Ως δευτερεύων χαρακτήρας στο ομηρικό έργο, ο Ελπήνωρ είναι όλα όσα δεν είναι ο Οδυσσέας: μέθυσος, ξεχασιάρης και πεθαίνει κατά λάθος.
- Τάκης Σινόπουλος: Ελπήνωρ
Στην Οδύσσεια, όπως είναι αναμενόμενο, την παράσταση κλέβει πάντα ο Οδυσσέας. Άλλωστε, θα ήταν παράλογο να συνέβαινε το αντίθετο, να έμπαινε δηλαδή ο πρωταγωνιστής σε δεύτερη μοίρα. Κάπου εκεί όμως, μέσα στους στίχους και τα πρόσωπα που παρελαύνουν, υπάρχει και ο Ελπήνωρ, ένα όνομα που λογικά δεν το θυμόμαστε από τα σχολικά χρόνια.
Ποιος είναι ο χαρακτήρας που μέθυσε και σκοτώθηκε
Πολύ πριν το «Life fast, die young», οι σύντροφοι του Οδυσσέα στο έργο ενσαρκώνουν αυτό ακριβώς. Στο ίδιο πλαίσιο, βρέθηκε και ο Ελπήνωρ, ένας από τους πολλούς συντρόφους του ήρωα που είναι το ακριβώς αντίθετό του. Σύμφωνα με την ομηρική διήγηση, ο Ελπήνωρ δεν ήταν ιδιαίτερα ευφυής ούτε δυνατός αλλά κατάφερνε πάντα να επιβιώνει. Όταν ο Οδυσσέας έφτασε στο νησί της Κίρκης, η μάγισσα τους έκανε όλους γουρούνια. Όταν τους επανέφερε στην ανθρώπινη μορφή τους, αποφάσισαν να φύγουν και έστησαν ένα γλέντι.

Ο Ελπήνωρ μέθυσε και αποκοιμήθηκε στη στέγη του παλατιού της Κίρκης. Κατά την αναχώρηση, οι σύντροφοι του τον αναζητούσαν και φώναζαν το όνομά του. Εκείνος ξύπνησε αλλά είχε ξεχάσει πού βρισκόταν και κάνοντας ένα βήμα, έπεσε στο κενό και σκοτώθηκε. Όχι και πολύ ηρωικός θάνατος. Οι σύντροφοί του φεύγουν χωρίς να γνωρίζουν τι απέγινε, μέχρι που ο Οδυσσέας τον συναντά στον Άδη και ύστερα από προτροπή του νεκρού, επιστρέφει για να τον κηδέψει.
Ένας αντιήρωας που αγάπησε η παγκόσμια λογοτεχνία
Μπορεί η ιστορία του Ελπήνορα να μας φαίνεται επιφανειακή, ένα αδιάφορο σημείο μπροστά στη μεγαλειώδη πλοκή του έπους, όμως είναι συμβολική και γι’ αυτό σημαντική. Είναι ένα είδος συνδέσμου ανάμεσα στον κόσμο των νεκρών και των ζωντανών, μια τραγική φιγούρα που χάνει τη ζωή από μια απερισκεψία. Μπροστά στον πολυμήχανο Οδυσσέα, ο Ελπήνωρ φαίνεται ανόητος. Ίσως γι’ αυτό να συγκίνησε ανθρώπους σαν τον Γιώργο Σεφέρη που στη μορφή του είδε τους άταφους νεκρούς του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.
Για άλλους όπως ο Έζρα Πάουντ όμως, ο Ελπήνωρ συμβόλιζε την ηθική έκπτωση και την πνευματική ανανδρία του σύγχρονου κόσμου. Είναι φοβερό πως μια μορφή που ο Όμηρος χρησιμοποιεί για την πλοκή περιθωριακά, έχει καταφέρει να μεταμορφωθεί σε ένα είδος αντιήρωα και να προκαλεί διαφορετικές σκέψεις και ερμηνείες παρόλο που ήταν ένας κομπάρσος δίπλα στον πρωταγωνιστή.

