Πείσμα, απώλειες, νίκες. Έρωτες, προδοσίες, καρκίνος. Η Έλλη Λαμπέτη είχε μια ζωή βγαλμένη από αρχαία τραγωδία

«Η Λαμπέτη δεν ανήκει σε σχολή, δεν ξέρω καν αν είναι επαγγελματίας καλλιτέχνης» έγραψε ο Κώστας Γεωργουσόπουλος για τη σπουδαία ηθοποιό που πέθανε σαν σήμερα, το 1983 από καρκίνο. Ήταν 57 ετών.

«Δεν έχει προηγούμενο ή επόμενο. Ανήκει στη μοναδικότητά της, είναι στο θέατρο ό,τι ο Καβάφης ή ο Καρυωτάκης στη λογοτεχνία. Ανεπανάληπτη και μοναδική. Εκτός συντεχνίας. Σαν τον Μικρό Πρίγκιπα βρέθηκε στον τόπο μας, η κόρη της Νεφέλης, η αξεδίψαστη νοσταλγία του χρυσόμαλλου δέρατος. Η Έλλη Λαμπέτη ανήκε στην περιοχή του μύθου» συνέχισε ο Γεωργουσόπολος. Ο χρόνος τον επιβεβαιώνει.

Ο μύθος της Έλλης Λαμπέτη που άφησε την τελευταία της πνοή στις 3 Σεπτεμβρίου του 1983 στο νοσοκομείο Mount Sinai των Ηνωμένων Πολιτειών έπειτα από πολυετή και θαρραλέα μάχη με τον καρκίνο, η κορυφαία Ελληνίδα ηθοποιός πέρασε οριστικά στην αθανασία.

Η σορός της μεταφέρθηκε στην Αθήνα στις 5 Σεπτεμβρίου και την επομένη κηδεύτηκε δημοσία δαπάνη στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών, συνοδευόμενη από μια τεράστια λαοθάλασσα και ολόκληρο τον καλλιτεχνικό κόσμο της χώρας.

«Δεν έχει προηγούμενο ή επόμενο. Ανήκει στη μοναδικότητά της, είναι στο θέατρο ό,τι ο Καβάφης ή ο Καρυωτάκης στη λογοτεχνία. Ανεπανάληπτη και μοναδική. Εκτός συντεχνίας. Σαν τον Μικρό Πρίγκιπα βρέθηκε στον τόπο μας, η κόρη της Νεφέλης, η αξεδίψαστη νοσταλγία του χρυσόμαλλου δέρατος. Η Έλλη Λαμπέτη ανήκε στην περιοχή του μύθου»

Γράφει για τις δύσκολες μέρες της ο Φρέντυ Γερμανός στο βιβλίο του για τη ζωή της:

«Θα μπορούσε να ‘ναι μια τσακισμένη γυναίκα, έτσι όπως γυρίζει στις 25 Σεπτεμβρίου του 1980 με καμένα τα σπλάγχνα από τις ακτίνες λέιζερ και με παράλυτη τη μια φωνητική της χορδή. Και βέβαια, μ’ ένα γυμνό κρανίο, που θα ‘ναι αναγκασμένη να το κουκουλώνει απ’ εδώ και μπρος μ’ ένα μάλλινο σκούφο -ώσπου να βγουν πάλι τα μαλλιά της.

Τι ειρωνεία αλήθεια: ‘Για δυο πράματα καμάρωνα πάντα στη ζωή μου’ θα πει κάποια στιγμή στην Ελλάδα. ‘Το στήθος μου και τα μαλλιά μου. Τα ‘χασα μέσα σε δέκα χρόνια και τα δυο’. Τα ‘χασε όλα εκτός από τη δύναμή της – αυτό το αόρατο ατσάλι που κρύβει μέσα της και την κρατάει όρθια στις δύσκολες ώρες. Ακόμα και με πυρπολημένα σωθικά, κάνει πάλι θεατρικά σχέδια για τον χειμώνα».

«Έπαιζε άρρωστη… Έπαιζε άρρωστη, χωρίς να μιλάει…» είχε πει ο Γερμανός σε εκπομπή της ΕΡΤ. «Στο τέλος, ναι, όλα αυτά… και… επειδή μιλάμε για την τελευταία περίοδο -είχε χάσει τα μαλλιά της στο τέλος- και όλοι περίμεναν ή όλοι φαντάζονταν ότι θα είχε συντριβεί με αυτό το πράγμα. Η Έλλη κοιτάχτηκε στον καθρέφτη, είδε το κρανίο της, μου λέει: ‘Ήμουν σαν κούρος και είπα μέσα μου: μάνα μου, τι ωραίο κρανίο μου χάρισες…’ Αυτά δεν είναι ενδεικτικά μιας γυναίκας διαφορετικής απ’ τις άλλες;»

Είναι.

Δεκαετίες μετά, η Έλλη Λαμπέτη παραμένει ανεξίτηλη. Ο μύθος της επιμένει και αντιστέκεται στη λήθη με τη χαρακτηριστική ανεπιτήδευτη κομψότητα, το αέρινο τρέμουλο στη φωνή, το ελαφρύ, σαγηνευτικό της ψεύδισμα και μια διαμαντένια ακτινοβολία που ανάβλυζε ακόμα και μέσα από τα βαθύτερα ραγίσματα της πολυτάραχης ζωής της.

Η ίδια, άλλωστε, διακωμωδούσε συχνά το ψεύδισμά της, λέγοντας χαρακτηριστικά πως «η λέξη ‘ψευδός’ είναι σαν ένα τεστ, αφού κανένας ψευδός δεν μπορεί να την προφέρει». Ευφυής η ίδια γνώριζε την εφήμερη φύση φύση του επαγγέλματός της. «Το θέατρο είναι σαν τη ζωγραφική πάνω στο νερό. Μόλις τελειώσει η παράσταση, η εικόνα χάνεται, μένει μόνο η ανάμνηση στις ψυχές των θεατών» είχε πει. Αυτό βέβαια δεν σήμαινε πως την άφηνε αδιάφορη.

«Θαύμα»

Η γέννηση της Έλλης Λαμπέτη ήταν το ίδιο παράλογη, όπως κι ο θάνατός της. Για μιαν ώρα, η ζωή της κρεμόταν από έναν αόρατο ιστό, διαβάζουμε σε ανάρτηση του λογαριασμού στο Instagram:

Πρώτα είχε βγει ο Τάκης, ο δίδυμος αδερφός της. «Ένα υγιέστατο μωρό που ζύγιζε τέσσερα κιλά» θα έγραφε η ίδια η Έλλη σ’ ένα ιδιόχειρο σημείωμά της, λίγες μέρες πριν πεθάνει. «Και μετά από μιαν ώρα βγήκα εγώ: Ένα λυμφατικό πιθηκάκι!» που ήταν αποφασισμένο να ζήσει -αν και σχεδόν δεν ανέπνεε.

