Πώς δημιουργήθηκαν οι «λογαριασμοί-φαντάσματα»;

Για δεκαετίες, το ελβετικό τραπεζικό απόρρητο αποτελούσε έναν απροσπέλαστο τοίχο. Πίσω από αυτόν τον τοίχο, ωστόσο, δεν κρύβονταν μόνο τα κεφάλαια μεγαλοεπενδυτών, αλλά και δισεκατομμύρια ευρώ, δολάρια και ελβετικά φράγκα που ξεχάστηκαν στο πέρασμα του χρόνου. Πρόκειται για τους λεγόμενους «αδρανείς λογαριασμούς» (dormant accounts), των οποίων οι κάτοχοι, είτε απεβίωσαν χωρίς να ενημερώσουν τους συγγενείς τους, είτε χάθηκαν μέσα στα ταραγμένα χρόνια του Β’ Παγκοσμίου πολέμου, αφήνοντας πίσω τους μια τεράστια ανεκμετάλλευτη περιουσία.

Πώς δημιουργήθηκαν οι «λογαριασμοί-φαντάσματα»;

Η ιστορία των ξεχασμένων χρημάτων χωρίζεται ουσιαστικά σε δύο μεγάλες περιόδους:

-Η Μαύρη Περίοδος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου: Πολλά από τα κεφάλαια ανήκαν σε θύματα του Ολοκαυτώματος, τα οποία είχαν καταθέσει τις περιουσίες τους στην ασφάλεια της ουδέτερης Ελβετίας πριν συλληφθούν. Μετά τον πόλεμο, οι τράπεζες κράτησαν αυτά τα χρήματα για δεκαετίες, μέχρι που διεθνείς δικαστικές πιέσεις και εβραϊκές οργανώσεις τις ανάγκασαν στα τέλη της δεκαετίας του ’90 να επιστρέψουν πάνω από 1,2 δισεκατομμύρια δολάρια στους δικαιούχους.

-Η μεταπολεμική περίοδος: Πολλοί εύποροι καταθέτες από όλο τον κόσμο άνοιγαν μυστικούς λογαριασμούς για φορολογικούς λόγους ή για ασφάλεια. Αν ο καταθέτης πέθαινε ξαφνικά χωρίς να αφήσει διαθήκη ή χωρίς να γνωρίζει η οικογένειά του την ύπαρξη του λογαριασμού (ή τον κωδικό του), τα χρήματα έμεναν «παγωμένα».

Ο Νόμος που έσπασε τη σιωπή

Το 2015, υπό την πίεση της διεθνούς κοινότητας για πάταξη της φοροδιαφυγής και της ανάγκης για διαφάνεια, η Ένωση Ελβετικών Τραπεζών έθεσε σε λειτουργία μια ειδική ηλεκτρονική πλατφόρμα. Βάσει της νομοθεσίας, αν ένας λογαριασμός δεν έχει καμία απολύτως κίνηση (κατάθεση, ανάληψη ή επικοινωνία από τον πελάτη) για 60 συνεχόμενα έτη, η τράπεζα υποχρεούται να δημοσιοποιήσει τα στοιχεία του κατόχου στην επίσημη ιστοσελίδα dormantaccounts.ch.

Το κυνήγι του θησαυρού

Στην πλατφόρμα αυτή βρίσκονται καταχωρημένα χιλιάδες ονόματα. Τα ποσά ξεκινούν από μερικές χιλιάδες φράγκα και φτάνουν σε πολλά εκατομμύρια ανά λογαριασμό, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις υπάρχουν και θυρίδες με άγνωστο περιεχόμενο (χρυσός, κοσμήματα, ιστορικά έγγραφα).

-Η προθεσμία: Από τη στιγμή που ένα όνομα δημοσιεύεται στην πλατφόρμα, οι νόμιμοι κληρονόμοι έχουν προθεσμία από 1 έως 5 έτη (ανάλογα με το πόσο παλιός είναι ο λογαριασμός) για να καταθέσουν τα απαραίτητα έγγραφα και να διεκδικήσουν τα χρήματα.

-Η κατάληξη των χρημάτων: Αν η προθεσμία παρέλθει και δεν εμφανιστεί κανείς, τα χρήματα μεταφέρονται οριστικά στα ταμεία του Ελβετικού Κράτους και ο λογαριασμός κλείνει για πάντα.

Σύμφωνα με την δημοσιογραφική έρευνα, 96,6 εκατομμύρια ελβετικά φράγκα έχει εισπράξει οριστικά το ελβετικό κράτος από λογαριασμούς που παραγράφηκαν, καθώς δεν εμφανίστηκε κανένας κληρονόμος.

Και ελληνικά ονόματα

Ανάμεσα στα χιλιάδες ονόματα που έχουν δει το φως της δημοσιότητας κατά καιρούς, οι δημοσιογραφικές έρευνες έχουν εντοπίσει και δεκάδες ελληνικά ονόματα (ή άτομα με δηλωμένη διεύθυνση κατοικίας την Αθήνα, τον Πειραιά ή τη Θεσσαλονίκη). Πρόκειται κυρίως για λογαριασμούς που ανοίχτηκαν τις δεκαετίες του 1940, 1950 και 1960.

Οι «Genealogists»

Λόγω των τεράστιων ποσών, έχει ανθίσει ένας ολόκληρος κλάδος από εξειδικευμένους δικηγόρους και γενεαλόγους. Αυτοί οι επαγγελματίες χτενίζουν τις λίστες των ελβετικών τραπεζών, βρίσκουν τα ονόματα, ερευνούν οικογενειακά δέντρα σε όλο τον κόσμο και, όταν εντοπίζουν τους ανυποψίαστους κληρονόμους, τους προτείνουν να αναλάβουν τη δικαστική διεκδίκηση με αντάλλαγμα μια μεγάλη προμήθεια (συχνά έως και 30% του ποσού).

Τα «ξεχασμένα δισεκατομμύρια» της Ελβετίας αποτελούν μια ζωντανή υπενθύμιση μιας εποχής όπου το τραπεζικό απόρρητο ήταν απόλυτο. Σήμερα, καθώς ο χρόνος πιέζει και οι προθεσμίες λήγουν, εκατοντάδες εκατομμύρια συνεχίζουν να αλλάζουν χέρια, περνώντας είτε σε μακρινούς συγγενείς που δεν γνώριζαν καν την ύπαρξη των πλούσιων προγόνων τους, είτε στο ίδιο το ελβετικό κράτος.

naftemporiki.gr