Στις 17 Ιουλίου 1913 ο 38χρονος Ουίνστον Τσώρτσιλ ανεβαίνει στο βήμα της Βουλής των Κοινοτήτων για να υπερασπιστεί μια επιλογή, που υπερέβαινε κατά πολύ τα όρια της τότε ναυτικής τεχνολογίας. Ως Πρώτος Λόρδος του Ναυαρχείου, τάσσεται υπέρ της εκτενέστερης χρήσης του πετρελαίου ως καύσιμης ύλης για τα πλοία της χώρας του
Στις 17 Ιουλίου 1913 ο 38χρονος Ουίνστον Τσώρτσιλ ανεβαίνει στο βήμα της Βουλής των Κοινοτήτων για να υπερασπιστεί μια επιλογή, που υπερέβαινε κατά πολύ τα όρια της τότε ναυτικής τεχνολογίας. Ως Πρώτος Λόρδος του Ναυαρχείου, δηλαδή ως υπουργός του Βρετανικού Ναυτικού, τάσσεται υπέρ της εκτενέστερης χρήσης του πετρελαίου ως καύσιμης ύλης για τα πλοία της χώρας του, παραμερίζοντας το κάρβουνο που τα έκανε να κινούνται επί δεκαετίες στις θάλασσες όλου του κόσμου. Η νέα επιλογή προσφέρει σημαντικά επιχειρησιακά πλεονεκτήματα, ωστόσο δημιουργεί ταυτόχρονα και μια επικίνδυνη εξάρτηση: η Βρετανία διαθέτει άφθονο άνθρακα, όχι όμως επαρκείς δικές της πηγές πετρελαίου.

Ο Τσώρτσιλ διατυπώνει τότε μια αρχή που, περισσότερο από έναν αιώνα αργότερα, εξακολουθεί να αποτελεί τον πυρήνα της ενεργειακής ασφάλειας: «Safety and certainty in oil lie in variety, and in variety alone» θα πει («Η ασφάλεια και η σιγουριά στον εφοδιασμό με πετρέλαιο βρίσκονται στη διαφοροποίηση των πηγών και μόνο σε αυτήν»). Με άλλα λόγια, αυτό που έλεγε το μέλος της κυβέρνησης στο ακροατήριο ήταν πως η ενεργειακή ασφάλεια της χώρας, εφόσον επέκτεινε τη χρήση του πετρελαίου, δεν θα εξαρτιόταν από μια και μόνο πετρελαιοπαραγωγό περιοχή, αλλά από τη διασπορά των πηγών εφοδιασμού, ώστε μια κρίση ή ένας αποκλεισμός σε ένα γεωγραφικό σημείο των κτήσεων να μην ακινητοποιεί ολόκληρο τον βρετανικό στόλο.
Εναν χρόνο αργότερα, το Λονδίνο θα λάμβανε μια απόφαση τεράστιας γεωπολιτικής σημασίας. Ενέκρινε δαπάνη ύψους έως και 2,2 εκατ. λιρών προκειμένου να αποκτήσει το 51% της Anglo-Persian Oil Company, της εταιρείας που εκμεταλλευόταν τα περσικά κοιτάσματα και αποτέλεσε τον πρόδρομο της σημερινής BP. Επρόκειτο για μια κίνηση που εξασφάλιζε σταθερή τροφοδοσία του στόλου σε καύσιμα, αποφέροντας παράλληλα σημαντικό οικονομικό κέρδος σε βάθος χρόνου, καθώς το βρετανικό κράτος, ως βασικός μέτοχος της Anglo–Persian, εισέπραττε επί χρόνια μερίσματα και τόκους από μια εταιρεία που εξελισσόταν σε πετρελαϊκό κολοσσό.

Τον στρατηγικό χαρακτήρα της κίνησης αυτής θα αναγνώριζε έναν αιώνα αργότερα ακόμη και η επίσημη βρετανική «Ερευνα για το Ιράκ» (Iraq Inquiry), που έμεινε γνωστή ως Ερευνα Τσίλκοτ από το όνομα του προέδρού της, Σερ Τζον Τσίλκοτ. Πρόκειται για την ανεξάρτητη επιτροπή που συστάθηκε το 2009 από την κυβέρνηση του Γκόρντον Μπράουν, προκειμένου να εξετάσει συνολικά τη βρετανική εμπλοκή στο Ιράκ την περίοδο 2001-2009 και η οποία παρέδωσε το πολυσέλιδο πόρισμά της το 2016. Στο ιστορικό παράρτημα της έκθεσης, αναφέρεται ευθέως ότι η απόκτηση από το βρετανικό κράτος του 51% της Anglo-Persian Oil Company τον Μάιο του 1914 έγινε «για να εξασφαλιστεί πετρέλαιο για τη Βρετανία». Η επένδυση προσέδωσε τεράστια στρατηγική σημασία στην πόλη Βασόρα και στην ελώδη χερσόνησο Αλ Φάου, στο βόρειο άκρο του Περσικού Κόλπου.
