Μεταφέροντας πυρομαχικά και τρόφιμα, περιθάλποντας τραυματίες και αναλαμβάνοντας δουλειές που ο πόλεμος είχε αφήσει πίσω του, αγρότισσες, μητέρες και νεαρές κοπέλες έγιναν κρίσιμος κρίκος στην ελληνική άμυνα, ενώ πολλές συνέχισαν τη δράση τους και κατά τη διάρκεια της Κατοχής

Αν οι στρατιώτες έγραφαν την ιστορία του Έπους του ’40 στα βουνά της Πίνδου, οι γυναίκες της Ηπείρου φρόντιζαν να φτάνουν στα χέρια τους τα εφόδια που χρειάζονταν για να συνεχίσουν να πολεμούν. Μεταφέροντας πυρομαχικά και τρόφιμα, περιθάλποντας τραυματίες και αναλαμβάνοντας δουλειές που ο πόλεμος είχε αφήσει πίσω του, αγρότισσες, μητέρες και νεαρές κοπέλες έγιναν κρίσιμος κρίκος στην ελληνική άμυνα, ενώ πολλές συνέχισαν τη δράση τους και κατά τη διάρκεια της Κατοχής.

Στα μονοπάτια της Πίνδου

Τα ξημερώματα της 28ης Οκτωβρίου 1940, η ιταλική εισβολή έφερε τον πόλεμο στα σύνορα της Ηπείρου. Τον Οκτώβρη του 2021 σε αφιέρωμα της ΕΡΤ, μια 101χρονη τότε γυναίκα από το χωριό Πεντάλοφος μοιράζεται τις πρώτες στιγμές της ημέρας εκείνης, όταν οι κάτοικοι δε γνώριζαν ότι είχε ξεσπάσει πόλεμος: «Είχα μια ταβέρνα με τον άντρα μου. Μου λέει ο άντρας μου: «Εγώ θα πάω στα ζώα, εσύ θα ανοίξεις το μαγαζί». Το άνοιγα, ας ήμαν μικρή. Σηκώθηκα το πρωί, και χτυπούσαν οι καμπάνες του χωριού, ντάγκα-ντούγκου, ντάγκα-ντούγκου. «Μπα; Τι να ‘ναι; Πυρκαγιά!». Φωνάζουμε τη γειτόνισσα: «Μαρία, τι γίνεται; Ξέρεις;» «Δεν ξέρουμε. Τι χτυπούν οι καμπάνες; Γιατί; Για ποιον λόγο;» Αφού δεν είχαμε ράδια. Εγώ πήρα ξύλα να πάω να ανοίξω το μαγαζί. Πηγαίνω και στον δρόμο βρίσκω τη δασκάλα του χωριού: «Δασκάλα, τι είναι; Τι συμβαίνει;». «Δεν ξέρεις;» Λέω: «Όχι, πού να ξέρω;» «Να» λέει «τώρα έμαθα κι εγώ ότι γίνεται πόλεμος, οι Ιταλοί μάς κήρυξαν τον πόλεμο». «Πότε;» «Τώρα, σήμερα. Το ακούσαμε κι εμείς και τώρα θα πάω στο σχολείο να δω τι γίνεται». Πήγα εγώ στο μαγαζί, αυτή στο σχολείο… το σχολείο ήταν γεμάτο στρατό, γεμάτο τρόφιμα, γεμάτο, γεμάτο! Όλοι οι δρόμοι γεμάτοι στρατό. Μα πότε [έφτασαν]; Νύχτα περπάτησαν και ήρθαν εδώ; Εγώ πήγα στο μαγαζί, το άνοιξα και ήρθε κάποιος στρατιώτης εκεί. Μου λέει: «Τι είναι το μαγαζί;» «Ταβέρνα». «Κλείστο!». Το έκλεισα το μαγαζί, σε λίγη ώρα έρχεται άλλος αξιωματικός. «Η ταβέρνα εδώ να ανοίξει. Θα γίνει πόλεμος σήμερα και τα παιδιά θέλουν να μπουν μέσα να πάρουν να πιουν ένα ποτήρι νερό, να βάλουνε νερό στο παγούρι τους και να φύγουν, να γίνει ο πόλεμος».