«Θα πεθάνει» ψιθύρισε η νοσοκόμα που στεκόταν δίπλα στον γιατρό. Εκείνος γύρισε και της είπε: «Φέρε δυο λεκάνες με νερό». Κι επειδή η νοσοκόμα τον κοίταζε χωρίς να καταλαβαίνει: «Τη μια με ζεστό νερό» πρόσθεσε. «Την άλλη με κρύο». Η νοσοκόμα όρμησε έξω απ’ το χειρουργείο και ξαναγύρισε με τις λεκάνες.

Η μητέρα της Έλλης, η Αναστασία Λούκου, η Τάσα, όπως την έλεγαν στα Βίλια, κοίταζε τον γιατρό με το κεφάλι ελαφρά ανασηκωμένο απ’ το μαξιλάρι. Είχε ακούσει το κλάμα του ενός απ’ τα μωρά της, πριν από μιαν ώρα, αλλά το άλλο, το λυμφατικό πιθηκάκι δεν είχε ακόμη ανοίξει το στόμα του. «Θα ζήσει» της χαμογέλασε ο γιατρός.

Άρπαξε το μωρό και το βούτηξε στη λεκάνη με το χλιαρό νερό – ύστερα στη λεκάνη με το κρύο. Και μετά πάλι στη λεκάνη με το χλιαρό. Αυτό έγινε τουλάχιστον πέντε-έξι φορές ώσπου η Έλλη Λαμπέτη αποφάσισε, εκείνο το πρωί, στις 13 Απριλίου 1926, να κλάψει για πρώτη φορά στη ζωή της.

Ο Κώστας Λούκος, ο πατέρας της, περίμενε ιδρωμένος έξω απ’ το χειρουργείο. Ήξερε πως είχε κιόλας έναν γιο, αλλά δεν ήξερε τη μοίρα του άλλου παιδιού του, που πάλευε άγρια για μιαν ολόκληρη ώρα ανάμεσα στη ζωή και στην ανυπαρξία. Είδε τον γιατρό να τον πλησιάζει ιδρωμένος όσο κι εκείνος.

«Κόρη!» του είπε γελαστά. Ήταν η πέμπτη κόρη του μετά την πρώτη, τη Φωτεινή, που ήταν κιόλας έντεκα χρονών, την Κούλα, την Ειρήνη και την Αντιγόνη. Εφτά παιδιά, αν υπολόγιζε και τον άλλο γιο του, τον Τάσο.

Το καλλιτεχνικό επώνυμο Λαμπέτη το υιοθέτησε αργότερα, εμπνευσμένη από το ποίημα Αστραπόγιαννος του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη. Η ίδια αποκάλυψε χρόνια αργότερα στον Φρέντυ Γερμανό την έμφυτη κλίση της. «Ήξερα από 6 χρόνων πως θα γίνω ηθοποιός» είπε. «Δεν το ήξερε όμως κανένας. Έλεγα ό,τι μου κατέβαινε. Τη μία «θα γίνω συγγραφέας», την άλλη «θα γίνω πιανίστα». Τους είχα τρελάνει».

Το ξεκίνημά της στην υποκριτική το 1941 σημαδεύτηκε από δύο ηχηρές απορρίψεις. Τόσο η Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου όσο και η Σχολή της Μαρίκας Κοτοπούλη την απέρριψαν παμψηφεί. Μάλιστα, ο νεαρός τότε ζεν πρεμιέ Δημήτρης Χορν είχε αποφανθεί απαξιωτικά: «Δεν τα λέει το κορίτσι, λυπάμαι».

Ωστόσο, χάρη στην επέμβαση του θείου της, συγγραφέα Σπύρου Μελά, η Κοτοπούλη πείστηκε να της δώσει μια δεύτερη ευκαιρία. Ακούγοντάς την να απαγγέλλει στίχους από την Αντιγόνη, η μεγάλη θεατρίνα αναγνώρισε αμέσως το σπάνιο ταλέντο της. «Μπράβο, πουλάκι μου! Εσύ θα γίνεις μεγάλη ηθοποιός!»

Το χρέος είχε μόλις υπογραφεί. Η ίδια η Λαμπέτη, αναλογιζόμενη αργότερα τα πρώτα εκείνα βήματα και την εσωτερική ορμή που την οδηγούσε, εξομολογήθηκε. «Δεν διάλεξα εγώ το θέατρο, το θέατρο με διάλεξε. Ήταν ο μόνος τρόπος που είχα για να αναπνέω ελεύθερα».

Όπως και η σχέση ζωής της με τη Μαρίκα Κοτοπούλη. «Η Μαρίκα Κοτοπούλη είχε πάθος μαζί μου κι ήθελε να με υιοθετήσει. Και μόνο που μου το ‘λεγε ντρεπόμουνα να δω τη μαμά μου. Η Μαρίκα η Κοτοπούλη, μια τέτοια μεγάλη και διακεκριμένη καλλιτέχνις. Η ιδέα πως κάποιος σκέφτεται ότι θα μπορούσα να αλλάξω τη μαμά μου ήταν για μένα… ένιωθα ένοχη.. δεν την άλλαζα, όχι με τη Μαρίκα Κοτοπούλη, ούτε με την Παναγία» είχε εξομολογηθεί στον Φρέντυ Γερμανό.

Πρώτο σανίδι

«Με τη Χάννελε (σ.σ. το πρώτο της έργο, το 1942) έγινε σάλος» είπε η Λαμπέτη. «Τρομερό σουξέ για μένα. Η Μαρίκα (σ.σ. Κοτοπούλη) διακήρυττε ότι είμαι μια δεύτερη Σάρα Μπερνάρ. Έδινε τρελές συνεντεύξεις, υμνώντας με. Έλεγε ότι ο σκοπός της ζωής της είχε εκπληρωθεί, αφού είχε βγάλει εμένα. Έγραψε τότε κι ο Μελάς (σ.σ. ο Σπύρος Μελάς) ένα χρονογράφημα, όπου μ’ έλεγε Λαμπετάκι. Ήταν πολύ σημαντικό εκείνη την εποχή να γράψει ο Μελάς για μια πρωτόβγαλτη.