Σε αυτή ακριβώς τη στρατηγική επιλογή εξασφάλισης πολλαπλών και αξιόπιστων πηγών πετρελαίου για τον βρετανικό στόλο βρίσκεται μία από τις κύριες απαρχές της σύγχρονης έννοιας της ενεργειακής ασφάλειας. Σήμερα ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας την ορίζει ως τη δυνατότητα εξασφάλισης αδιάλειπτου εφοδιασμού σε προσιτές τιμές, μέσα από ένα σύστημα ικανό να αντέχει και να προσαρμόζεται σε κρίσεις. Στον 20ό αιώνα όμως, για τις μεγάλες δυνάμεις, αυτό μεταφράστηκε πολλάκις σε ένα απλούστερο και σκληρότερο ερώτημα: ποιος ελέγχει τα κοιτάσματα, τους αγωγούς, τα λιμάνια και τις θαλάσσιες οδούς από τις οποίες περνά το πετρέλαιο;
Το πετρέλαιο γίνεται όπλο πολέμου – Γιατί χτυπήθηκε το Περλ Χάρμπορ
Ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος απέδειξε με τον πιο δραματικό τρόπο ότι χωρίς καύσιμα ακόμη και η ισχυρότερη πολεμική μηχανή μπορεί να ακινητοποιηθεί. Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα αποτέλεσε η Ιαπωνία. Πριν από τον πόλεμο, οι Ηνωμένες Πολιτείες κάλυπταν περίπου το 75%-80% των ιαπωνικών αναγκών σε πετρέλαιο. Οταν το Τόκιο επέκτεινε τη στρατιωτική του παρουσία στη νότια Γαλλική Ινδοκίνα, ο πρόεδρος των ΗΠΑ Φραγκλίνος Ρούσβελτ διέταξε, στις 26 Ιουλίου 1941, το πάγωμα των ιαπωνικών περιουσιακών στοιχείων στις Ηνωμένες Πολιτείες, μια απόφαση που στην πράξη απέκλεισε την ιαπωνική πρόσβαση στις αμερικανικές προμήθειες πετρελαίου.

Το εμπάργκο έφερε τη χώρα του Ανατέλλοντος Ηλίου αντιμέτωπη με ένα τεράστιο πρόβλημα. Καθώς εξαρτιόταν σε μεγάλο βαθμό από τα αμερικανικά καύσιμα, χωρίς νέες προμήθειες, μοιραία τα αποθέματα κάποια στιγμή θα εξαντλούνταν. Αυτό σήμαινε ότι ο ιαπωνικός στρατός δεν θα μπορούσε να συνεχίσει για πολύ τον πόλεμο στην Κίνα, ενώ ο στόλος και η πολεμική αεροπορία θα αντιμετώπιζαν σοβαρές ελλείψεις. Η ιαπωνική ηγεσία είχε επομένως δύο επιλογές: είτε να περιορίσει τη στρατιωτική της επέκταση, επιδιώκοντας την άρση του εμπάργκο, είτε να εξασφαλίσει πετρέλαιο καταλαμβάνοντας περιοχές που διέθεταν πλούσια κοιτάσματα. Επέλεξε τον δεύτερο δρόμο, βάζοντας στο στόχαστρο κυρίως τις Ολλανδικές Ανατολικές Ινδίες, τη σημερινή Ινδονησία. Για να προχωρήσει όμως στην κατάκτησή τους, φοβόταν ότι θα έπρεπε μεταξύ άλλων να αντιμετωπίσει και τον ισχυρό αμερικανικό στόλο του Ειρηνικού, ο οποίος μπορούσε να επέμβει και να ανατρέψει τα σχέδιά της.
Έτσι, οι Ιάπωνες αποφάσισαν να τον πλήξουν αιφνιδιαστικά, ελπίζοντας ότι θα τον εξουδετέρωναν για αρκετό διάστημα, κερδίζοντας τον χρόνο που χρειάζονταν για να ολοκληρώσουν τις κατακτήσεις τους στη Νοτιοανατολική Ασία. Ετσι, το πρωινό της 7ης Δεκεμβρίου 1941 επιτέθηκαν στην αμερικανική ναυτική βάση του Περλ Χάρμπορ, στη Χαβάη, προκαλώντας με αυτό τον τρόπο την είσοδο των Ηνωμένων Πολιτειών στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Το πετρέλαιο δεν ήταν η μοναδική αιτία της επίθεσης, υπήρξε όμως ένας από τους καθοριστικούς παράγοντες που οδήγησαν στην απόφαση.
Την ίδια περίοδο, στην άλλη άκρη της Ευρασίας, η ναζιστική Γερμανία αντιμετώπιζε και αυτή ένα εξίσου σοβαρό πρόβλημα με το πετρέλαιο. Οι ένοπλες δυνάμεις του Χίτλερ, γνωστές ως Βέρμαχτ, χρειαζόταν τεράστιες ποσότητες καυσίμων για τα άρματα μάχης, τα πολεμικά αεροσκάφη και τα στρατιωτικά οχήματα, όμως η ίδια η χώρα διέθετε ελάχιστα δικά της κοιτάσματα. Για να καλύψει τις ανάγκες της, βασιζόταν σε μεγάλο βαθμό στο πετρέλαιο που προμηθευόταν από τη Ρουμανία, καθώς και σε συνθετικά καύσιμα που παρήγαγε από άνθρακα. Οι ποσότητες αυτές, ωστόσο, δεν επαρκούσαν για τη συνέχιση ενός πολέμου τόσο μεγάλης κλίμακας χωρίς σοβαρούς περιορισμούς. Ετσι, ο Χίτλερ αποφάσισε να προβεί στην κατάληψη των πλούσιων πετρελαιοπηγών της Σοβιετικής Ενωσης, ώστε να εξασφαλίσει καύσιμα για τη γερμανική πολεμική μηχανή και ταυτόχρονα να στερήσει από τον σοβιετικό στρατό μια βασική πηγή ανεφοδιασμού.