Στις ορεινές περιοχές, όπου οι δρόμοι ήταν λιγοστοί και οι μετακινήσεις εξαιρετικά δύσκολες, η υπεράσπιση του μετώπου εξαρτιόταν, μεταξύ άλλων, και από την ικανότητα των στρατιωτών να ανεφοδιάζονται. Η Μάχη της Πίνδου, που διεξήχθη από τις 28 Οκτωβρίου έως τις 13 Νοεμβρίου 1940, ανέδειξε τη σημασία της περιοχής για την άμυνα και τη σύνδεση των ελληνικών δυνάμεων στην Ήπειρο και τη Δυτική Μακεδονία.

Σε αυτό το δύσβατο τοπίο, γυναίκες από χωριά της Κόνιτσας, του Ζαγορίου, του Πωγωνίου και άλλων ορεινών περιοχών ανέλαβαν μια αποστολή που απαιτούσε σωματική αντοχή, γνώση του βουνού και συνεχή έκθεση στον κίνδυνο. Ακολουθώντας στενά μονοπάτια και ανηφορίζοντας σε υψόμετρα όπου η κίνηση γινόταν ολοένα δυσκολότερη, μετέφεραν στις πλάτες τους πυρομαχικά, όπλα, τρόφιμα και άλλα αναγκαία εφόδια. Στην επιστροφή κατέβαζαν τραυματίες προς τα σημεία περίθαλψης, συχνά κάτω από αντίξοες καιρικές συνθήκες.

Σε περιοχές όπου η μεταφορά με οχήματα ήταν αδύνατη και τα διαθέσιμα υποζύγια δεν επαρκούσαν, η ανθρώπινη δύναμη γινόταν αναπόσπαστο μέρος της γραμμής ανεφοδιασμού. Οι γυναίκες γνώριζαν τις διαδρομές, τις κλίσεις του εδάφους και τις καιρικές συνθήκες. Ήταν συνηθισμένες να κουβαλούν ξύλα, νερό και αγροτικά φορτία, όμως ο πόλεμος μετέτρεψε αυτή την καθημερινή εμπειρία σε κρίσιμη υπηρεσία για τον στρατό. Η συμβολή τους καταγράφεται σε ιστορικές μαρτυρίες και προφορικές αφηγήσεις που διασώζουν την εμπειρία των ανθρώπων της εποχής.

Η Γλυκερία Ευαγγέλου θυμάται: «Στη μεταφορά πήγαν μόνο οι γερές γυναίκες μέχρι 40 χρονών. Αλλά αυτές είχαν μικρά παιδιά. Άλλη τρία, άλλη τέσσερα. Εγώ είχα πέντε και το μεγαλύτερο μόλις οχτώ χρονών. Τα παρατήσαμε, όμως, και πήγαμε στη μεταφορά. Μένοντας τα παιδιά μας μόνα τους έβαλαν τα κλάματα. Οι κρότοι από τις οβίδες και τα πολυβόλα, από τη μάχη που γινόταν πάνω από το χωριό, τα φόβισε περισσότερο. Σφίξαμε, όμως, όλες την καρδιά μας. Παρατήσαμε τα παιδιά μας στον φόβο και στο κλάμα και πήγαμε να βοηθήσουμε τα άλλα τα παιδιά. Αυτά που πολεμούσαν. Δεν τα ξέραμε, αλλά ήταν κι αυτά παιδιά δικά μας» (από ρεπορτάζ του Γεώργιου Σαρρή).

Οι γυναίκες της Πίνδου στο Έπος του ’40: Οι αφανείς πρωταγωνίστριες του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου 2

Η καθημερινή εργασία έγινε πολεμική συνδρομή

Η εικόνα των γυναικών που κουβαλούσαν φορτία στα βουνά είναι ίσως η πιο αναγνωρίσιμη πλευρά της προσφοράς τους, αλλά δεν εξαντλεί την πραγματικότητα. Με την επιστράτευση των ανδρών, οι γυναίκες στα χωριά έπρεπε να διατηρήσουν σε λειτουργία τα νοικοκυριά και τις αγροτικές και κτηνοτροφικές εργασίες, την ίδια στιγμή που οι ανάγκες του μετώπου πολλαπλασιάζονταν. Η φροντίδα των ζώων, η καλλιέργεια της γης, η εξασφάλιση τροφής για τα παιδιά και τους ηλικιωμένους, η προετοιμασία των προμηθειών για τον χειμώνα και η υποδοχή στρατιωτών που περνούσαν από τα χωριά προστέθηκαν σε ένα ήδη βαρύ καθημερινό πρόγραμμα. Πολλές γυναίκες διέθεταν τρόφιμα, ρούχα και κουβέρτες, ενώ άλλες βοηθούσαν στην επισκευή ή την προετοιμασία υλικών που χρειάζονταν οι στρατιώτες.

