Development for whom? The future of small business

Η ανάπτυξη έχει αναχθεί σε κεντρικό επιχείρημα της οικονομικής πολιτικής. Επενδύσεις, ρυθμοί οικονομικής μεγέθυνσης και χρηματοδοτικά προγράμματα παρουσιάζονται ως αποδείξεις ότι η χώρα προχωρά.

Παραμένει, όμως, ένα ουσιαστικό ερώτημα.

Πόσοι από εκείνους που στηρίζουν καθημερινά την ελληνική οικονομία έχουν πραγματική θέση σε αυτή την αναπτυξιακή πορεία;

Για τον μικρό επιχειρηματία, που αγωνίζεται να ανταποκριθεί στις αυξανόμενες υποχρεώσεις του, οι όποιοι θετικοί οικονομικοί δείκτες έχουν περιορισμένη αξία όταν δεν μεταβάλλονται οι συνθήκες μέσα στις οποίες εργάζεται.

Η ανάπτυξη δεν είναι κοινωνικά ουδέτερη. Ο τρόπος με τον οποίο κατανέμονται τα οφέλη της αποτελεί καίριο πολιτικό ζήτημα.

Η 3η Έκθεση «Κοινωνικές και Οικονομικές Τάσεις στις Ελληνικές Περιφέρειες» του ΙΟΒΕ φωτίζει μια σημαντική πλευρά του προβλήματος. Την περίοδο 2002–2024, οι αυτοαπασχολούμενοι αποτελούσαν κατά μέσο όρο το 29,6% των εργαζομένων στην Ελλάδα, έναντι 14,8% στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Το 2024 το αντίστοιχο ποσοστό στη Δυτική Ελλάδα ήταν 33,8%, ενώ στην Αττική 16,1%. Η αυτοαπασχόλησηβέβαια δεν ταυτίζεται με τη μικρή επιχείρηση. Αποτυπώνει, όμως, πόσο διαφορετικές είναι οι συνθήκες εργασίας και οικονομικής δραστηριότητας ανάμεσα στο κέντρο και την περιφέρεια.

Η μικρή οικογενειακή επιχείρηση και ο επαγγελματίας, αντιμετωπίζονται συχνά στον δημόσιο λόγο με συμπάθεια αλλά στην οικονομική πολιτική με όρους που ευνοούν τους ισχυρότερους.

Ο επιχειρηματίας που έχει πρόσβαση σε δανεισμό και διαθέσιμα κεφάλαια, δεν ξεκινά από την ίδια αφετηρία με εκείνον που δυσκολεύεται να ανανεώσει ακόμη και τον εξοπλισμό του. Η επίκληση του ανταγωνισμού έχει νόημα όταν υπάρχουν πραγματικές δυνατότητες συμμετοχής. Διαφορετικά, η αγορά ανταμείβει όχι κατ’ ανάγκην εκείνον που παράγει αλλά εκείνον που αντέχει οικονομικά περισσότερο.

Αυτή η ανισότητα γίνεται εντονότερη στη διανομή των δημόσιων πόρων. Τα χρηματοδοτικά προγράμματα εμφανίζονται ως ευκαιρία για όλους αλλά η υψηλή ίδια συμμετοχή και οι απαιτήσεις δανεισμού μπορούν να αποκλείσουν επιχειρήσεις πριν αξιολογηθεί η παραγωγική τους προοπτική. Ασφαλώς, τα δημόσια χρήματα πρέπει να επενδύονται με κριτήρια βιωσιμότητας. Αυτό δεν δικαιολογεί όμως έναν μηχανισμό που δίνει προβάδισμα σε όσους ήδη διαθέτουν οικονομική δύναμη. Η πολιτική ευθύνη δεν εξαντλείται μόνο στο ποσοστό της απορρόφησης. Αρχίζει όταν εξετάζουμε ποιοι ωφελήθηκαν και ποιοι δεν μπόρεσαν καν να διεκδικήσουν την ενίσχυση.

Για τη Δυτική Ελλάδα τα δεδομένα είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτικά. Το κατά κεφαλήν ΑΕΠ το 2024 ήταν 16.011 ευρώ, έναντι 22.816 ευρώ στο σύνολο της χώρας. Το 2025 τα τραπεζικά δάνεια προς μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις εμφάνισαν ετήσια μείωση 1,7%, την ώρα που πανελλαδικά αυξήθηκαν. Τα στοιχεία αυτά δεν περιγράφουν τις συνθήκες κάθε επιμέρους επιχείρησης, αναδεικνύουν όμως τις διαφορετικές δυνατότητες οικονομικής ανάπτυξης μεταξύ των περιφερειών. Και αυτό είναι ζήτημα της εθνικής αναπτυξιακής πολιτικής.