Ωστόσο, σαν άνθρωπος ήταν φοβερός αυτός ο Μελάς. Δεν πρέπει να έχει υπάρξει χειρότερος γυναικάς. Το τι προστυχόλογα έλεγε! Χυδαιολόγος γνωστός. Το τι τράβηξα! Παρ’ ότι δεν με χώνευε στη Σχολή σαν μαθήτρια, με κυνηγούσε κι όπου μ’ έβρισκε με χούφτωνε. Μου έπιανε το χέρι κι εγώ το τραβούσα. Πήγαινα ν’ ανοίξω μια πόρτα κι έβρισκα το χέρι του πάνω στο δικό μου στο πόμολο. Μαρτύριο! Πάντα ένα χέρι πάνω στο δικό μου, στα πόμολα… Μια ζωή!

Μερικές φορές μού ριχνόταν κανονικά. Αναγκαζόμουνα να προσφύγω στην Κοτοπούλη: Κυρία Μαρίκα, σας παρακαλώ, πέστε στον κύριο Μελά να σταματήσει! Μου πιάνει το χέρι κι εγώ δε θέλω… Προσπάθησε και να με φιλήσει… Είχε γίνει θρύλος αυτός ο άνθρωπος, η Μαρίκα διηγιόταν τα όσα μου έκανε σαν ανέκδοτα.

Τον καλούσε μπροστά μου: Τι έκανες, βρε παλιόγερε, στο κορίτσι; Πατρικά, Μαρίκα μου, πατρικά, έλεγε εκείνος. Να χαθείς, παλιόγερε! Πατρικά, Μαρίκα μου, πήγα να τη φιλήσω πατρικά. Εγώ διαμαρτυρόμουνα: Όχι, κύριε Μελά, δεν πήγατε να με φιλήσετε πατρικά… Πατρικά, Μαρίκα μου επέμενε… Δεν μπορούσες να τα βγάλεις πέρα μαζί του. Είχα τραβήξει το διάολό μου.

Όσο για τη Μαρίκα, ήταν μια σοφή γυναίκα. Αυτή ήταν που, πολύ σωστά, με συμβούλεψε να μην επιχειρήσω να διορθώσω τα δόντια μου, για να βελτιώσω το ψεύδισμά μου. Το ελάττωμά μου είναι στον ουρανίσκο, και ό,τι και να κάνω δεν διορθώνεται — η Μαρίκα το είχε καταλάβει. Πρέπει να προσέχω πολύ. Αν δεν κουνήσω πολύ δυνατά το στόμα μου, δεν προφταίνει η γλώσσα να πάει από τα ουρανισκόφωνα στα οδοντόφωνα — γι’ αυτό ψευδίζω. Αλλά με την προσπάθεια, με την άσκηση, έχω δυναμώσει πολύ τους μυώνες εδώ, στα μάγουλα.

Είχα πάει την επομένη κιόλας της πρεμιέρας της Χάννελε στο σπίτι της. Κυρία Μαρίκα, λέω, η κυρία Χαλκούση (σ.σ. η ηθοποιός Ελένη Χαλκούση) θα μου κάνει μάθημα ορθοφωνίας για το ψεύδισμα. Πετάχτηκε πάνω θυμωμένη. Την είχα βρει στο κρεβάτι ακόμα, μ’ ένα φανελάκι, κι όλες τις εφημερίδες σκόρπιες γύρω της, να δει τι γράφανε για μένα. Αν κάνεις τέτοιο πράγμα, μου λέει, δε θα ξαναπατήσεις εδώ μέσα. Φαντάζεσαι να μιλάς κι εσύ με τέλεια άρθρωση; Να μιλάς έτσι, σαν εμένα (και μου λέει μερικές φράσεις από μια τραγωδία), να μιλάς δηλαδή σαν κώλος!»**

Ερωτευμένη Έλλη

Το 1943 μπαίνει στη ζωή της ο πρώτος της έρωτας. Η Έλλη απορροφάται από τη γοητεία του Θεόδωρου Σγουρδέλη, ενός όμορφου και πλούσιου διπλωμάτη και ποιητή που ζούσε στο Παρίσι και βρέθηκε στην Ελλάδα λόγω του πολέμου.

«Ο άνθρωπος αυτός θα πρέπει να ‘ταν κάτι σαν μάγος», παρατηρούσε χρόνια μετά ο Μιχάλης Κακογιάννης. «Ήταν μια παθιασμένη ιστορία. Ζούσαν στο δικό τους κόσμο, έκαναν έρωτα στα χωράφια, δεν λογάριαζαν τίποτα».

Ο Σγουρδέλης προσπάθησε να την αποτρέψει από το θέατρο, προτείνοντάς της να γίνει ζωγράφος και να τον ακολουθήσει στη Γαλλία. «Μου χάρισε τον παράδεισο, αυτό έχει σημασία» είπε η ίδια χρόνια μετά. Όμως η επαγγελματική της ασυνέπεια και η απουσία της από το σπίτι κίνησαν τις υποψίες της Κοτοπούλη, που φώναζε οργισμένη: «Πού είναι η Λαμπέτη; Φέρτε μού την απ’ το σπίτι της!». Ήταν η Κοτοπούλη εκείνη που τελικά την επανέφερε στο θέατρο.

«Η Μαρίκα Κοτοπούλη είχε πάθος μαζί μου κι ήθελε να με υιοθετήσει. Και μόνο που μου το ‘λεγε ντρεπόμουνα να δω τη μαμά μου. Η Μαρίκα η Κοτοπούλη, μια τέτοια μεγάλη και διακεκριμένη καλλιτέχνις. Η ιδέα πως κάποιος σκέφτεται ότι θα μπορούσα να αλλάξω τη μαμά μου ήταν για μένα… ένιωθα ένοχη.. δεν την άλλαζα, όχι με τη Μαρίκα Κοτοπούλη, ούτε με την Παναγία»

Το 1945 η σχέση αυτή τελειώνει και η Λαμπέτη επανεμφανίζεται θεατρικά μέσα από το Θέατρο Τέχνης του Καρόλου Κουν.

Από το 1946 έως το 1948, καθηλώνει το κοινό και καθιερώνεται ως μια σπουδαία ηθοποιός μέσα από ερμηνείες σε έργα όπως Γυάλινος Κόσμος, Αντιγόνη, Ο γάμος της Μπάρμπαρα, Το φιόρο του Λεβάντε, Ήταν όλοι τους παιδιά μου, Ζωή με τον πατέρα, Ο ανακριτής έρχεται και το πρώτο ανέβασμα του Ματωμένου Γάμου με τη θρυλική μουσική του Μάνου Χατζιδάκι.

