιά, μουγγαινόμαστε! Θέλουμε ελευθερία. Μου αρέσει πολύ ένα ποίημα του Νικανόρ Πάρρα, του αντιποιητή, που πάει κάπως έτσι: Απευθύνεται υποτίθεται σ’ ένα πουλί: Πουλί, του λέει / Εδώ στο κλουβί έχεις προστασία, στέγη και τροφή / λίγη ίσως αλλά εξασφαλισμένη / Έξω από το κλουβί δεν έχεις τίποτα παρά απέραντη ελευθερία.

Ερ. Ποιοι ποιητές σου αρέσουν και ποιοι δεν σου αρέσουν;

Απ. Κάποιους ποιητές, τους διαβάζεις με κλειστά μάτια: έτσι, όπως όταν ακούς μουσική! Εμένα αυτοί μ’ αρέσουν. Ωστόσο, μου είναι αδιανόητο αυτό: ένας ποιητής ντυμένος π.χ. ασφαλιστής. Αν είναι δυνατόν! Άκου ποιητής ασφαλιστής! Εχω γνωρίσει μερικούς, ντυμένους τοιουτοτρόπως, χωρίς να είναι κι ασφαλιστές απαιραιτήτως, δεν μ’ αρέσουν καθόλου, ούτε ως άνθρωποι ούτε οι στίχοι τους. Φυσικά δεν τους αρέσω κι εγώ. Ένας γερό-φρηκ που γράφει στίχους.

Ερ. Υπήρχε κι ένας υπουργός Μπασιάκος…

Απ. Ουδεμία σχέση. Εγώ είμαι ο ποιητής Μπασιάκος. Κι από δω, η κυρία γροθιά μου. Συνεννοηθήκαμε πιστεύω. (γέλια)

Ερ. Συνεννοηθήκαμε, αλλά βλέπω πως δεν έχεις πολύ καλή ιδέα για τους κυβερνώντες μας, πώς κι έτσι, άλλοι τους βρισκουν καλούς, έξυπνους, σπουδαίους, άριστους, κάποιους και επαναστάτες, τους ψηφίζουν με την πρώτη ευκαιρία για να μας σώσουν όλους…

Απ. Λοιπόν, κοίτα. Μας κυβερνά η ΚΔΩΑ – Κτηνώδης Δύναμις Ογκώδης Άγνοια. Προσπαθούν να αποβλακώσουν και να αποκτηνώσουν κι εμάς. Το «θέαμα» κάνει καλά τη δουλειά του. Και η κατανάλωση. Ο καταναλωτισμός πάει χέρι χέρι με τη στέρηση βέβαια. Να μας αποξενώσουν καταρχήν. Εγωπρόβατα. Καθείς για πάρτη του αλλά κοπάδι. Κι ένας ποιμένας από πάνω (ηγέτης, παπάς, αφεντικό, πατριάρχης). Στο δίλημμα που μπήκε πριν 100 και πλέον χρόνια: σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα, μπορούμε κάλλιστα πλέον αντί για βαρβαρότητα να μιλάμε για όλεθρο, αφανισμό της ζωής στον πλανήτη, πείνα, πόλεμο, κλιματική αλλαγή. Οι ανέσεις θα σας σκοτώσουν ήταν ένα σπουδαίο σύνθημα του Μάη.

Ερ. Είσαι απαισιόδοξος ή έχεις κάτι να προτείνεις να αλλάξουν τα πράγματα;

Απ. Αισιόδοξος είμαι. Οι άνθρωποι έχουμε νιονιό στο κεφάλι. Αγαπάμε τη ζωή, ζούμε σ’ έναν υπέροχο πλανήτη, μπορούμε και φκιάνουμε ένα σωρό όμορφα πράγματα. Ανακαλύψαμε τη φωτιά, μπορούμε ν’ ανάψουμε τσιγάρο, να βρισκόμαστε γύρω γύρω να λέμε ιστορίες ή να τραγουδάμε. Ωραία είναι να κάνουμε και κανένα μεροκάματο πότε πότε μα δίχως να το παρακάνουμε. Προτείνω έρωτα και απεργία διαρκείας.

Ερ. Θυμάμαι πως «Αισιοδοξία» ονόμασες κι ένα ποίημα σου που το έγραψες τον καιρό της πανδημίας, παρά την παλιοκατάσταση που είχε διαμορφωθεί με τα εμβόλια και τα αντιεμβόλια, τα μέτρα, τον περιορισμό της ανθρώπινης δραστηριότητας, την κλεισούρα μας… Θες να μας το πεις εκείνο το ποίημα;

Απ.