Καλοκαίρι του 1942, οι γερμανικές δυνάμεις εξαπολύουν ευρεία επίθεση στη νότια Σοβιετική Ενωση, στο πλαίσιο υλοποίησης του σχεδίου που αποκαλούνταν «Επιχείρηση Μπλε». Ενας από τους βασικούς στόχους ήταν να φτάσουν στον Καύκασο, την ορεινή περιοχή ανάμεσα στη Μαύρη και την Κασπία Θάλασσα, όπου βρίσκονταν ορισμένα από τα σημαντικότερα κοιτάσματα πετρελαίου της ΕΣΣΔ. Μέσω της επιμέρους επιχείρησης, που έφερε την κωδική ονομασία «Εντελβάις» (Edelweiss), τα γερμανικά στρατεύματα κινήθηκαν προς τις πετρελαιοπαραγωγές περιοχές του Μάικοπ και του Γκρόζνι, με απώτερο στόχο να φθάσουν και να καταλάβουν το Μπακού, στο σημερινό Αζερμπαϊτζάν. Την ίδια εποχή, άλλες γερμανικές δυνάμεις προέλαυναν προς το Στάλινγκραντ, μια από τις μεγαλύτερες βιομηχανικές πόλεις της Σοβιετικής Ενωσης, στις όχθες του Βόλγα. Η κατάληψή της θα επέτρεπε στους Γερμανούς να διακόψουν μια σημαντική διαδρομή μεταφοράς σοβιετικών προμηθειών και να προστατεύσουν από πιθανές πλευρικές επιθέσεις τα στρατεύματά τους που προχωρούσαν προς τον Καύκασο.
Τα γερμανικά σχέδια, ωστόσο, δεν εξελίχθηκαν όπως περίμενε ο Χίτλερ. Τον Αύγουστο του 1942, οι δυνάμεις του κατάφεραν να καταλάβουν το Μάικοπ, μια πόλη στους βόρειους πρόποδες του Καυκάσου, γνωστή για τα πετρελαϊκά της κοιτάσματα. Οι Σοβιετικοί, όμως, είχαν φροντίσει να καταστρέψουν τις περισσότερες εγκαταστάσεις άντλησης και επεξεργασίας πετρελαίου πριν υποχωρήσουν, στερώντας από τους κατακτητές τα πολύτιμα καύσιμα που επιδίωκαν να αποκτήσουν. Παράλληλα, οι Γερμανοί δεν κατάφεραν να καταλάβουν ούτε το Γκρόζνι ούτε το Μπακού.
Η κατάσταση επιδεινώθηκε δραματικά όταν, τον Νοέμβριο του 1942, οι Σοβιετικοί πέρασαν στην αντεπίθεση και περικύκλωσαν τη γερμανική 6η Στρατιά στο Στάλινγκραντ, όπου είχαν προηγηθεί αιματηρές μάχες κυριολεκτικά σώμα με σώμα, μέσα σε σπίτια, δρόμους, πλατείες και δημόσια κτίρια. Η περικύκλωση κατέληξε στην παράδοση των εγκλωβισμένων γερμανικών δυνάμεων τον Φεβρουάριο του 1943, ενώ η σοβιετική προέλαση ανάγκασε τον Χίτλερ να εγκρίνει την υποχώρηση του μεγαλύτερου μέρους των στρατευμάτων του από τον Καύκασο. Ετσι, η προσπάθεια της ναζιστικής Γερμανίας να αποκτήσει τον έλεγχο των πλούσιων πετρελαιοπηγών της περιοχής κατέληξε σε αποτυχία.

Οι ΗΠΑ παίρνουν τη σκυτάλη από τους Βρετανούς
Η ενίσχυση της αμερικανικής παρουσίας στη Μέση Ανατολή είχε αρχίσει ήδη πριν από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Το 1933 η Σαουδική Αραβία παραχώρησε δικαιώματα αναζήτησης και εκμετάλλευσης πετρελαίου στην αμερικανική εταιρεία Standard Oil of California και το 1938 ανακαλύφθηκαν κοιτάσματα που μπορούσαν να αξιοποιηθούν εμπορικά. Η εταιρεία που ανέλαβε την εκμετάλλευσή τους μετονομάστηκε το 1944 σε Arabian American Oil Company (Aramco), εξελισσόμενη σταδιακά σε έναν από τους μεγαλύτερους πετρελαϊκούς κολοσσούς του κόσμου.
Στις 14 Φεβρουαρίου 1945, επιστρέφοντας από τη Γιάλτα, ο Ρούσβελτ συναντήθηκε με τον Αμπντούλ Αζίζ Ιμπν Σαούντ, ιδρυτή και πρώτο βασιλιά της Σαουδικής Αραβίας, πάνω στο αμερικανικό καταδρομικό USS Quincy, που ήταν αγκυροβολημένο στη Μεγάλη Πικρή Λίμνη της Αιγύπτου, κατά μήκος της Διώρυγας του Σουέζ. Η συνάντηση συχνά παρουσιάζεται ως η στιγμή κατά την οποία συνήφθη μια άτυπη συμφωνία παροχής αμερικανικής προστασίας έναντι σαουδαραβικού πετρελαίου.
Τα επίσημα πρακτικά πάντως δεν τεκμηριώνουν μια τέτοια συμφωνία. Μεγάλο μέρος της συζήτησης αφορούσε το Παλαιστινιακό και τη μεταπολεμική σχέση των δύο χωρών. Ωστόσο έγγραφα του Στέιτ Ντιπάρτμεντ εκείνης της περιόδου χαρακτηρίζουν τα σαουδαραβικά κοιτάσματα «πηγή τεράστιας στρατηγικής ισχύος και ένα από τα μεγαλύτερα οικονομικά έπαθλα στην παγκόσμια ιστορία», καθώς η εκμετάλλευσή τους θα μπορούσε να προσφέρει τεράστια κέρδη στις αμερικανικές εταιρείες και σημαντική διεθνή επιρροή στην Ουάσιγκτον. Παράλληλα οι αξιωματούχοι της υπερδύναμης θεωρούν ζωτικής σημασίας τη σταθερότητα του βασιλείου της Αραβικής χερσονήσου για την προστασία των πετρελαϊκών συμφερόντων.