Το 1949 ερωτεύεται παράφορα τον Αλέκο Αλεξανδράκη, αλλά η σχέση τους διαρκεί μόλις λίγους μήνες λόγω καλλιτεχνικής αντιζηλίας. Το 1950 παντρεύεται τον δημοσιογράφο και θεατρικό κριτικό Μάριο Πλωρίτη. «Ερωτευθήκαμε. Πιο σωστά, με ερωτεύθηκε εκείνος. Ήταν όμως πρώτης τάξεως άνθρωπος. Τον εκτιμούσα πολύ» εξομολογήθηκε αργότερα.

Παρά το διαζύγιό τους έπειτα από τρία χρόνια, ο Πλωρίτης παρέμεινε ο αφοσιωμένος και πιστός της φίλος μέχρι το τέλος της ζωής της, γράφοντας για εκείνη: «Η Έλλη δεν έπαιζε απλώς· υπέφερε, χαιρόταν, ζούσε κάθε λέξη. Η υποκριτική της δεν ήταν τεχνική, ήταν μια συνεχής αποκάλυψη της ψυχής της».

Το 1952 συγκροτεί με τον Δημήτρη Χορν και τον Γιώργο Παππά τον θίασο Λαμπέτη – Παππά – Χορν. Η ίδια είχε αποκαλύψει στον τότε σύζυγό της, Μάριο Πλωρίτη, το συναισθηματικό της μπέρδεμα. «Μου συμβαίνει κάτι τρομερό: Τον Χορν ξέρεις πως τον έχω, δεν τον χωνεύω. Αλλά δες το πρόβλημα: τον ερωτεύομαι!»

Ο θυελλώδης έρωτας τους καθήλωσε το πανελλήνιο. Το κοινό απαιτούσε να τους βλέπει μαζί στη ζωή, τη σκηνή και τη μεγάλη οθόνη. Μαζί σφράγισαν την εποχή με παραστάσεις όπως η Νόρα και Ο άνθρωπος με την ομπρέλα, αλλά και με εμβληματικές ταινίες όπως το Κυριακάτικο Ξύπνημα, Το Κορίτσι με τα Μαύρα και Η Κάλπικη Λίρα.

«Η Έλλη ήταν ένα πλάσμα που δεν μπορούσες να το συγκρίνεις με κανένα άλλο. Όταν ανέβαινε στη σκηνή, εξαφανίζονταν όλα τα άλλα. Ήταν η απόλυτη μαγεία» είχε παραδεχθεί χρόνια μετά ο Δημήτρης Χορν για το κορίτσι που κάποτε απέρριπτε.

«Με τον Τάκη ζήσαμε ωραία εφτά χρόνια. Ωραία, βέβαια, είναι ένας λόγος. Έρωτας με δόντια – τρωγόμαστε κι αγαπιόμαστε συγχρόνως. Ήταν τότε όταν σμίξαμε, που ο Βόκοβιτς είχε πει το περίφημο: Για να δούμε πώς θα ταιριάξουν οι Βερσαλίες με τα Βίλια»

«Με τον Τάκη ζήσαμε ωραία εφτά χρόνια. Ωραία, βέβαια, είναι ένας λόγος. Έρωτας με δόντια – τρωγόμαστε κι αγαπιόμαστε συγχρόνως. Ήταν τότε όταν σμίξαμε, που ο Βόκοβιτς είχε πει το περίφημο: ‘Για να δούμε πώς θα ταιριάξουν οι Βερσαλίες με τα Βίλια’. Δηλαδή ο Χορν με την υψηλή του καταγωγή κι εγώ η χωριατοπούλα… Και νομίζω ότι δεν είχε κι άδικο, γιατί η κοινωνική διαφορά μας, η διαφορά αγωγής, επιπέδου, συνηθειών, ήταν μια από τις βαθύτερες αιτίες που τελικά χωρίσαμε» είπε η ίδια σε απολογισμό της μιλώντας με τη Φρίντα Μπιούμπη.

Η σχέση της με τον Χορν, που και πολιτικά ήταν απέναντι της (εκείνος επιστήθιος φίλος του Κωνσταντίνου Καραμανλή, εκείνη αριστερή) τελείωσε το 1959.

Η Λαμπέτη, ήδη κλονισμένη από την απώλεια τριών αδελφών της από καρκίνο, έμεινε έγκυος και ήθελε το παιδί, ενώ ο Χορν ήταν διστακτικός. Η ηθοποιός αποφάσισε να προχωρήσει κρυφά σε έκτρωση. Η επέμβαση παραλίγο να της στοιχίσει τη ζωή.

Η πάρεση, ο Μπελογιάννης, ο θάνατος και το BAFTA

Η Λαμπέτη έζησε στιγμές που της χάραξαν τραύματα. Το 1941 πέθανε από φυματίωση ο δίδυμος αδελφός της, Τάκης. Ήταν, τότε, μόλις 15 ετών. Κατά τα Δεκεμβριανά σκοτώθηκε από αδέσποτη σφαίρα η μητέρα της. Στα 26 της έπαθε πάρεση από ένα άλλο, παράλογο διπλό θάνατο.

Λέει η ίδια:

«Δεν μπορούσα να συλλάβω το ‘εν ψυχρώ. Σε πιάνω, σε στήνω, σε σκοτώνω… Ήταν πέρα από τις δυνατότητές μου. Είχα ζήσει ήδη τις μέρες των ανώμαλων καταστάσεων, αλλά αυτό! Άγριο πράγμα. Και οργανωμένο από το κράτος, ε;»

«Όταν ήμουν εικοσιέξι χρονών έπαθα πάρεση. Πλήρη. Ήταν τη μέρα που εκτέλεσαν τον Μπάτση και τον Μπελογιάννη. Όταν το ‘μαθα, πάγωσα. Δεν ήταν λύπη, ήταν κάτι παραπάνω. Σοκ! Καταλάβαινα πως δε θ’ άντεχα, κάτι θα μου συνέβαινε. Κι ωστόσο δεν μπορούσα να διανοηθώ πόσο σχετική είναι η ύλη – το σώμα – με τον συναισθηματικό κόσμο. Σκέφτηκα αμέσως: Μετά απ’ αυτήν την τραγωδία, μετά από τόση θλίψη, δεν είναι δυνατόν να εξακολουθήσω να είμαι ίδια, κάπου θα βγω αλλαγμένη. Αλλά δεν πίστευα πως θ’ αντιδρούσε έτσι ο οργανισμός μου.

