Μάθαμε να ανησυχούμε για το παιδί που πέφτουν οι βαθμοί του. Για εκείνο που δεν διαβάζει, που δυσκολεύεται να συγκεντρωθεί, που αντιδρά, που δεν θέλει να πάει σχολείο. Ίσως, όμως, χρειάζεται να κοιτάξουμε λίγο περισσότερο και το παιδί που παίρνει πάντα άριστα. Και να το ρωτήσουμε όχι τι βαθμό πήρε, αλλά πόσο του κόστισε για να τον πάρει.

Γιατί ένα παιδί μπορεί να είναι εξαιρετικός μαθητής και ταυτόχρονα να μην είναι καλά.

Η υψηλή σχολική επίδοση συχνά λειτουργεί καθησυχαστικά για τους ενήλικες. Ένα παιδί συνεπές, οργανωμένο, ήσυχο, με καλούς βαθμούς και χωρίς προβλήματα συμπεριφοράς εύκολα δημιουργεί την εικόνα ότι «όλα πάνε καλά». Όμως η σχολική επιτυχία δεν αποτελεί από μόνη της δείκτη ψυχικής ευεξίας.

Πίσω από έναν άριστο βαθμό μπορεί να υπάρχει χαρά, ενδιαφέρον και υγιής φιλοδοξία. Μπορεί, όμως, να υπάρχει και φόβος αποτυχίας, τελειοθηρία, έντονο άγχος, ανάγκη επιβεβαίωσης ή η πεποίθηση ότι “αξίζω όταν τα καταφέρνω”.

Και εδώ βρίσκεται μια λεπτή αλλά πολύ σημαντική διαφορά: άλλο ένα παιδί που θέλει να πετύχει και άλλο ένα παιδί που αισθάνεται ότι δεν του επιτρέπεται να αποτύχει.

Οι γονείς, τις περισσότερες φορές με τις καλύτερες προθέσεις, επαινούν την επιτυχία. «Είσαι ο καλύτερος», «Πάντα μας κάνεις περήφανους», «Ήξερα ότι θα γράψεις άριστα». Όταν όμως η αναγνώριση συνδέεται διαρκώς με το αποτέλεσμα, ένα παιδί μπορεί σταδιακά να εσωτερικεύσει ένα διαφορετικό μήνυμα: «Για να είμαι αρκετός, πρέπει να πετυχαίνω».

Και τότε το 20 δεν είναι πια ένας βαθμός. Γίνεται επιβεβαίωση προσωπικής αξίας. Το 17 δεν είναι απλώς μια χαμηλότερη επίδοση. Μπορεί να βιωθεί ως αποτυχία.

Έτσι γεννιέται ένας φαύλος κύκλος: περισσότερη προσπάθεια, περισσότερος φόβος, μεγαλύτερη ανάγκη ελέγχου, ακόμη υψηλότερες απαιτήσεις από τον εαυτό. Και κάθε επιτυχία, αντί να προσφέρει ικανοποίηση, μετακινεί απλώς τον πήχη λίγο ψηλότερα.

Υπάρχουν μαθητές που η δυσκολία τους φαίνεται: αντιδρούν, θυμώνουν, αποσύρονται, παρουσιάζουν πτώση στη σχολική τους επίδοση. Υπάρχουν όμως και παιδιά που υποφέρουν αθόρυβα. Δεν δημιουργούν προβλήματα στην τάξη. Δεν φέρνουν κακούς βαθμούς στο σπίτι. Δεν προκαλούν ανησυχία στους εκπαιδευτικούς. Είναι υπεύθυνα, προετοιμασμένα, πολλές φορές τελειομανή. Ακριβώς γι’ αυτό υπάρχει κίνδυνος η ψυχική τους επιβάρυνση να παραμένει αόρατη.

Ένα παιδί μπορεί να διαβάζει μέχρι εξάντλησης. Να πανικοβάλλεται πριν από ένα διαγώνισμα. Να μην κοιμάται καλά. Να έχει πονοκεφάλους ή ενοχλήσεις στο στομάχι όταν αγχώνεται. Να θυμώνει υπερβολικά με ένα λάθος. Να συγκρίνεται διαρκώς με τους άλλους. Να εγκαταλείπει δραστηριότητες που αγαπά επειδή «δεν προλαβαίνει». Να αισθάνεται ενοχή όταν ξεκουράζεται. Και παρ’ όλα αυτά, την επόμενη ημέρα να εμφανίζεται στο σχολείο διαβασμένο και να γράφει άριστα. Το παιδί αυτό δεν θα μας ειδοποιήσει απαραίτητα με έναν κακό βαθμό ότι δυσκολεύεται.