Εξι χρόνια αργότερα, τον Μάρτιο του 1951, σοβεί μια από τις σημαντικότερες διεθνείς κρίσεις με επίκεντρο τον «μαύρο χρυσό», καθώς το ιρανικό Κοινοβούλιο εγκρίνει την εθνικοποίηση της πετρελαϊκής βιομηχανίας της χώρας. Η απόφαση προκαλεί την έντονη αντίδραση του Λονδίνου, καθώς στην Anglo–Persian Oil (που από το 1935 είχε μετονομαστεί σε Anglo-Iranian Oil Company), το βρετανικό κράτος κατείχε την πλειοψηφία των μετοχών. Η Τεχεράνη θέλει να βάλει τέλος σε αυτή τη συμφωνία καθώς κρίνει ότι εισπράττει ένα δυσανάλογα μικρό μερίδιο από τον φυσικό της πλούτο, οπότε θα έπρεπε να αναλάβει η ίδια τον έλεγχο του πετρελαίου.

Οι Βρετανοί αναζητούν τρόπους αντίδρασης. Αποφασίζουν να ασκήσουν ασφυκτική οικονομική πίεση στο Ιράν. Παγώνουν τα ιρανικά χρηματικά διαθέσιμα που βρίσκονται στη Βρετανία, απαγορεύουν τις εξαγωγές ορισμένων βασικών προϊόντων προς τη χώρα, όπως ζάχαρη, σίδηρος και χάλυβας, και εμποδίζουν την πώληση πετρελαίου από την εν λόγω χώρα στις διεθνείς αγορές. Στόχος τους είναι να στερήσουν από την Τεχεράνη τα πολύτιμα έσοδα των εξαγωγών και να την αναγκάσουν να υποχωρήσει.
Στο επίκεντρο της αντιπαράθεσης βρίσκεται ο Μοχάμεντ Μοσαντέκ, πρωθυπουργός του Ιράν από τον Απρίλιο του 1951 και επικεφαλής του εθνικιστικού κινήματος που διεκδικούσε τον έλεγχο του πετρελαϊκού πλούτου της χώρας. Η σύγκρουση κορυφώνεται τον Αύγουστο του 1953, όταν ο Μοσαντέκ ανατρέπεται με πραξικόπημα στο οποίο συμμετέχουν η αμερικανική CIA και οι βρετανικές μυστικές υπηρεσίες. Τα αποχαρακτηρισμένα αμερικανικά έγγραφα επιβεβαιώνουν πλέον τον καθοριστικό ρόλο τους στην οργάνωση και την υλοποίηση της επιχείρησης.
Θα ήταν όμως υπεραπλούστευση να αποδοθεί το πραξικόπημα αποκλειστικά και μόνο στο πετρέλαιο. Η Ουάσιγκτον φοβόταν επίσης την ενίσχυση του κομμουνιστικού κόμματος Τουντέχ και μια πιθανή μετατόπιση του Ιράν προς τη Σοβιετική Ενωση. Μετά την ανατροπή του Μοσαντέκ, το 1954, η εκμετάλλευση του ιρανικού πετρελαίου πέρασε σε διεθνή κοινοπραξία: η Anglo-Iranian διατήρησε το 40% των μετοχών, πέντε αμερικανικές εταιρείες απέκτησαν συνολικά άλλο 40%, η Royal Dutch Shell το 14% και η γαλλική Compagnie Française des Pétroles το 6%. Η νομική κυριότητα των εγκαταστάσεων παρέμενε στο ιρανικό κράτος, όμως η νέα δομή αποτύπωνε και τη μεγάλη μεταπολεμική αλλαγή: οι ΗΠΑ είχαν πλέον εισέλθει στην καρδιά του πετρελαϊκού συστήματος της Μέσης Ανατολής.
Το Σουέζ και η παρακμή των παλιών αυτοκρατοριών
Η Κρίση του Σουέζ το 1956 κατέδειξε ότι ο έλεγχος της ενέργειας δεν αφορούσε μόνο τα κοιτάσματα αλλά και τις αρτηρίες μεταφοράς τους. Οταν ο Αιγύπτιος πρόεδρος Γκαμάλ Αμπντέλ Νάσερ εθνικοποίησε την Εταιρεία της Διώρυγας του Σουέζ, η Βρετανία και η Γαλλία αντέδρασαν στρατιωτικά, σε συνεννόηση με το Ισραήλ. Πέρα από το πλήγμα στα βρετανικά και γαλλικά συμφέροντα, η Διώρυγα είχε κρίσιμη σημασία για τη μεταφορά μεσανατολικού πετρελαίου προς την Ευρώπη. Αμερικανικά έγγραφα της περιόδου προειδοποιούσαν ότι το ταυτόχρονο κλείσιμο της Διώρυγας και των αγωγών της Μέσης Ανατολής θα μπορούσε να μειώσει περίπου κατά το ήμισυ τις εισαγωγές πετρελαίου της Δυτικής Ευρώπης. Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι τον Νοέμβριο του 1956 Βρετανοί και Γάλλοι υπολόγιζαν ότι οι διαθέσιμες ποσότητες βρίσκονταν ήδη 25%-30% κάτω από τις κανονικές ανάγκες τους.