Κι όμως ως το βράδυ είχα παραλύσει. Το μισό μου πρόσωπο ήταν τελείως παράλυτο. Μου κράτησε έξι εβδομάδες. Ήμουν πολύ νέα, έκανα ηλεκτροσοκ – δεν είναι πολύ δύσκολο να περάσει η πάρεση όταν είσαι νέος, όπως επίσης είναι σπάνιο να την πάθεις σε μικρή ηλικία. Αλλά εκείνες τις έξι εβδομάδες δεν μιλούσα καθόλου. Έτρεχαν τα σάλια μου. Το στόμα μου είχε πάει εκεί… Να, κοίτα, ως τώρα δεν έχει έρθει εντελώς στη θέση του.

Ήταν ένα τραγικό γεγονός εκείνη η εκτέλεση!… Τον Μπάτση τον γνώριζα προσωπικά, ήταν φίλος του Μάριου. Το προηγούμενο Πάσχα είχαμε πάει μαζί στον Πόρο, είχε κοντά του και την κόρη του, την Ελενίτσα. Έτσι συνδεθήκαμε. Δεν ήταν βέβαια κανένας πολύ δικός μου άνθρωπος, αλλά αυτό το θέμα της εκτέλεσης δεν μπορούσα να το συλλάβω. Δεν μπορούσα να συλλάβω το ‘εν ψυχρώ. Σε πιάνω, σε στήνω, σε σκοτώνω… Ήταν πέρα από τις δυνατότητές μου. Είχα ζήσει ήδη τις μέρες των ανώμαλων καταστάσεων, αλλά αυτό! Άγριο πράγμα. Και οργανωμένο από το κράτος, ε;»

Η καριέρα της βρισκόταν σε συνεχή άνοδο. Η μοίρα της όμως επιφύλασσε πλήγματα για τη Λαμπέτη. Η αδερφή της, Αντιγόνη Λούκου, θυμάται τη δραματική νύχτα όταν, πριν από μια πρεμιέρα, έμαθε για το θάνατο του πατέρα της.

«Ήταν απόγευμα, η Έλλη ετοιμαζόταν για την πρεμιέρα του έργου ‘Το σπίτι της κούκλας’. Ξαφνικά έμαθε για τον θάνατο του πατέρα μας. Δεν μπορούσε να αναβάλλει την πρεμιέρα. Σε μια από τις σκηνές που η Έλλη έπρεπε να κλάψει, ξεσπάει σε κλάμματα. Δεν μπορεί να σταματήσει. Ο κόσμος από κάτω σηκώθηκε όρθιος να την χειροκροτήσει για την άψογη υποκριτική της. Κανείς όμως δεν γνώριζε ότι έκλαιγε για τον χαμένο μας πατέρα».

Παρά τη σαρωτική της παρουσία, η φιλμογραφία της δεν ξεπέρασε τις δέκα ταινίες. Η κορυφαία στιγμή της υπήρξε Το Τελευταίο Ψέμα (1958) του Μιχάλη Κακογιάννη, μια ταινία που στηλίτευε τον νεοπλουτισμό και την ταξικότητα μιας κοινωνίας χωρίς ιδανικά. Η ερμηνεία της χάρισε μια ιστορική υποψηφιότητα για Βραβείο Καλύτερης Ξένης Ηθοποιού στα βραβεία BAFTA.

«Ο φακός τη λάτρευε γιατί δεν προσπαθούσε να δείξει τίποτα ψεύτικο. Η Έλλη είχε μια εσωτερική αλήθεια που αποτυπωνόταν στο βλέμμα της χωρίς προσπάθεια» θα πει για τη Λαμπέτη ο Κακογιάννης.

Οι απώλειες βέβαια συνέχιζαν στη ζωή της. Η Λαμπέτη έθαψε κάθε μια από τις αδελφές της, μία απο φυματίωση, δύο από καρκίνο και μια σε θανατηφόρο τροχαίο δυστύχημα.

Το βαρετό Μανχάταν και ο πρώτος καρκίνος

Τον ίδιο χρόνο που χωρίζει από τον Χορν, το 1959, παντρεύεται τον Αμερικανό συγγραφέα Φρέντερικ Γουέικμαν. «Ο Φρεντ μου πήρε ένα καταπληκτικό σπίτι στη Νέα Υόρκη. Τα παράθυρά του έβλεπαν όλο το Μανχάτταν. Σε εννέα μήνες είχα βαρεθεί. Ήθελα να τον αφήσω στην Αμερική και να γυρίσω στο θέατρο».

Όπως και έκανε. Το δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’60, η Λαμπέτη στράφηκε σε ένα πιο «ελαφρύ» ρεπερτόριο, αναζητώντας ίσως μια διέξοδο από τις προσωπικές της τραγωδίες (όπως η απώλεια των αδελφών της από καρκίνο). Με σταθερό παρτενέρ τον Κώστα Καρρά από το 1964 έως το 1968, σημείωσε τεράστιες επιτυχίες, όπως το «Λεωφορείον ο Πόθος» και η «Μαμζέλ Πέπσυ» και στις 27 Σεπτεμβρίου 1968 ανέβασε στο Θέατρο Κεντρικόν τη γαλλική κωμωδία «Σαράντα Καράτια».

«Ο Φρεντ μου πήρε ένα καταπληκτικό σπίτι στη Νέα Υόρκη. Τα παράθυρά του έβλεπαν όλο το Μανχάτταν. Σε εννέα μήνες είχα βαρεθεί»

Η παράσταση γνώρισε πρωτοφανή θρίαμβο, με ουρές θεατών να κατακλύζουν το θέατρο για μήνες. Η ίδια όχι μόνο πρωταγωνιστούσε αλλά και σκηνοθετούσε υπερασπιζόμενη με πείσμα τις επιλογές της – όπως τη νεαρή τότε Βέρα Κρούσκα, την οποία στήριξε απέναντι στις αντιδράσεις του θιάσου.

Τον Απρίλιο του 1969 η μοίρα της χτύπησε το πρώτο σκληρό καμπανάκι. Ενώ οι εφημερίδες έγραφαν για εισαγωγή στον Ευαγγελισμό λόγω γαστρορραγίας, η Λαμπέτη υποβαλλόταν μυστικά σε μαστεκτομή, δίνοντας την πρώτη της μάχη με τον καρκίνο.

Δέκα χρόνια αργότερα, το 1969, ο καρκίνος κάνει την πρώτη του εμφάνιση. Ταξιδεύει στις ΗΠΑ για να εγχειριστεί και επιστρέφει στο θέατρο, χωρίς να γνωρίζει ότι την καρτερούσε μια ακόμη πιο σκοτεινή περίοδος.