Δεν είναι πρόβλημα να θέλει ένας μαθητής να αριστεύσει. Η προσπάθεια, η συνέπεια, η φιλοδοξία και η επιδίωξη στόχων είναι πολύτιμα στοιχεία ανάπτυξης.

Το πρόβλημα αρχίζει όταν το αποτέλεσμα καθορίζει την αυτοεκτίμηση. Όταν το «έκανα ένα λάθος» μετατρέπεται σε «είμαι αποτυχημένος». Όταν ένα 18 προκαλεί κλάμα αντί για ικανοποίηση. Όταν η πιθανότητα αποτυχίας προκαλεί τόσο έντονο φόβο ώστε το παιδί δεν τολμά να δοκιμάσει κάτι στο οποίο ίσως δεν είναι πρώτο. Γιατί η ψυχική ανθεκτικότητα δεν χτίζεται μαθαίνοντας σε ένα παιδί να μην αποτυγχάνει ποτέ. Χτίζεται όταν το παιδί μαθαίνει ότι μπορεί να αποτύχει και να συνεχίσει να είναι εντάξει. Ίσως, λοιπόν, χρειάζεται να αλλάξουμε λίγο τον τρόπο με τον οποίο μιλάμε στα παιδιά για το σχολείο.

Όχι μόνο: «Τι έγραψες;»……Αλλά και: «Πώς ένιωσες;»

Όχι μόνο: «Πόσο πήρε ο άλλος;»

Αλλά: «Εσύ είσαι ικανοποιημένος από την προσπάθειά σου;»

Όχι μόνο: «Διάβασες για αύριο;»

Αλλά: «Πρόλαβες σήμερα να ξεκουραστείς; Να γελάσεις; Να κάνεις κάτι που σου αρέσει;»

Και όταν έρθει ένας χαμηλότερος βαθμός, αντί για απογοήτευση, ίσως το σημαντικότερο μήνυμα που μπορούμε να δώσουμε είναι: «Ένας βαθμός μάς δείχνει πώς πήγε μια συγκεκριμένη προσπάθεια. Δεν μας λέει ποιος είσαι.»

Το σχολείο πρέπει να εκπαιδεύει ανθρώπους, όχι μόνο επιδόσεις

Η εκπαίδευση δεν μπορεί να περιορίζεται στην παραγωγή καλών βαθμών. Οφείλει να βοηθά τα παιδιά να αποκτούν γνώση, αλλά και αυτονομία, περιέργεια, δημιουργικότητα, κοινωνικές δεξιότητες, ανθεκτικότητα και την ικανότητα να αντέχουν το λάθος.

Ένα παιδί χρειάζεται να γνωρίζει ότι μπορεί να είναι εξαιρετικό χωρίς να είναι τέλειο.

Ότι μπορεί να προσπαθεί χωρίς να εξαντλείται.

Ότι μπορεί να αποτύχει χωρίς να ντρέπεται.

Και κυρίως ότι η αγάπη, η αποδοχή και η αξία του δεν βαθμολογούνται από το μηδέν μέχρι το είκοσι.

Γι’ αυτό, την επόμενη φορά που ένα παιδί θα επιστρέψει σπίτι κρατώντας ένα διαγώνισμα με ένα μεγάλο «20» επάνω, ας χαρούμε μαζί του.

Αλλά ας μην μείνουμε μόνο εκεί.

Ας το κοιτάξουμε λίγο περισσότερο.

Και ας το ρωτήσουμε:

«Εσύ πώς είσαι;»

Γιατί πίσω από έναν άριστο μαθητή υπάρχει πρώτα ένα παιδί….Και κανένας βαθμός δεν είναι σημαντικότερος από την ψυχική του υγεία.

Καλή σχολική χρονιά με υγεία ψυχική και σωματική!!!!

Η Ελένη Αν. Παναγούλια είναι Ψυχολόγος – Ψυχοθεραπεύτρια Εφήβων – Ενηλίκων