Η βρετανογαλλική στρατιωτική επέμβαση του 1956, που πραγματοποιήθηκε σε συνεννόηση με το Ισραήλ και αποσκοπούσε στην ανάκτηση του ελέγχου της Διώρυγας του Σουέζ και στην αποδυνάμωση του Αιγύπτιου προέδρου Γκαμάλ Αμπντελ Νάσερ, κατέληξε σε αποτυχία. Υπό την ισχυρή πίεση των Ηνωμένων Πολιτειών και της διεθνούς κοινότητας, η Βρετανία και η Γαλλία αναγκάστηκαν να αποσύρουν έως τις 22 Δεκεμβρίου 1956 τα στρατεύματά τους από το Πορτ Σάιντ, το λιμάνι στη βόρεια είσοδο της Διώρυγας, και τις γύρω περιοχές της Αιγύπτου που είχαν καταλάβει. Ήταν πλέον προφανές ότι οι δύο παλιές ευρωπαϊκές αυτοκρατορίες, η Βρετανική και η Γαλλική, δεν μπορούσαν πλέον να επιβάλλουν μόνες τη θέλησή τους στη Μέση Ανατολή, χωρίς την υποστήριξη της Ουάσιγκτον.
Όταν οι παραγωγοί απέκτησαν δύναμη
Μέχρι τότε, οι μεγάλες δυτικές πετρελαϊκές εταιρείες είχαν εξαιρετικά ισχυρό ρόλο στον καθορισμό της παραγωγής και των τιμών. Η ισορροπία άρχισε να αλλάζει το 1960, όταν το Ιράν, το Ιράκ, το Κουβέιτ, η Σαουδική Αραβία και η Βενεζουέλα ίδρυσαν στη Βαγδάτη τον OPEC (Οργανισμό Πετρελαιοεξαγωγικών Χωρών). Αφορμή για τη δημιουργία του φορέα αποτέλεσε η απόφαση των μεγάλων διεθνών πετρελαϊκών εταιρειών, των περίφημων «Επτά Αδελφών», να μειώσουν μονομερώς τις επίσημες τιμές του πετρελαίου, πάνω στις οποίες υπολογίζονταν τα έσοδα των χωρών παραγωγής.
Οι λεγόμενες «Επτά Αδελφές» ήταν πέντε αμερικανικές πετρελαϊκές εταιρείες, μια βρετανική και μία αγγλοολλανδική: η Standard Oil of New Jersey (μετέπειτα Exxon), η Standard Oil of New York (μετέπειτα Mobil), η Standard Oil of California (μετέπειτα Chevron), η Texaco (που αργότερα συγχωνεύθηκε με τη Chevron), η Gulf Oil (της οποίας το μεγαλύτερο μέρος των δραστηριοτήτων εξαγοράστηκε από τη Chevron), η βρετανική Anglo-Iranian Oil Company (μετέπειτα BP) και η αγγλοολλανδική Royal Dutch Shell. Οι επτά αυτοί κολοσσοί έλεγχαν μεγάλο μέρος της παγκόσμιας παραγωγής και εμπορίας πετρελαίου, περιορίζοντας σημαντικά τη δυνατότητα των χωρών που διέθεταν τα κοιτάσματα να αποφασίζουν οι ίδιες για τον φυσικό τους πλούτο.
Η πραγματική επίδειξη της δύναμης που είχαν αποκτήσει οι πετρελαιοπαραγωγές χώρες ήρθε το φθινόπωρο του 1973, όταν ξέσπασε ένας ακόμη πόλεμος μεταξύ του Ισραήλ και των αραβικών γειτόνων του. Στις 6 Οκτωβρίου, ημέρα της μεγάλης εβραϊκής θρησκευτικής εορτής του Γιομ Κιπούρ, η Αίγυπτος και η Συρία εξαπέλυσαν αιφνιδιαστική επίθεση εναντίον του Ισραήλ, επιδιώκοντας να ανακτήσουν εδάφη που είχαν χάσει στον πόλεμο του 1967. Η Αίγυπτος ήθελε να ανακτήσει τη χερσόνησο του Σινά, ενώ η Συρία τα Υψίπεδα του Γκολάν, μια ορεινή περιοχή στρατηγικής σημασίας στα σύνορά της με το Ισραήλ. Οι συγκρούσεις ήταν σφοδρές και οι Ηνωμένες Πολιτείες έσπευσαν να ενισχύσουν στρατιωτικά το Ισραήλ, αποστέλλοντας μεγάλες ποσότητες όπλων και πολεμικού υλικού.
Η αμερικανική υποστήριξη προκάλεσε την έντονη αντίδραση των αραβικών πετρελαιοπαραγωγών κρατών, τα οποία αποφάσισαν να χρησιμοποιήσουν το σημαντικότερο οικονομικό τους όπλο: το πετρέλαιο. Ετσι, στις 17 Οκτωβρίου 1973, οι χώρες που συμμετείχαν στον Οργανισμό Αραβικών Πετρελαιοεξαγωγικών Χωρών (OAPEC), ο οποίος είχε ιδρυθεί το 1968 από τη Σαουδική Αραβία, το Κουβέιτ και τη Λιβύη, αποφάσισαν να μειώσουν την παραγωγή τους κατά τουλάχιστον 5%, προβλέποντας περαιτέρω μηνιαίες μειώσεις όσο δεν ικανοποιούνταν τα αιτήματά τους για αποχώρηση του Ισραήλ από τα εδάφη που είχε καταλάβει το 1967 και αναγνώριση των δικαιωμάτων των Παλαιστινίων. Μια διευκρίνηση σε αυτό το σημείο: Ο OAPEC δεν πρέπει να συγχέεται με τον ΟΠΕΚ, στον οποίο συμμετείχαν και μη αραβικές χώρες, όπως το Ιράν και η Βενεζουέλα.