Το σκάνδαλο με τη βίλα των οργίων και η οργή της

Το πρωί της 10ης Φεβρουαρίου 1971, ενώ πάλευε ήδη με την ασθένεια, ο Τύπος εμπλέκει το όνομά της στο ροζ σκάνδαλο της «παρέας της έπαυλης» στη Γλυφάδα, κάνοντας λόγο για όργια με ανήλικα και ζώα.

Τα πρωτοσέλιδα την εμφάνιζαν ανάμεσα στους θεατές, και το όνομά της σπιλώθηκε ανεπανόρθωτα. Στις παραστάσεις του έργου Λαίδη, μερίδα του κοινού τη γιουχάριζε μιμούμενη σκύλους με τη φωνή «γαβ γαβ».

«Με ποιο δικαίωμα με σπρώχνουν ανάμεσα σε σκύλους και σε νέγρους, στη ζούγκλα της πρώτης σελίδας;»

Σε συνέντευξή της στα Επίκαιρα, η Λαμπέτη ξέσπασε: «Με ποιο δικαίωμα με σπρώχνουν ανάμεσα σε σκύλους και σε νέγρους, στη ζούγκλα της πρώτης σελίδας;»

«Έπρεπε να με ρωτήσετε εάν έχω άλλοθι. Έτσι δεν κάνετε με όλους τους κατηγορούμενους; Το άλλοθι μου είναι τα αρχεία του Ευαγγελισμού. Ήμουν με γάζες και σωληνάκια για δύο εβδομάδες. Αλλά σηκώθηκα να κάνω πρόβες στο θέατρο μου. Ξέρετε γιατί; Ζουν 35 άνθρωποι από μένα και έπρεπε να τους σκεφτώ. Δεν έχω μερσεντές όπως ισχυρίζεστε, δεν οδηγώ καν. Εγώ δεν έχω δικαίωμα λόγου;» είχε πει οργισμένη στον ανακριτή, πετώντας τα χαρτιά του νοσοκομείου στα μούτρα του.

Αν και οι μάρτυρες παραδέχτηκαν την πλάνη τους και ο ανακριτής ζήτησε συγγνώμη, η παράσταση κατέβηκε στα τέλη Φεβρουαρίου. Όταν δημοσιογράφος τη ρώτησε αν κατεβάζει το έργο επειδή την πείραξαν τα «γαβ-γαβ», εκείνη απάντησε ανοιχτά, παραδεχόμενη για πρώτη φορά την ασθένειά της. «Όχι κύριε. Κατεβάζω το έργο επειδή είμαι πολύ άρρωστη.»

Η τραγωδία της μικρής Ελίζας

Στις αρχές της δεκαετίας του 1970, ενώ έκανε θεατρικές εκπομπές στο ραδιόφωνο, γνώρισε έναν νεαρό που εκμυστηρεύτηκε πως είχε αποκτήσει εκτός γάμου ένα κοριτσάκι και αδυνατούσε να το συντηρήσει. Η Λαμπέτη προσφέρθηκε να αναλάβει προσωρινά την ανατροφή του.

Το μωρό μεγάλωσε μαζί με την ίδια και τον σύζυγό της σαν δικό τους παιδί για πέντε χρόνια, φτάνοντας να πει την πρώτη του λέξη: «μαμά».

Η Ελλη Λαμπέτη στη δίκη για την υπόθεση υιοθεσίας της μικρής Ελίζας, 1974

Το 1974 όμως, οι βιολογικοί γονείς παντρεύτηκαν και διεκδίκησαν το παιδί δικαστικά. Η υπόθεση έγινε βορά στα ΜΜΕ, βυθίζοντας τη Λαμπέτη στην κατάθλιψη.

Η τραγωδία κορυφώθηκε όταν οι φυσικοί γονείς πήραν τη μικρή για βόλτα και δεν την επέστρεψαν ποτέ. Η Λαμπέτη κατέρρευσε ψυχολογικά. «Μου ξερίζωσαν την καρδιά. Όλα τα άλλα τα άντεξα, αλλά αυτό το χτύπημα ήταν πάνω από τις δυνάμεις μου» εκμυστηρεύτηκε με σπαραγμό.

Επιστροφή, σιωπή, φινάλε

Το 1980 ο καρκίνος επανέρχεται επιθετικά με μεταστάσεις. Οι χημειοθεραπείες έπληξαν τις φωνητικές της χορδές, στερώντας της σταδιακά τη φωνή. Κι όμως, το 1981 πραγματοποιεί την τελευταία της παράσταση στην Αθήνα με το έργο Σάρα – Τα παιδιά ενός κατώτερου Θεού. Υποδυόμενη την κωφάλαλη Σάρα, μετέτρεψε τη σιωπή της σε καθηλωτική υποκριτική δύναμη.

«Η Λαμπέτη δεν είναι ηθοποιός, δεν έχει την τέχνη της υποκριτικής, δεν υποδύεται ρόλους, δεν ενσαρκώνει χαρακτήρες. Οι ρόλοι, οι χαρακτήρες έχουν ενσαρκωθεί στο σώμα της. Τα πλάσματα της φαντασίας υποδύονται, υποκρίνονται τη Λαμπέτη. Δεν είναι αυτό που λέμε ταύτιση με τον ρόλο η ερμηνεία. Είναι το υλικό των ονείρων που εγένετο μεθ’ ημών» έγραψε για τη Λαμπέτη ο κριτικός θέατρου Κώστας Γεωργουσόπουλος αποτυπώνοντας την παρακαταθήκη της.

Αντί επιλόγου, απόσπασμα από άρθρο που δημοσιεύτηκε στο ΒΗΜΑ την Κυριακή 6 Φεβρουαρίου 1983 της Φρίντα Μπιούμπι. Η δημοσιογράφος και συγγραφέας ανέλαβε αυτό που η Έλλη Λαμπέτη της ζήτησε, να γράψει για τη ζωή και το τέλος της.

Δέκα μήνες μετά την ανακοίνωση του θανάτου της από τα μέσα ενημέρωσης, η Έλλη Λαμπέτη ζει, αυτάρκης και μεγαλόπρεπη στην απλότητά της, σ’ ένα ευρύχωρο, ηλιόλουστο διαμέρισμα της Κυψέλης.