Η πολεμική συνδρομή, επομένως, ξεκινούσε από το σπίτι και το χωράφι και έφτανε μέχρι τις ορεινές γραμμές ανεφοδιασμού. Η διατήρηση της παραγωγής και της καθημερινής ζωής στις κοινότητες είχε άμεση σημασία, καθώς η επιστράτευση είχε απομακρύνει μεγάλο μέρος του ανδρικού πληθυσμού από τις εργασίες που στήριζαν τις οικογένειες και την τοπική οικονομία. Οι γυναίκες της Ηπείρου δεν είχαν την πολυτέλεια να επιλέξουν ανάμεσα στην οικογενειακή ευθύνη και στην εθνική προσπάθεια. Οι δύο υποχρεώσεις συνυπήρχαν, συχνά με εξαντλητικούς ρυθμούς, και η μία τροφοδοτούσε την άλλη.

Οι γυναίκες της Πίνδου στο Έπος του ’40: Οι αφανείς πρωταγωνίστριες του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου 3

Από τη μεταφορά πυρομαχικών στην περίθαλψη των τραυματιών

Η μεταφορά των τραυματιών ήταν μια από τις πιο δύσκολες όψεις της συμμετοχής των γυναικών. Η διαδρομή προς τα σημεία περίθαλψης μπορούσε να είναι εξίσου επικίνδυνη με την ανάβαση προς τις θέσεις του στρατού. Το βάρος ενός τραυματισμένου ανθρώπου, το κρύο, η λάσπη και το χιόνι δυσκόλευαν κάθε βήμα, ενώ οι αποστάσεις και η έλλειψη κατάλληλων μέσων καθυστερούσαν τη μεταφορά.

Οι γυναίκες προσέφεραν επίσης βοήθεια σε τραυματίες που έφταναν σε οικισμούς, φροντίζοντας για τις άμεσες ανάγκες τους και συμβάλλοντας στη μετακίνησή τους. Στα χωριά, τα σπίτια μπορούσαν να μετατραπούν σε προσωρινούς χώρους φιλοξενίας, ενώ η εξασφάλιση φαγητού, ζεστών ρούχων και στοιχειώδους φροντίδας ήταν καθοριστική για ανθρώπους που είχαν περάσει ημέρες στο μέτωπο.

Πίσω από τις συλλογικές αναφορές στις «γυναίκες της Πίνδου» υπήρχαν συγκεκριμένες ζωές και προσωπικές ιστορίες. Μία από τις γυναίκες που κατέγραψε το Istorima είναι η Αρετή Βούγια, η οποία συμμετείχε στις μεταφορές εφοδίων και στην υποστήριξη των γραμμών ανεφοδιασμού. «Εκεί πάνω στον Γράμμο, στα βουνά του Γράμμου. […] Κουβαλούσαμε το ζαλίκι, αυτό το ζαλίκι που είναι εκεί πέρα. Το είχαν όλες οι γυναίκες. Είχαν πολεμοφόδια μέσα, σφαίρες, και τα πηγαίναμε μέχρι εκεί που μας έλεγε ο στρατός: “Να τα αφήσετε εδώ”. Τα αφήναμε και μετά τα έπαιρνε ο στρατός και τα πήγαινε εκεί που έπρεπε. Τα ζώα δεν κουβαλούσαν, όλο οι γυναίκες κουβαλούσαν τα πολεμοφόδια. Όλη την ημέρα περπατάγαμε. Έφεγγε η μέρα και μας έλεγαν: “Κρυφτείτε, γυναίκες, έρχονται τα αεροπλάνα”. Κρυβόμασταν εδώ, κρυβόμασταν εκεί», θυμάται.

Οι γυναίκες της Πίνδου στο Έπος του ’40: Οι αφανείς πρωταγωνίστριες του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου 4