Λίγες ημέρες αργότερα, αραβικά κράτη επέβαλαν πλήρες εμπάργκο στις εξαγωγές πετρελαίου προς τις Ηνωμένες Πολιτείες και άλλες χώρες που θεωρούσαν ότι υποστήριζαν το Ισραήλ, μεταξύ των οποίων και η Ολλανδία. Με άλλα λόγια, οι αραβικές χώρες αποφάσισαν αφενός να διαθέτουν λιγότερο πετρέλαιο στη διεθνή αγορά και αφετέρου να σταματήσουν εντελώς τις πωλήσεις προς συγκεκριμένα κράτη. Ο στόχος ήταν σαφής: να ασκήσουν οικονομική πίεση στις δυτικές κυβερνήσεις, ώστε εκείνες με τη σειρά τους να πιέσουν το Ισραήλ να αποσυρθεί από τα κατεχόμενα εδάφη.
Οι συνέπειες ήταν άμεσες και ξεπέρασαν κατά πολύ τις χώρες στις οποίες είχε επιβληθεί το εμπάργκο. Καθώς περιοριζόταν η διαθέσιμη ποσότητα πετρελαίου και οι πετρελαιοπαραγωγές χώρες αύξαναν παράλληλα τις επίσημες τιμές πώλησής του, η διεθνής αγορά βρέθηκε αντιμέτωπη με πρωτοφανείς ανατιμήσεις. Η τιμή του βαρελιού, που πριν από την κρίση βρισκόταν κοντά στα 3 δολάρια, εκτοξεύτηκε αρχές του 1974 στα σχεδόν… 12 δολάρια. Μέσα σε λίγους μήνες είχε τετραπλασιαστεί.
Οι επιπτώσεις έγιναν αισθητές στην καθημερινότητα εκατομμυρίων ανθρώπων. Στις Ηνωμένες Πολιτείες σχηματίζονταν μεγάλες ουρές αυτοκινήτων στα πρατήρια καυσίμων, ενώ σε αρκετές περιπτώσεις επιβάλλονταν περιορισμοί στην ποσότητα βενζίνης που μπορούσε να αγοράσει κάθε οδηγός. Οι κυβερνήσεις αναζητούσαν τρόπους να μειώσουν την κατανάλωση, καθώς το ακριβότερο πετρέλαιο αύξανε το κόστος μεταφορών, παραγωγής και θέρμανσης. Οι ανατιμήσεις μεταφέρονταν σταδιακά στις τιμές των προϊόντων, ενισχύοντας τον πληθωρισμό, ενώ οι οικονομίες πολλών δυτικών χωρών οδηγήθηκαν σε ύφεση. Το πετρελαϊκό εμπάργκο τερματίστηκε τον Μάρτιο του 1974, έπειτα από διπλωματικές διαπραγματεύσεις και τις πρώτες συμφωνίες αποχώρησης ισραηλινών δυνάμεων από κατεχόμενα εδάφη. Οι τιμές, ωστόσο, δεν επέστρεψαν στα προηγούμενα επίπεδα. Η κρίση είχε αποκαλύψει πόσο εξαρτημένες ήταν οι μεγαλύτερες βιομηχανικές οικονομίες από τις αποφάσεις των χωρών που παρήγαν το πετρέλαιο.
Αλλαγή στρατηγικής
Η εμπειρία του 1973 οδήγησε τις δυτικές κυβερνήσεις σε μια σημαντική αλλαγή στρατηγικής. Αντιλήφθηκαν ότι δεν αρκούσε να εξασφαλίζουν πετρέλαιο όσο οι διεθνείς αγορές λειτουργούσαν ομαλά. Έπρεπε να διαθέτουν και επαρκή αποθέματα, ώστε να μπορούν να αντιμετωπίσουν μια νέα ξαφνική διακοπή του εφοδιασμού. Έτσι, το 1974 ιδρύθηκε ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας (International Energy Agency – IEA), με έδρα το Παρίσι, και βασική αποστολή τον συντονισμό των καταναλωτριών χωρών και την προστασία τους από μελλοντικές πετρελαϊκές κρίσεις. Στο πλαίσιο αυτό θεσπίστηκε η υποχρέωση των κρατών-μελών που εισάγουν πετρέλαιο να διατηρούν αποθέματα επαρκή για να καλύψουν τουλάχιστον 90 ημέρες καθαρών εισαγωγών, δηλαδή την ποσότητα που προκύπτει όταν από τις εισαγωγές αφαιρεθούν οι εξαγωγές τους.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες προχώρησαν ένα βήμα παραπάνω. Το 1975, επί προεδρίας Τζέραλντ Φορντ, αποφάσισαν τη δημιουργία του Strategic Petroleum Reserve, δηλαδή ενός εθνικού στρατηγικού αποθέματος πετρελαίου, το οποίο θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί σε περίπτωση σοβαρής διακοπής των εισαγωγών ή άλλης μεγάλης ενεργειακής κρίσης. Για την αποθήκευσή του επιλέχθηκαν τεράστιες υπόγειες κοιλότητες μέσα σε σχηματισμούς αλατιού, στις πολιτείες Τέξας και Λουιζιάνα, κοντά στον Κόλπο του Μεξικού.
Οι πρώτες ποσότητες πετρελαίου άρχισαν να αποθηκεύονται το 1977. Ηταν η έμπρακτη αναγνώριση ότι ο έλεγχος των πετρελαϊκών κοιτασμάτων δεν αρκούσε πλέον για να εξασφαλίσει την ενεργειακή ασφάλεια μιας μεγάλης δύναμης. Εξίσου σημαντική όμως ήταν και η δυνατότητά της να αντέξει μια κρίση χωρίς να παραλύσει η οικονομία της.