Ζει είναι το λιγότερο που μπορεί να πει κανείς. Σωστότερα: δονείται. Ξεχειλίζει από μια αστείρευτη εσωτερική ζωντάνια, ακτινοβολεί μια ανεξήγητη ψυχική ευρωστία. Εξακολουθεί να ονειρεύεται, να παθιάζεται, να οραματίζεται, να θυμώνει, να δημιουργεί, ν’ αγαπάει, να πονάει, να κρίνει, να συγκρίνει, να μιμείται, ν’ απαγγέλλει, να γελάει, ν’ αναλύει, να συνθέτει, να μετουσιώνει, να γοητεύει…

Φαίνεται, αλήθεια, περίεργο -και είναι πράγματι ασύλληπτο για την ανθρώπινη λογική- πώς ένα τόσο εύθραυστο κορμί σαν το δικό της γίνεται καμουφλάζ και φυλακή για μια τόσο γερή και γενναία καρδιά, πώς μια τόσο μεγάλη και σφύζουσα από υγεία ψυχή συγκροτείται μέσα στο κατακρεουργημένο από τις πολλαπλές εγχειρήσεις, λεηλατημένο απ’ τον καρκίνο σώμα της.

Από τρίτους έμαθα ότι ακόμα και οι γιατροί, οι χειρουργοί που πέρσι τέτοιον καιρό, στη Νέα Υόρκη, επενέβησαν στο μεσοθωράκιο και αφαίρεσαν, αναγκαστικά, τις υγιείς φωνητικές χορδές της, απορούν τώρα και εξίστανται: «Μα ζει ακόμα η κυρία Λαμπέτη;» Κι όταν παίρνουν καταφατική απάντηση, δίνουν τη μόνη ερμηνεία που μπορούν να δώσουν στο «θαύμα»: «Ζει επειδή είναι τέτοια γυναίκα!».

Τέτοια γυναίκα! Ακόμα και αυτοί οι ξένοι επιστήμονες που δεν γνώρισαν την καλλιτεχνική ιδιοφυΐα της, που δεν αξιώθηκαν να δοκιμάσουν την από σκηνής χημεία της, που δεν μυήθηκαν στη σαγήνη της Λαμπέτη – ηθοποιού, επιβεβαιώνονται για το ότι και σαν κράση ανθρώπου ακόμα «η κυρία Λαμπέτη είναι ένα μοναδικό φαινόμενο».

Η ίδια βέβαια απλοποιεί και υπεραπλουστεύει: «Το μυστικό είναι να μην κλαις», προσπαθεί να με πείσει με μια φωνή που βγαίνει σαν διακεκομμένος ψίθυρος, όταν πατάει με το δάχτυλο το άνοιγμα ενός μεταλλικού σωλήνα που είναι χωμένος στο λαρύγγι της. «Να μην κλαις. Γιατί έτσι και κλάψεις, κάηκες. Μου κάνανε την εγχείρηση ξύπνια, χωρίς νάρκωση, και δεν έβγαλα άχνα -δεν έκλαψα. Αν έκλαιγα, πάει· η δύναμή μου θα χανότανε. Οι γιατροί έφτασαν να με ρωτήσουν αν είχα κάνει γιόγκα. Όχι, τους είπα, αλλά δεν πρέπει να ναρκωθώ, είμαι αλλεργική στη νάρκωση. Μα, λέει ο γιατρός, πρέπει να σας βάλω όλο αυτό μέσα -πώς θα το βάλω; Λέω: να προσπαθήσω ν’ ανοίξω χωρίς νάρκωση. Και τα κατάφερα!».

Βλεπόμαστε σχεδόν καθημερινά τον τελευταίο καιρό. Η Έλλη, πάντα άβαφτη και απλή, με τα σκουροκάστανα, ίσια κομμένα μαλλιά της να ξεπροβάλλουν κάτω απ’ το μαντήλι που ‘χει δεμένο στον αυχένα, με πουλόβερ και φούστα ή με κάποιο άνετο φόρεμα, διαμαρτύρεται συχνά για τα λιγοστά παραπανίσια κιλά της. Κατά τα άλλα, είναι ίδια όπως άλλοτε: τα ίδια ωραία, εκφραστικά χέρια, η λεπτή, ευγενική φυσιογνωμία, τα μεγάλα μαύρα μάτια με το επίμονο βλέμμα, το δέρμα τεντωμένο πάνω στα μάγουλα, οι ολοζώντανες εκφράσεις που άλλοτε κάνουν το φρύδι να σηκώνεται και άλλοτε φέρνουν έναν ανεπαίσθητο μορφασμό στα λεπτά χείλη.

Όταν δεν επιχειρεί να θυμηθεί το σολφέζ στο πιάνο -με μια επιμονή που την καθηλώνει ώσπου να πονέσουν τα πλευρά της απ’ την κίνηση- διαβάζει (μελετάει) Προυστ, Μπόρχες, Μάρκες, τα Ευαγγέλια… Συχνά ακούει -σαν ένα είδος μελέτης- τις μαγνητοταινίες παλιών παραστάσεων και τις δοκιμές της περσινής ηχογράφησης ποιημάτων του Καβάφη, που πρόκειται αυτόν τον καιρό να βγουν σε δίσκο -πάντα χωρίς επιείκεια για τον εαυτό της, ανελέητη απέναντι στα υποτιθέμενα λάθη της. Σε όλες τις περιπτώσεις, ό,τι και αν κάνει, με οτιδήποτε και αν ασχοληθεί, αναστατώνει το σπίτι, και ύστερα προσπαθεί -«με μαθηματικές μεθόδους» διατείνεται- να το συγυρίσει…

Χορός, μουσική, διάβασμα, ταξίδια, δέκα κινηματογραφικές ταινίες -όλες σχεδόν μεγάλες επιτυχίες, δυο τελειωμένοι γάμοι, οι θάνατοι επτά πολύ αγαπημένων ανθρώπων, ένας μεγάλος διαβόητος έρωτας κι ένας ακόμη μεγαλύτερος και κρυφός, η συγκλονιστική αφοσίωση σ’ ένα «ξένο» παιδί… Και πάνω απ’ όλα η αυθεντική κι αδιάκοπη λατρεία για τη δουλειά της. «Το θέατρο είναι το σπίτι μου -δεν είχα ποτέ άλλο σπίτι. Οι θεατές, το κοινό, είναι οι γονείς μου, τ’ αδέλφια μου…».

Δεν έχει τίποτα το μελοδραματικό όταν μιλάει έτσι η Έλλη. Μια αλήθεια εκφράζει και ίσως ένα δίκαιο παράπονο που στο κορύφωμα της ωριμότητάς της η αρρώστια τής πήρε τη φωνή -το πολύτιμο εργαλείο της δουλειάς της- αναγκάζοντάς τη να γίνει απόμαχη, ν’ αποστρατευθεί στα 56 χρόνια της, την ώρα ακριβώς που ήθελε να δώσει, που μπορούσε να δώσει το παραπάνω.

