Οι επιστήμονες περίμεναν μεγαλύτερη αύξηση της ακτινοβολίας μακριά από τη Γη. Νέοι ανιχνευτές, ωστόσο, αποκάλυψαν σωματίδια που οι συμβατικές συσκευές δεν μπορούσαν να καταγράψουν.
Ένα απρόσμενο εύρημα για την ακτινοβολία στο ταξίδι προς τη Σελήνη έφερε στο φως η αποστολή Artemis I της NASA.
Οι μετρήσεις έδειξαν ότι η ακτινοβολία κοντά στη Σελήνη ήταν μεν υψηλότερη από εκείνη στη χαμηλή τροχιά γύρω από τη Γη, αλλά η διαφορά ήταν μικρότερη από την αναμενόμενη.
Την ίδια στιγμή, μια νέα τεχνολογία ανίχνευσης αποκάλυψε ίχνη σωματιδίων που μέχρι σήμερα μπορούσαν να περνούν απαρατήρητα από τις συμβατικές συσκευές.
Το πείραμα πραγματοποιήθηκε μέσα στο διαστημόπλοιο Orion, το οποίο ταξίδεψε χωρίς πλήρωμα γύρω από τη Σελήνη στα τέλη του 2022.

Στο εσωτερικό του βρίσκονταν δύο ομοιώματα ανθρώπινου σώματος, εξοπλισμένα με περισσότερους από 10.000 μικροσκοπικούς ανιχνευτές, οι οποίοι κατέγραφαν την ακτινοβολία που θα δεχόταν ένας αστροναύτης σε διαφορετικά σημεία του σώματός του.
Γιατί, όμως, η αύξηση της ακτινοβολίας ήταν μικρότερη από όση περίμεναν οι επιστήμονες;
Η απάντηση βρίσκεται στο είδος των σωματιδίων που συναντά κανείς στο Διάστημα.
Κοντά στη Γη, σημαντικό μέρος της ακτινοβολίας προέρχεται από πρωτόνια που παγιδεύονται στις λεγόμενες ζώνες Van Allen, περιοχές γύρω από τον πλανήτη όπου το μαγνητικό πεδίο συγκρατεί φορτισμένα σωματίδια.
Κοντά στη Σελήνη, η συμβολή αυτών των σωματιδίων μειώνεται σημαντικά, ενώ μεγαλύτερο ρόλο παίζει η κοσμική ακτινοβολία που έρχεται από το βαθύ Διάστημα.

Τα σωματίδια αυτά έχουν τόσο μεγάλη ενέργεια ώστε μπορούν να διαπεράσουν ολόκληρο το σώμα, αφήνοντας μέρος της ενέργειάς τους στους ιστούς.
Αυτό εξηγεί γιατί οι μετρήσεις στα ομοιώματα έδειξαν σχεδόν ομοιόμορφη κατανομή της ακτινοβολίας, σε αντίθεση με παλαιότερα πειράματα στον Διεθνή Διαστημικό Σταθμό.
Το δεύτερο σημαντικό εύρημα αφορά μια νέα μέθοδο μέτρησης που ανέπτυξαν επιστήμονες του Ινστιτούτου Πυρηνικής Φυσικής της Πολωνικής Ακαδημίας Επιστημών, στην Κρακοβία.
Χρησιμοποίησαν μικροσκοπικούς κρυστάλλους φθοριούχου λιθίου, οι οποίοι καταγράφουν τα ίχνη που αφήνουν τα σωματίδια όταν περνούν μέσα από το υλικό.

Με τον φωτισμό των κρυστάλλων με μπλε φως, τα ίχνη εμφανίζονται ως κόκκινες φωτεινές γραμμές κάτω από το μικροσκόπιο.
Οι μετρήσεις της νέας τεχνολογίας συμφώνησαν με εκείνες των συμβατικών ανιχνευτών με απόκλιση έως 15% στο εύρος όπου μπορούσαν να συγκριθούν.
Το σημαντικότερο, όμως, ήταν ότι οι κρύσταλλοι κατέγραψαν πολλά ίχνη σωματιδίων με τόσο χαμηλή εναπόθεση ενέργειας ώστε οι συμβατικές συσκευές δεν μπορούσαν να τα εντοπίσουν.
Πηγή: www.tanea.gr