Τάκης Σινόπουλος: Ελπήνωρ
Ἐλπῆνορ, πῶς ἦλθες…
ΟΜΗΡΟΣ
Τοπίο θανάτου. Η πετρωμένη θάλασσα τα μαύρα κυπαρίσσια
το χαμηλό ακρογιάλι ρημαγμένο από τ’ αλάτι και το φως
τα κούφια βράχια ο αδυσώπητος ήλιος απάνω
και μήτε κύλισμα νερού μήτε πουλιού φτερούγα
μονάχα απέραντη αρυτίδωτη πηχτή σιγή.
Ήταν κάποιος από τη συνοδεία που τον αντίκρισε
όχι ο πιο γέροντας: Κοιτάχτε ο Ελπήνωρ πρέπει να ’ναι εκείνος.
Εστρίψαμε τα μάτια γρήγορα. Παράξενο πώς θυμηθήκαμε
αφού είχε η μνήμη ξεραθεί σαν ποταμιά το καλοκαίρι.
Ήταν αυτός ο Ελπήνωρ πράγματι στα μαύρα κυπαρίσσια
τυφλός από τον ήλιο και τους στοχασμούς
σκαλίζοντας την άμμο μ’ ακρωτηριασμένα δάχτυλα.
Και τότε τον εφώναξα με μια χαρούμενη φωνή: Ελπήνορα
Ελπήνορα πώς βρέθηκες ξάφνου σ’ αυτή τη χώρα;
είχες τελειώσει με το μαύρο σίδερο μπηγμένο στα πλευρά
τον περσινό χειμώνα κι είδαμε στα χείλη σου το αίμα πηχτό
καθώς εστέγνωνε η καρδιά σου δίπλα στου σκαρμού το ξύλο.
Μ’ ένα κουπί σπασμένο σε φυτέψαμε στην άκρη του γιαλού
ν’ ακούς τ’ ανέμου το μουρμούρισμα το ρόχθο της θαλάσσης.
Τώρα πώς είσαι τόσο ζωντανός; πώς βρέθηκες σ’ αυτή τη χώρα
τυφλός από την πίκρα και τους στοχασμούς;
Δε γύρισε να ιδεί. Δεν άκουσε. Και τότε πάλι εφώναξα
βαθιά τρομάζοντας: Ελπήνορα που ’χες λαγού μαλλί
για φυλαχτάρι κρεμασμένο στο λαιμό σου Ελπήνορα
χαμένε στις απέραντες παράγραφους της ιστορίας
εγώ σε κράζω και σα σπήλαιο αντιλαλούν τα στήθια μου
πώς ήρθες φίλε αλλοτινέ πώς μπόρεσες
να φτάσεις το κατάμαυρο καράβι που μας φέρνει
περιπλανώμενους νεκρούς κάτω απ’ τον ήλιον αποκρίσου
αν η καρδιά σου επιθυμεί μαζί μας νά ’ρθεις αποκρίσου.
Δε γύρισε να ιδεί. Δεν άκουσε. Ξανάδεσε η σιωπή τριγύρω.
Το φως σκάβοντας ακατάπαυστα βαθούλωνε τη γη.
Η θάλασσα τα κυπαρίσσια τ’ ακρογιάλι πετρωμένα
σ’ ακινησία θανατερή. Και μόνο αυτός ο Ελπήνωρ
που τον γυρεύαμε με τόση επιμονή μες στα παλιά χειρόγραφα
τυραννισμένος απ’ την πίκρα της παντοτινής του μοναξιάς
με τον ήλιο να πέφτει στα κενά των στοχασμών του
σκαλίζοντας τυφλός την άμμο μ’ ακρωτηριασμένα δάχτυλα
σαν όραμα έφευγε και χάνονταν αργά
στον αδειανό χωρίς φτερά χωρίς ηχώ γαλάζιο αιθέρα.
Τάκης Σινόπουλος. 1951. Μεταίχμιο. Αθήνα: Ιδιωτική έκδοση. Και στον συγκεντρωτικό τόμο: Τάκης Σινόπουλος. 1976. Συλλογή Ι (1951–1964). Αθήνα: Ερμής.