Η περιφερειακή πολιτική δεν μπορεί να λειτουργεί ως σύστημα περιοδικής κατανομής κονδυλίων.

Οφείλει να ξεκινά από τις παραγωγικές δυνατότητες κάθε τόπου και από τα εμπόδια που κρατούν τις τοπικές επιχειρήσεις μακριά από την ανάπτυξη. Διαφορετικά, οι ενισχύσεις ακολουθούν την ήδη συγκεντρωμένη οικονομική ισχύ, αντί να δημιουργούν ευκαιρίες εκεί όπου υπάρχουν μεγαλύτερες ανάγκες.

Η σύγκλιση των περιφερειών δεν θα έρθει αυτόματα επειδή αυξάνεται το εθνικό ΑΕΠ.Η μικρή επιχειρηματικότητα χρειάζεται πολιτικές που θα ενισχύουν την παραγωγικότητα και θα δημιουργούν πραγματικές δυνατότητες ανάπτυξης. Η πρόσβαση στη χρηματοδότηση, η συνεργασία των παραγωγών και η σύνδεση με την έρευνα μπορούν να συμβάλουν ουσιαστικά σε αυτή την κατεύθυνση. Παράλληλα, απαιτείται δικαιότερη φορολογική πολιτική, που θα αντιμετωπίζει τη φοροδιαφυγή χωρίς να παραγνωρίζει τις οικονομικές αντοχές των μικρών επιχειρήσεων.

Είναι επίσης καιρός να αναγνωρίσουμε ότι η αυτοαπασχόληση δεν αποτελεί πάντοτε έκφραση επιχειρηματικής φιλοδοξίας. Για κάποιους είναι διέξοδος επειδή λείπουν άλλες επαγγελματικές επιλογές. Η αύξηση του μεριδίου της μισθωτής απασχόλησης στη Δυτική Ελλάδα κατά 15,4 ποσοστιαίες μονάδες την περίοδο 1999–2024 δείχνει ότι η αγορά εργασίας μεταβάλλεται.

Το ζητούμενο είναι να μπορεί κανείς να επιλέγει την επιχειρηματική δραστηριότητα επειδή έχει προοπτική και όχι επειδή δεν έχει άλλη λύση.

Οι μεγάλες επενδύσεις είναι αναγκαίες αλλά δεν μπορούν να αποτελούν το μοναδικό τεκμήριο αναπτυξιακής επιτυχίας. Όσο η μικρή επιχειρηματικότητα καλείται απλώς να επιβιώνει, τα οφέλη της ανάπτυξης θα παραμένουν άνισα μοιρασμένα.

Η αντοχή των μικρών επαγγελματιών δεν μπορεί να αποτελεί διαρκές άλλοθι για τις αδυναμίες της οικονομικής πολιτικής. Η πραγματική πρόκληση είναι να δημιουργηθούν συνθήκες που θα τους επιτρέπουν να αναπτύσσονται, αντί να εξαντλούν τις δυνάμεις τους στον καθημερινό αγώνα της επιβίωσης.

Το ερώτημα «ανάπτυξη για ποιους;» είναι το μέτρο με το οποίο πρέπει να κρίνεται κάθε κυβερνητική επιλογή.

Υ.Γ. Το άρθρο αυτό αποτελεί τη δεύτερη παρέμβαση μιας σειράς κειμένων με αφετηρία την 3η Έκθεση «Κοινωνικές και Οικονομικές Τάσεις στις Ελληνικές Περιφέρειες» του ΙΟΒΕ. Στόχος είναι η πολιτική ανάγνωση των ευρημάτων της έκθεσης, με ιδιαίτερη έμφαση στις αναπτυξιακές ανισότητες, στις δημόσιες πολιτικές και στις προοπτικές της Δυτικής Ελλάδας.

*Το παρόν άρθρο αποτυπώνει αποκλειστικά προσωπικές απόψεις του συντάκτη, οι οποίες δεν εκφράζουν και δεν αντιπροσωπεύουν το Πανεπιστήμιο Πατρών.

Ο Γιώργος Παναγιωτόπουλος είναι Καθηγητής, Αντιπρύτανης Πανεπιστημίου Πατρών