Το Δόγμα Κάρτερ και ο Περσικός Κόλπος
Η Ιρανική Επανάσταση του 1979, που ανέτρεψε τον σάχη Μοχάμεντ Ρεζά Παχλαβί και έφερε στην εξουσία το νέο ισλαμικό καθεστώς υπό τον αγιατολάχ Ρουχολάχ Χομεϊνί, καθώς και η σοβιετική εισβολή στο Αφγανιστάν τον Δεκέμβριο της ίδιας χρονιάς, προκάλεσαν έντονη ανησυχία στην Ουάσιγκτον για την ασφάλεια του Περσικού Κόλπου. Στις 23 Ιανουαρίου 1980, ο Αμερικανός πρόεδρος Τζίμι Κάρτερ διατυπώνει ένα δόγμα που καθιστά σαφή την πρόθεση των Ηνωμένων Πολιτειών να υπερασπιστούν ακόμη και στρατιωτικά τα συμφέροντά τους στην περιοχή.
Σύμφωνα με αυτό, οποιαδήποτε προσπάθεια εξωτερικής δύναμης να αποκτήσει τον έλεγχο του Περσικού Κόλπου θα θεωρούνταν επίθεση στα ζωτικά αμερικανικά συμφέροντα και θα αποκρουόταν «με οποιοδήποτε αναγκαίο μέσο, συμπεριλαμβανομένης της στρατιωτικής ισχύος». Με άλλα λόγια, η Ουάσιγκτον διακήρυσσε ότι δεν θα επέτρεπε σε κάποια άλλη μεγάλη δύναμη να κυριαρχήσει στην περιοχή από την οποία προερχόταν ένα τεράστιο μέρος του πετρελαίου που τροφοδοτούσε την παγκόσμια οικονομία.
Λίγους μήνες αργότερα, στις 22 Σεπτεμβρίου 1980, ο πρόεδρος του Ιράκ Σαντάμ Χουσεΐν διατάσσει την εισβολή στο γειτονικό Ιράν, εκμεταλλευόμενος την πολιτική και στρατιωτική αναστάτωση που είχε προκαλέσει η Ιρανική Επανάσταση του προηγούμενου έτους. Στόχος του ήταν, μεταξύ άλλων, να ενισχύσει την κυριαρχία του Ιράκ στην περιοχή, να αποκτήσει μεγαλύτερο έλεγχο στον Σατ αλ Αράμπ, τον ποταμό που σχηματίζεται από τη συμβολή του Τίγρη και του Ευφράτη και αποτελεί στρατηγικής σημασίας δίοδο προς τον Περσικό Κόλπο, και να καταλάβει τμήματα του Χουζεστάν, μιας περιοχής του νοτιοδυτικού Ιράν με πλούσια κοιτάσματα πετρελαίου. Ο πόλεμος, που θα διαρκούσε οκτώ ολόκληρα χρόνια, έως το 1988, προκάλεσε σοβαρά προβλήματα στην παραγωγή και στις εξαγωγές πετρελαίου των δύο χωρών, εντείνοντας την αναστάτωση στις διεθνείς αγορές.
Μάλιστα, από το 1984, η σύγκρουση επεκτάθηκε και στα δεξαμενόπλοια που μετέφεραν πετρέλαιο μέσω του Περσικού Κόλπου, καθώς Ιράν και Ιράκ άρχισαν να πλήττουν συστηματικά εμπορικά πλοία και πετρελαϊκές εγκαταστάσεις, επιχειρώντας να στερήσουν από τον αντίπαλό τους τα έσοδα που χρηματοδοτούσαν τις πολεμικές επιχειρήσεις. Η φάση αυτή έμεινε γνωστή ως «Πόλεμος των Δεξαμενόπλοιων» και κατέδειξε πόσο εύκολα μια στρατιωτική σύγκρουση στη Μέση Ανατολή μπορούσε να απειλήσει όχι μόνο την παραγωγή πετρελαίου, αλλά και τη μεταφορά του προς τις διεθνείς αγορές.
Δύο χρόνια μετά τη λήξη του πολέμου με το Ιράν, ο Σαντάμ Χουσεΐν προχωρά σε μια ακόμη στρατιωτική επιχείρηση που συγκλονίζει τη διεθνή κοινότητα. Στις 2 Αυγούστου 1990 διατάσσει την εισβολή του ιρακινού στρατού στο γειτονικό Κουβέιτ, μια μικρή αλλά εξαιρετικά πλούσια σε πετρέλαιο χώρα του Περσικού Κόλπου. Η νέα κρίση επιβεβαιώνει πόσο κεντρική θέση είχε αποκτήσει η περιοχή στην αμερικανική στρατηγική, όπως είχε ήδη καταστήσει σαφές το Δόγμα Κάρτερ μία δεκαετία νωρίτερα. Οι Ηνωμένες Πολιτείες συγκροτούν έναν ευρύ διεθνή στρατιωτικό συνασπισμό, ο οποίος, τον Ιανουάριο του 1991, ξεκινά επιχειρήσεις εναντίον του Ιράκ και, τον επόμενο μήνα, εκδιώκει τις ιρακινές δυνάμεις από το Κουβέιτ.
Ο Πόλεμος του Κόλπου δεν μπορεί ωστόσο να χαρακτηριστεί απλώς ένας ακόμη «πόλεμος για το πετρέλαιο»: το Ιράκ είχε καταλάβει ένα κυρίαρχο κράτος και η διεθνής στρατιωτική επέμβαση στηρίχθηκε σε αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ που απαιτούσαν την αποχώρησή του και επέτρεπαν τη χρήση στρατιωτικής ισχύος για την εφαρμογή τους. Το ενεργειακό διακύβευμα ήταν πάντως τεράστιο. Η αμερικανική κυβέρνηση εκτιμούσε ότι, εάν ο Σαντάμ αποκτούσε τον έλεγχο όχι μόνο του Κουβέιτ αλλά και της Σαουδικής Αραβίας, θα μπορούσε να ελέγχει σχεδόν τα μισά από τα τότε αποδεδειγμένα παγκόσμια αποθέματα πετρελαίου. Μια τέτοια εξέλιξη θα του προσέφερε πρωτοφανή δυνατότητα επιρροής στις διεθνείς αγορές και θα έθετε σε σοβαρό κίνδυνο την ενεργειακή ασφάλεια των δυτικών χωρών.