Λίγο ελάχιστο καιρό μετά το ξέσπασμα της μεγάλης επιδημίας και την παγκόσμια εξάπλωσή της
Μια μόλις ή δυο βδομάδες απ’ τη λήψη των έκτακτων μέτρων
περιορισμού της ανθρώπινης δραστηριότητας
(μην λέω εδώ λεπτομέρειες, ανατρέξτε στις εφημερίδες της εποχής)
Στα θεοβρώμικα κανάλια της Βενετίας διαβάζω εμφανιστήκαν δελφίνια κι’ άλλα ψαράκια
Στο Γουχάν, οπού πρωτοεμφανίστηκε ο ιός, ελέφαντες μπήκαν στα χωράφια
κι’ ανακάλυψαν κρυμμένα κρασιά που τα ήπιαν κι’ έγιναν γκολ
(τα καλύτερα νέα μας έρχονται από Γουχάν, ελάχιστα ή μηδεν νέα κρούσματα, χώρια οι ελέφαντές μας!)
Στο Μεταξουργείο, λέει η φίλη μου η Τζώρτζια, ένας κόκκορας τενόρος λαλεί μες στο σκοτάδι…

Δεν μας έχει ανάγκη διόλου η φύση για να περνάει καλά.
Αν εκλείψουμε οι άνθρωποι ως είδος, θα της λείψουν μόνον τα κρασιά μας.
Ένας ουραγκοτάγκος θα κυττάζει έκπληκτος τον ουρανό, που θάχει και πάλι γιομίσει αστέρια
Α!
τ’ αστέρια! θα πει,
που κάτι τσαμπουνάγανε περί δαύτα κείνος ο Καρλ Σαγκάν κι’ ο άλλος ο Γκαγκάν!
Θα φάει και μια μπανάνα τότες στη μνήμη των ανθρώπων.
Σπουδαία μπανάνα, πιο σπουδαία κι’ από βραβείο νόμπελ ποιήσεως ή αστρονομίας, μά το ναι!

Ερ. Μα, καταπληκτικό ποίημα, και πράγματι αισιόδοξο, και θα πω εδώ κοκορευόμενη ότι ο κόκορας του Μεταξουργείου που αναφέρεις ήταν από ένα σχόλιο δικό μου, που σας είχα πει με έκπληξη πως κάθε πρωί που πήγαινα στη δουλειά, άκουγα έναν κόκορα!! (γελάμε)

Βέβαια, εκείνη η πλευρά του Μεταξουργείου δεν ήταν καθόλου ειδυλλιακή και επιδεινώθηκε πολύ με το σπρώξιμο της ναρκοπιάτσας στην περιοχή αλλά και με τα κύματα προσφύγων που στρίμωξαν τους ανθρώπους στο κέντρο χωρίς καμία μέριμνα… Τότε που ζήσαμε μεγαλειώδεις στιγμές αλληλεγγύης αλλά πολύ περισσότερο, κατά τη γνώμη μου, ένα απίστευτο ξέσπασμα ρατσισμού και σκατοψυχιάς, μαζί πάνε αυτά, πογκρόμ, δολοφονίες, γουρουνοκεφαλές, ανθρώπους με δόρατα να φυλάνε τις πόλεις τους, τι σκέφτεσαι για όλα αυτά, τι έχεις να πεις σε όλους αυτούς;

Απ. Μια μέρα στην πλατεία Βικτωρίας, προσωρινό καταυλισμό των προσφύγων από τη Συρία, είδα έναν, φτυστός εγώ, ίδια κοψιά, ίδια θωριά, ίδιο στυλ. Σκέφτηκα: «πού ξέρεις, μπορεί κι αυτός να γράφει». Ο τύπος μου χαμογέλασε. Ίσως σκέφτηκε για μένα: «ωραίος τύπος, αύριο – μεθαύριο, πού ξέρεις, ίσως πάρει κι αυτός το δρόμο της προσφυγιάς….»

