«Πώς έγραψες;»

«Τι βαθμό πήρες;»

«Είπες μάθημα;»

Είναι συχνά οι πρώτες ερωτήσεις που κάνουμε στα παιδιά όταν επιστρέφουν από το σχολείο. Και είναι απολύτως φυσικό να μας ενδιαφέρει η πρόοδός τους. Όμως, αν οι ερωτήσεις μας σταματούν εκεί, μήπως τελικά μαθαίνουμε στα παιδιά να βλέπουν τη σχολική τους ζωή μόνο μέσα από αριθμούς;

Σε έναν διαρκή αγώνα για καλύτερες επιδόσεις, ο βαθμός μπορεί να μετατραπεί σε μέτρο ικανότητας, προσπάθειας, επιτυχίας, ακόμη και προσωπικής αξίας.

Ένας καλός μαθητής συχνά θεωρείται εργατικός, υπεύθυνος και ικανός, με περισσότερες πιθανότητες για ένα «καλό μέλλον». Αντίθετα, ένας χαμηλότερος βαθμός μπορεί εύκολα να ερμηνευτεί ως αδιαφορία, τεμπελιά ή μειωμένες ικανότητες. Όμως ένα παιδί δεν είναι ο βαθμός του.

Η σχολική επίδοση αποτυπώνει ένα μέρος των γνώσεων και των δεξιοτήτων του. Δεν αποτυπώνει την ενσυναίσθησή του, την ικανότητά του να συνεργάζεται, να δημιουργεί σχέσεις, να διαχειρίζεται την απογοήτευση, να ζητά βοήθεια, να υπερασπίζεται έναν συμμαθητή του ή να σηκώνεται ξανά μετά από μια αποτυχία…

Κι αυτές οι δεξιότητες έχουν μεγάλη σημασία!

Η ικανότητα να αναγνωρίζει και να διαχειρίζεται τα συναισθήματά του, να κατανοεί τους άλλους, να δείχνει ενσυναίσθηση, να συνεργάζεται, να επικοινωνεί και να δημιουργεί υγιείς σχέσεις συνδέεται όχι μόνο με την ψυχοκοινωνική του ευημερία, αλλά και με τη σχολική του λειτουργικότητα και την ακαδημαϊκή του πορεία.

Ταυτόχρονα, χρειάζεται να θυμόμαστε ότι δεν μαθαίνουν όλα τα παιδιά με τον ίδιο τρόπο ούτε με τον ίδιο ρυθμό. Υπάρχουν παιδιά που αντιμετωπίζουν μαθησιακές δυσκολίες, χρειάζονται περισσότερο χρόνο, διαφορετικές στρατηγικές ή μεγαλύτερη υποστήριξη. Υπάρχουν και παιδιά που δυσκολεύονται στις κοινωνικές τους σχέσεις, στη συγκέντρωση, στην προσαρμογή ή στη διαχείριση των συναισθημάτων τους.

Μια τέτοια δυσκολία δεν αποτελεί χαρακτηρισμό του παιδιού και σε καμία περίπτωση δεν καθορίζει την αξία, τις δυνατότητες ή το μέλλον του. Αυτό που χρειάζεται είναι να αναζητούμε τι χρειάζεται το συγκεκριμένο παιδί για να μπορέσει να προχωρήσει, αποφεύγοντας τις συγκρίσεις και τις ταμπέλες και αναγνωρίζοντας την προσπάθεια, την πρόοδο και τις δυνατότητές του.

Όταν ένας μαθητής δυσκολεύεται στα μαθήματα, συνήθως δεν διστάζουμε να αναζητήσουμε τρόπους να τον υποστηρίξουμε: ιδιαίτερα μαθήματα, φροντιστήριο, περισσότερες επαναλήψεις, επιπλέον ασκήσεις, περισσότερο χρόνο μελέτης. Αναγνωρίζουμε τη δυσκολία και προσπαθούμε να του προσφέρουμε τα εργαλεία που χρειάζεται.

Τι συμβαίνει όμως όταν η δυσκολία δεν αφορά ένα μάθημα;

Όταν ένα παιδί δυσκολεύεται να κάνει φίλους, να ενταχθεί στην ομάδα, να διαχειριστεί τον θυμό ή το άγχος του, να θέσει όρια, να αντιμετωπίσει μια απόρριψη ή έναν εκφοβισμό, να διαχειριστεί μια σύγκρουση ή απλώς να καταλάβει και να εκφράσει αυτό που νιώθει, μήπως δεν κινητοποιούμαστε με την ίδια αμεσότητα;

Κι όμως, αυτές είναι απαραίτητες δεξιότητες που χρειάζονται μάθηση, χρόνο, καθοδήγηση και εξάσκηση.