«Ήμουν άτυχη», λέει, «η υγεία μου έχει παίξει άσχημο παιγνίδι στην απόδοσή μου. Και το ταλέντο μου μ’ έχει απασχολήσει απ’ αυτή την άποψη. Γιατί πάντοτε ήμουν αδιάθετη, δεν ήταν ο καρκίνος μόνο. Από μικρό παιδί είχα αναιμία και ό,τι έκανα το έκανα από υπερβολικό ζήλο. Με την αναιμία και με την κακή διατροφή της Κατοχής κατάφερνα και έκανα μπαλέτο. Κολυμπούσα και ήμουν η τελευταία που έβγαινε απ’ το νερό. Παρά τις κομάρες και την αδιαθεσία μου, επειδή αγαπούσα τόσο το θέατρο, κατάφερνα και τέλειωνα την παράσταση. Εξοντωμένη».

«Πόσες φορές δεν έχω σκεφτεί ότι την επομένη θα πεθάνω. Προχτές ακόμα έλεγα ότι ούτε πέντε μέρες δεν θα ζήσω, αλλά να που τη σκαπουλάρησα!»

Συνήθως τα βάζει με τον εαυτό της, για μια αναβλητικότητα που επιμένει ότι από χαρακτήρα έχει: «Ναι, είμαι φυγόπονη -δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία. Φυγόπονη και αναβλητική. Σαν τις μωρές παρθένες, αυτές που υποτίθεται ότι θα έρθει ο Κύριος και είναι ανέτοιμες να τον υποδεχθούν… Έτσι είμαι κι εγώ. Έμεινα έξω του νυμφώνος. Δεν έκανα στη ζωή μου πράγματα που έπρεπε να ξέρω ότι δε θα τα κάνω ποτέ, αν δεν τα κάνω τώρα. Στη δουλειά μου κυρίως -είχα πολλά να κάνω στη δουλειά μου και δεν τα έκανα… Πέντε τάλαντα μού έδωσε ο Θεός, και τα πέντε τού τα επιστρέφω. Δεν τα αξιοποίησα. Δεν καλλιέργησα το ταλέντο μου για να καρποφορήσει όπως έπρεπε…».

Ενοχές, άλλες δικαιολογημένες, άλλες αδικαιολόγητες. Τύψεις ακόμα και για το ότι δεν μπόρεσε να βρει ένα μεγάλο ταλέντο. «Ήταν, ξέρεις, μια εποχή που με είχε κυριέψει μια μεγάλη λαχτάρα γι’ αυτό, μια μανία. Είναι τόση η χαρά να ξέρεις ότι κάτι έχεις προσφέρει. Έχω σκεφτεί πολύ πώς πρέπει να έχει νιώσει η Κοτοπούλη που μπόρεσε να γεννήσει. Πόσο καταλαβαίνω το πάθος της! Κι έναν καιρό είχα κι εγώ την ίδια ψύχωση: να βρω έναν ηθοποιό που ν’ αξίζει τον κόπο. Κι όλο έλεγα να, αυτό είναι. Αλλά δεν ήταν. Είσπραξη απογοητεύσεων… Ποτέ δεν έπεσα έξω εκατό τοις εκατό, αλλά ποτέ δεν βρήκα και το ξεχωριστό»…

Οι απόψεις της για το θέατρο σήμερα είναι σαφείς: «Δεν έχουν καταλάβει τι θα πει θέατρο. Απ’ τη μια το θεωρούν σημαντικό όσο και το ψωμί και το επιχορηγούν για να επιβιώσει. Απ’ την άλλη το υποβιβάζουν στο επίπεδο της ψυχαγωγίας. Δεν είναι ούτε το ένα ούτε το άλλο. Το θέατρο είναι Τέχνη. Θέλει δουλειά, δεν θέλει επιχορηγήσεις. Να πληρώνει ο πολίτης για να ζήσει ένας ηθοποιός που προσπαθεί να τα βγάλει πέρα με δεκατρείς χιλιάδες δραχμές τον μήνα σύνταξη είναι ένα, κι άλλο να πληρώνει τον ηθοποιό για να κάνει το ψώνιο του, για να παρουσιαστεί. Ε, όχι! Αυτά είναι βάρβαρα πράγματα. Χίλιες φορές να μην παρουσιαστεί! Να πληρώσει ο ίδιος για το ψώνιο του και να μην το δει κανείς! Να αντιμετωπίσει ο ίδιος την αποτυχία, όχι το κράτος!»…

Το ξέρει πως, σύμφωνα με την ανθρώπινη μοίρα, θα πεθάνει. Οδεύει προς τον θάνατο -αλλά προς τα εκεί δεν οδεύουμε όλοι; Η διαφορά ανάμεσα στη Λαμπέτη και σε όλους εμάς είναι ότι εκείνη είναι πιο φωτισμένη πάνω στο θέμα, φιλοσοφικά πιο προχωρημένη, γιατί έχει μπορέσει να δει, να συλλογιστεί, ν’ αναλύσει, να μελετήσει τον θάνατο, κι έτσι να τον αντιμετωπίσει με λεβεντιά και, ακόμα, με χιούμορ.

«Πόσες φορές δεν έχω σκεφτεί ότι την επομένη θα πεθάνω. Προχτές ακόμα έλεγα ότι ούτε πέντε μέρες δεν θα ζήσω, αλλά να που τη σκαπουλάρησα! Ξέρεις, πριν μερικά χρόνια -έπαιζα τη Σάρα τότε- ήρθαν στο καμαρίνι μου τρεις σκηνοθέτες του Εθνικού: ο Κωστής Μιχαηλίδης, ο Πέλος Κατσέλης και ο Τάκης Μουζενίδης. Ήταν πολύ συγκινημένοι που με είχαν δει να παίζω έτσι άρρωστη. Συγκινηθήκαμε όλοι. Ήμουν σίγουρη ότι περίλυποι εκείνοι σκεφτόντουσαν ότι θα πεθάνω: η καημένη η Λαμπέτη, το μεγάλο ταλέντο! Και τελικά πέθαναν και οι τρεις στο μεταξύ και η Λαμπέτη είναι ακόμα εδώ! Σου είπα, είμαι αναβλητική. Κι έτσι κάθε τόσο αναβάλλω τον θάνατό μου».

*Αποσπάσματα από αφιερωματικό άρθρο στον Ταχυδρόμο της 22ας Δεκεμβρίου 1983 από τη δημοσιογράφο και συγγραφέα Φρίντα Μπιούμπι. Οι συζητήσεις τους έγιναν βιβλίο.

in.gr