Στο ίδιο αρχείο διασώζεται η μαρτυρία της Χρυσούλας Κοκκαλιάρη – Αργυροπούλου, η οποία, ενώ ήταν ακόμη παιδί το 1940, βοηθούσε στη μεταφορά πολεμοφοδίων και προμηθειών στα βουνά της Πίνδου. «Οι γυναίκες όλες κουβαλούσαν τα πολεμοφόδια μέχρι το Κεράσοβο. Μέχρι κει ήταν δρόμος δημόσιος κι ως εκεί τα κουβαλούσαν τα πολεμοφόδια, ό,τι χρειάζονταν. Ύστερα βοηθήσαμε κι εμείς [τα παιδιά] όταν ήρθε ο πόλεμος με τους αντάρτες, τότε. Μας έπαιρναν, καθαρίζαμε τους δρόμους, κουβαλούσαν τους τραυματίες, υποφέραμε πάρα πολύ. Γιατί ήμασταν όλο εν κινήσει. Έρχονταν οι αντάρτες, έφευγαν οι αντάρτες, έρχονταν ο στρατός εδώ πέρα. Με τους Ιταλούς φύγαμε από το χωριό και πήγαμε στο δάσος έξω. Μια βδομάδα καθίσαμε, οχτώ, εννιά μέρες έξω στο δάσος. Οι Ιταλοί δεν έκαναν ζημίες, αλλά ήρθαν ύστερα οι Γερμανοί κι έκαψαν σπίτια εδώ, έκαψαν το σχολείο, έκαψαν πολλά σπίτια. Και στο Βυθό έκαψαν πολλά σπίτια, περισσότερα από το χωριό μας. Τα ‘καψαν όλα τα σπίτια […] Φτιάχναμε πράγματα. Πλέκαμε κάλτσες για να στείλουμε, πουλόβερ για τα παιδιά. Όλη τη νύχτα πλέκαμε…Χειμώνας ήταν. Κρύο. Κι ο αδερφός μου τραυματίστηκε τότε. Τότε είχε πάει φαντάρος. Και τον πήραν κι αυτόν μες στον πόλεμο. Χωρίς να εξασκηθεί, αμέσως στον πόλεμο τον πήραν. Τότε είχα βγει απ’ το σχολείο. Ήμουν 12 ή 13 χρονών όταν έγινε ο πόλεμος. Τι να πω; Για την αγωνία, που κουραζόμασταν πολύ. Αλλά έπρεπε να κουραστούμε. Άμα δεν βοηθούσαμε εμείς, πώς; Βοηθούσε όλος ο κόσμος. Και δεν αγανάκτησε κανένας, να πει: «Κουραστήκαμε». Δεν άκουσα κανέναν. Με ευχαρίστηση δούλευε ο κόσμος, να βοηθήσουν τα παιδιά, γιατί όλοι, όλοι είχαμε από έναν φαντάρο».

Η συμμετοχή στον πόλεμο δεν είχε ενιαία μορφή ούτε απαιτούσε την ίδια ηλικία ή θέση στην κοινωνία. Για ορισμένες γυναίκες σήμαινε καθημερινές πορείες με φορτία, για άλλες περίθαλψη, φιλοξενία και ανεφοδιασμό, ενώ για νεότερες κοπέλες μπορούσε να σημαίνει την πρώτη επαφή με μια πραγματικότητα που άλλαξε βίαια την παιδική τους ηλικία.

Η Φρόσω Ιωαννίδου και η οργάνωση της βοήθειας στα Ιωάννινα

Η δράση των Ηπειρωτισσών δεν περιορίστηκε στα απομακρυσμένα ορεινά χωριά. Στα Ιωάννινα, γυναίκες κινητοποιήθηκαν για να στηρίξουν τους τραυματίες και να οργανώσουν την παροχή βοήθειας. Ανάμεσα στις μορφές που αναφέρονται στις σχετικές ιστορικές καταγραφές είναι η Φρόσω Ιωαννίδου (1896–1986), με καταγωγή από το Τσεπέλοβο Ζαγορίου και έντονη κοινωνική δραστηριότητα ήδη πριν από τον πόλεμο.

Το 1940, η Ιωαννίδου συνεργάστηκε με άλλες Γιαννιώτισσες για τη μεταφορά τραυματιών από το μέτωπο. Η δράση αυτή εντασσόταν σε μια ευρύτερη κινητοποίηση γυναικών που αξιοποίησαν τις κοινωνικές τους επαφές και την οργανωτική τους εμπειρία για να ανταποκριθούν στις ανάγκες του πολέμου. Δίπλα στις γυναίκες που περπατούσαν στις απότομες πλαγιές, υπήρχαν γυναίκες που αναλάμβαναν την οργάνωση της περίθαλψης, τον συντονισμό της βοήθειας και τη φροντίδα των ανθρώπων που έφταναν από το μέτωπο. Η υποστήριξη του στρατού απαιτούσε ένα δίκτυο ανθρώπων και υπηρεσιών, όχι μόνο τη δύναμη όσων μετέφεραν φορτία.