Η μάχη για τον έλεγχο του πετρελαίου κατά τον 21ο αιώνα
Στον 21ο αιώνα η εικόνα διαφοροποιήθηκε. Από τα μέσα της δεκαετίας του 2000, οι Ηνωμένες Πολιτείες αξιοποίησαν νέες τεχνολογίες που τους επέτρεψαν να αντλούν πετρέλαιο εγκλωβισμένο σε πετρώματα από τα οποία μέχρι τότε ήταν εξαιρετικά δύσκολη η εξόρυξή του. Συνδυάζοντας τις οριζόντιες γεωτρήσεις με τη λεγόμενη υδραυλική ρωγμάτωση, δηλαδή τη διοχέτευση νερού και άμμου με μεγάλη πίεση στο υπέδαφος ώστε να δημιουργούνται μικρά ανοίγματα στα πετρώματα και να απελευθερώνεται το πετρέλαιο, κατάφεραν να εκμεταλλευτούν τεράστια κοιτάσματα, κυρίως στο Τέξας και στη Βόρεια Ντακότα. Η εξέλιξη αυτή, που έγινε γνωστή ως «επανάσταση του σχιστολιθικού πετρελαίου», αύξησε θεαματικά την αμερικανική παραγωγή, περιόρισε την εξάρτηση της χώρας από τις εισαγωγές και ενίσχυσε τη θέση της στη διεθνή αγορά ενέργειας.
Το 2025 οι Ηνωμένες Πολιτείες παρήγαγαν κατά μέσο όρο 13,6 εκατ. βαρέλια αργού ημερησίως, περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη χώρα και περισσότερο από κάθε προηγούμενο ιστορικό επίπεδο παραγωγής. Η ενεργειακή ισχύς της Ουάσιγκτον δεν στηρίζεται πλέον μόνο στην προστασία ξένων πηγών, αλλά και στη δική της τεράστια παραγωγική βάση.
Την ίδια ώρα, το κέντρο της ζήτησης μετακινείται προς την Ασία, καθώς η Κίνα είναι ο μεγαλύτερος εισαγωγέας αργού στον κόσμο. Το 2024 εισήγαγε περίπου 11,1 εκατ. βαρέλια ημερησίως, με τη Ρωσία να καλύπτει το 20% των εισαγωγών της και τη Σαουδική Αραβία το 14%, ενώ συνολικά περισσότερο από το μισό κινεζικό εισαγόμενο αργό προερχόταν από τη Μέση Ανατολή. Μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία και τις δυτικές κυρώσεις, οι εμπορικές ροές μετατοπίστηκαν ακόμη περισσότερο: το 2024 η Ασία και η Ωκεανία απορροφούσαν το 81% των ρωσικών εξαγωγών αργού και συμπυκνωμάτων, έναντι 41% το 2020, με βασικούς αγοραστές την Κίνα και την Ινδία.
Ο έλεγχος του πετρελαίου σήμερα δεν σημαίνει επομένως κατ’ ανάγκην στρατιωτική κατάληψη ενός κοιτάσματος. Σημαίνει δυνατότητα επιβολής κυρώσεων, πρόσβαση σε αγωγούς και τερματικούς σταθμούς, έλεγχο ναυτικών οδών, ασφαλιστική κάλυψη δεξαμενόπλοιων, στρατηγικά αποθέματα, παραγωγική εφεδρεία και δυνατότητα ανακατεύθυνσης των εμπορικών ροών. Τα Στενά του Ορμούζ παραμένουν ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα. Το 2024 διέρχονταν από εκεί περίπου 20 εκατ. βαρέλια πετρελαίου και πετρελαϊκών προϊόντων ημερησίως, ποσότητα αντίστοιχη με περίπου το ένα πέμπτο της παγκόσμιας κατανάλωσης υγρών καυσίμων.
Περισσότερο από έναν αιώνα μετά την ομιλία του Τσώρτσιλ, η τεχνολογία, οι ανανεώσιμες πηγές και η ηλεκτροκίνηση περιορίζουν σταδιακά το μερίδιο του πετρελαίου σε ορισμένες οικονομίες. Δεν εξαφανίζουν όμως ακόμη τη στρατηγική του σημασία. Ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας εκτιμά ότι, ανεξάρτητα από το πώς θα εξελιχθεί τα επόμενα χρόνια η παγκόσμια ζήτηση πετρελαίου, ο κίνδυνος διακοπής του εφοδιασμού θα παραμείνει υψηλός. Κι αυτό γιατί μεγάλο μέρος της παγκόσμιας παραγωγής συγκεντρώνεται σε λίγες περιοχές, αρκετές από τις οποίες βρίσκονται στο επίκεντρο γεωπολιτικών εντάσεων, ενώ τεράστιες ποσότητες πετρελαίου μεταφέρονται καθημερινά μέσω συγκεκριμένων θαλάσσιων περασμάτων, τα οποία μπορούν να αποκλειστούν σε περίπτωση πολέμου ή άλλης κρίσης. Το έχουμε διαπιστώσει άλλωστε με τον πιο χαρακτηριστικό τρόπο τους τελευταίους μήνες.