Όπως δεν περιμένουμε από ένα παιδί που δυσκολεύεται στα μαθηματικά να τα καταφέρει απλώς «με τον καιρό», έτσι δεν θα πρέπει να θεωρούμε αυτονόητο ότι θα μάθει μόνο του να διαχειρίζεται τα συναισθήματά του, να δημιουργεί υγιείς σχέσεις, να προστατεύει τον εαυτό του ή να αντιμετωπίζει τις κοινωνικές δυσκολίες.

Η καλλιέργεια της ανθεκτικότητας είναι επίσης σημαντική. Τα παιδιά χρειάζεται να μάθουν ότι το λάθος αποτελεί μέρος της μάθησης, ότι μια δυσκολία δεν σημαίνει «δεν μπορώ», αλλά μπορεί να σημαίνει «δεν μπορώ ακόμη». Να μάθουν ότι ένα αποτέλεσμα που δεν ήταν αυτό που περίμεναν δεν ακυρώνει την προσπάθειά τους και δεν σημαίνει ότι πρέπει να σταματήσουν να προσπαθούν.

Αυτό δεν σημαίνει ότι υποβαθμίζουμε τη σχολική επίδοση. Σημαίνει ότι στηρίζουμε τη μάθηση χωρίς να τη μετατρέπουμε σε μοναδικό κριτήριο αξίας. Βοηθάμε τα παιδιά να ανακαλύπτουν τι τα ενδιαφέρει, να θέτουν προσωπικούς στόχους και να χαίρονται την κατάκτηση της γνώσης, όχι μόνο την επιβράβευση που συνοδεύει έναν καλό βαθμό.

Ίσως, λοιπόν, χρειάζεται να αλλάξουμε λίγο και τις ερωτήσεις μας.

Παράλληλα με το «Τι βαθμό πήρες;», μπορούμε να ρωτάμε:

«Τι σου άρεσε σήμερα;»

«Υπήρχε κάτι που σε δυσκόλεψε;»

«Ένιωσες άγχος ή στενοχώρια για κάτι;»

«Με ποιον συμμαθητή πέρασες όμορφα;»

«Υπήρξε κάτι για το οποίο ένιωσες περήφανος;»

«Χρειάστηκε κάποιος τη βοήθειά σου σήμερα;»

«Παρατήρησες κάποιο παιδί να μένει μόνο του στο διάλειμμα;»

Ερωτήσεις απλές, που ανοίγουν χώρο για μια διαφορετική συζήτηση. Για όσα έμαθε το παιδί, αλλά και για όσα ένιωσε. Για τις δυσκολίες του, τις σχέσεις του, τις σκέψεις του και τις δυνάμεις του.

Ο «μαθητής» είναι ένας από τους πολλούς ρόλους που έχει ένα παιδί. Δεν είναι η ταυτότητά του. Το ίδιο παιδί είναι γιος ή κόρη, αδερφός ή αδερφή, φίλος, συμμαθητής, συναθλητής και, τελικά, μέλος μιας κοινωνίας στην οποία καλείται να συμμετέχει και να συνυπάρχει με τους άλλους.

Για να εξελιχθεί σε έναν λειτουργικό και συναισθηματικά ώριμο ενήλικα, δεν αρκεί να αναπτύξει μόνο τις γνωστικές και ακαδημαϊκές του ικανότητες. Χρειάζεται να καλλιεργήσει την αυτογνωσία, την ενσυναίσθηση, την επικοινωνία, τη συνεργασία, την ικανότητα να διαχειρίζεται τα συναισθήματα και τις δυσκολίες και να δημιουργεί υγιείς σχέσεις.

Άλλωστε, η σύγχρονη παιδαγωγική και η έρευνα στην αναπτυξιακή ψυχολογία και τη νευροεπιστήμη συμφωνούν: η συναισθηματική αγωγή είναι αναγκαία προϋπόθεση για την ουσιαστική μάθηση και τη σχολική επιτυχία!

Γιατί τελικά, πίσω από τον «μαθητή» υπάρχει ένα ολόκληρο παιδί.

Δώρα Σορβατζιώτη είναι Ψυχοθεραπεύτρια CBT και Κοινωνική Λειτουργός (M.Ed.).