Οι γυναίκες της Πίνδου στο Έπος του ’40: Οι αφανείς πρωταγωνίστριες του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου 5

Τα χρόνια της Κατοχής, η Αντίσταση αλλάζει μορφή

Η ιταλική επίθεση του 1940 και η Εθνική Αντίσταση κατά την Κατοχή αποτελούν διαφορετικές ιστορικές φάσεις, συνδεδεμένες όμως από τη συμμετοχή του πληθυσμού στην υπεράσπιση της χώρας και στην αντιμετώπιση των κατακτητών. Μετά την κατάληψη της Ελλάδας το 1941, οι συνθήκες άλλαξαν ριζικά. Η πείνα, οι διώξεις, οι εκτελέσεις, οι καταστροφές οικισμών και η καταστολή διαμόρφωσαν ένα νέο περιβάλλον κινδύνου, μέσα στο οποίο γυναίκες και άνδρες αναζήτησαν τρόπους αντίστασης.

Στην Ήπειρο, όπου οι ορεινές κοινότητες και τα δίκτυα μεταξύ χωριών είχαν ιδιαίτερη σημασία, η γυναικεία συνδρομή μπορούσε να πάρει πολλές μορφές: μεταφορά μηνυμάτων και προμηθειών, παροχή καταφυγίου, συγκέντρωση πληροφοριών, περίθαλψη τραυματιών και υποστήριξη ανθρώπων που βρίσκονταν σε κίνδυνο. Η καθημερινή μετακίνηση ανάμεσα σε χωριά, η γνώση των τοπικών διαδρομών και οι δεσμοί συγγένειας και γειτονίας μπορούσαν να βοηθήσουν στη διατήρηση δικτύων επικοινωνίας και αλληλοβοήθειας.

Η συμμετοχή των γυναικών στην Εθνική Αντίσταση δεν ακολούθησε παντού την ίδια πορεία. Οργανώθηκαν σε διαφορετικά δίκτυα και συλλογικότητες, ανέλαβαν υποστηρικτικούς και επιχειρησιακούς ρόλους και, σε ορισμένες περιπτώσεις, συμμετείχαν σε πιο άμεσες μορφές αγώνα. Η ευρύτερη ιστορική έρευνα για την περίοδο 1941–1944 καταγράφει ότι η οργανωμένη συμμετοχή των γυναικών αυξήθηκε ιδιαίτερα από το 1943 και μετά.

Οι ιστορίες πίσω από τη γνωστή εικόνα

Η εικόνα των γυναικών που ανεβαίνουν τις πλαγιές φορτωμένες με πολεμοφόδια έχει μείνει χαραγμένη στη συλλογική μνήμη. Συχνά, όμως, η εικόνα αυτή συμπυκνώνει σε ένα σύμβολο μια πολύ πιο σύνθετη εμπειρία: την εργασία που δεν σταμάτησε ποτέ, την αγωνία για τους ανθρώπους στο μέτωπο, τη φροντίδα των τραυματιών και, αργότερα, την επιβίωση μέσα στη βία της Κατοχής.

Οι προσωπικές αφηγήσεις δίνουν ξανά πρόσωπο σε αυτή την ιστορία. Η Αρετή Βούγια θυμάται τις πολύωρες πορείες και τον φόβο των αεροπλάνων. Η Χρυσούλα Κοκκαλιάρη – Αργυροπούλου αφηγείται τα γεγονότα από τη θέση ενός παιδιού που μεγάλωσε μέσα στην αναστάτωση του πολέμου. Πίσω από κάθε τέτοια ιστορία βρίσκονται άνθρωποι που έπρεπε να συνεχίσουν να δουλεύουν, να φροντίζουν τους δικούς τους και να βρίσκουν τρόπους να βοηθούν, ενώ γύρω τους όλα άλλαζαν.

Οι γυναίκες της Πίνδου δεν άφησαν πίσω τους όλες το ίδιο αποτύπωμα. Κάποιες έγιναν γνωστές, άλλες παρέμειναν ανώνυμες, ενώ πολλές επέστρεψαν μετά τον πόλεμο στις καθημερινές υποχρεώσεις τους, χωρίς η προσφορά τους να καταγραφεί με την ίδια επιμονή που καταγράφηκαν οι στρατιωτικές επιχειρήσεις. Το φορτίο που κουβαλούσαν, όμως, δεν ήταν μόνο τα πολεμοφόδια. Ήταν και το βάρος μιας καθημερινότητας που έπρεπε να συνεχιστεί, ακόμη κι όταν ο πόλεμος είχε φτάσει μέχρι την πόρτα τους.

tovima.gr