Ερ. Ο Νικανόρ Πάρρα, που τον ανέφερες κι εσύ προηγουμένως, έχει γράψει έναν από τους πιο αγαπημένους μου στίχους: «Θέλω να κάνω φασαρία με τα πόδια μου / θέλω η ψυχή μου να βρει τα πόδια της» παραμυθένιος στίχος, παιχνιδιάρης, πες μου κι εσύ έναν στίχο δικό σου παραμυθένιο…

Απ. Δεν ξέρω παραμύθια να λέω στα παιδιά μας / με δράκους και πριγκηποπούλες / ξέρω όμως ιστορίες απ’ τις μεγάλες νύχτες και τα μικρά πρωινά / ενός Μάη που θέλησε τον κόσμο και τον άλλαξε πολύ / ξέρω ιστορίες για τα παιδιά του Μάη που θα επιστρέψουν το φθινόπωρο αυτό / (ναι, θα επιστρέψουν!) / ξέρω την ιστορία της Μπλανς του Μάη…

Ερ. Την Μπλανς του Μάη μπορεί να την είχαν βγάλει στα κανάλια και να της είχαν κάνει cancel το χαρακτήρα σήμερα Θοδωρή… Για πες μου, τα κορίτσια εκείνα πριν λίγα χρόνια που παρέλασαν με το βηματισμό των Μόντι Πάιθον κι έπεσαν να τα φάνε πώς σου φάνηκαν; Φαντάζομαι τις χειροκρότησες και τις χάρηκες, όπως κι εγώ, άλλοι όμως ζήτησαν την κεφαλή τους επί πίνακι, πρόσβαλαν την ιερή στιγμή της παρελάσεως, είπαν….

Απ. Κοίτα τι ξέρω εγώ: Στη ζούγκλα δεν ξέρουν τις παρελάσεις. Δεν είναι υποκριτές οι άγριοι σαν τους δικούς μας, δεν χρειάζεται να κάνουν παρελάσεις μαθητικές, για να παίρνουν μάτι κάτι μικρές μοντέλες τόσο άχαρες πάνω στα δωδεκάποντα τους… Άσε που οι άγριοι δεν έχουν σημαία ούτε σημαιοφόρους ούτε αριστούχους – ντιπ απολίτιστοι αυτοί οι άγριοι – ούτε καν κανάλια τηλεοπτικά.. Είναι φτυχισμένοι οι άγριοι, κι η ζούγκλα πλούσια και φιλόξενη. Στη ζούγκλα θα την περνάμε φίνα, γκαραντί. Το λέει και το τραγούδι.

Προτελευταία Ερ.: Θόδωρε, τι είναι η ζωή;

Απ. Ζωή εστί οι μάσες, οι ξάπλες, οι φούμες, η δημιουργία, ο έρως, τα καφενεία, το φιλοσοφείν, οι χαρές, ο χορός, τα γλέντια. Και ζωή είναι βεβαιως κι οι λύπες και το πένθος. Κουφάλα νεκροθάφτη, δεν θα γλιτώσουμε από σένα στο φινάλε, αλλά θα έχουμε ζήσει ρε, αν θαρρείς πως θάβεις πτώματα κούνια που σε κούναγε, πτώμα είσαι και φαίνεσαι… Εμείς είμαστε άνθρωποι του γλεντιού και της χαράς, της μοιρασιάς, του ρεφενέ. Εμείς και πεθαμένοι δεν πεθαίνουμε ποτέ. Οι σύντροφοι μας κι οι συμπότες μας θα μας θυμούνται πάντα.

Τελευταία Ερ.: Επειδή είσαι τέτοιος άνθρωπος αλέγκρος, όλο ζωή, κι οι polaroid stories είναι λίγο ανάποδες, θα ήθελα πολύ να πάμε ανάποδα, και να κλείσουμε με μια μελαγχολική στιγμή σου, μια μελαγχολική ανάμνησή σου που θα ήθελες να μοιραστείς μαζί μας.

Απ. Κατηφόριζα αργά την Τοσίτσα – μπορεί και ν’ ανηφόριζα – και ξάφνου στης νυχτιάς τη σιγαλιά ακούω ένα σαξόφωνο. Ήταν ο Άρης ο Βαμπίρ, ο Άρης Ρέτσος, μορφή εμβληματική της πλατείας και ηθοποιός σπουδαίος π’ αυτοσχεδίαζε με το σαξόφωνο του στο ρυθμό μιας τζαζ μπαλάντας. Κάθισα ήσυχα στο διπλανό παγκάκι και τον άφησα να πάίζει για πάρτη του και για μένα all night long. Μα τον άγιο John Coltrane, μα την αγία Billie Holiday, εκείνη τη νύχτα φχαριστήθηκα μελαγχολία.

—————————————-

*Γκαγκάν Μυτεράν είναι το ψευδώνυμο του αντεργκράουντ ποιητή Θοδωρή Μπασιάκου

polaroidstories.com