Η πολυτάραχη ζωή της Μάτα Χάρι, τα μυστικά και τα ψέματα που τη σημάδεψαν και η αμφιλεγόμενη δίκη που την οδήγησε στο εκτελεστικό απόσπασμα για κατασκοπεία υπέρ της Γερμανίας κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο
Στις 15 Οκτωβρίου 1917, η ολλανδή χορεύτρια Μάτα Χάρι που είχε κατακτήσει τα ευρωπαϊκά σαλόνια με τους εξωτικούς χορούς και τη μυστηριώδη προσωπικότητά της, οδηγείται σε εκτελεστικό απόσπασμα κοντά στο Παρίσι.
Τον Φεβρουάριο του ίδιου έτους είχε συλληφθεί από τις γαλλικές αρχές, έπειτα από την υποκλοπή γερμανικών ραδιομηνυμάτων που την ενέπλεκαν σε υπόθεση κατασκοπείας. Κατηγορήθηκε ότι παρείχε πληροφορίες στους Γερμανούς, προκαλώντας, σύμφωνα με το κατηγορητήριο, τον θάνατο 50.000 γάλλων στρατιωτών. Καταδικάστηκε σε θάνατο για κατασκοπεία υπέρ της Γερμανίας, εν μέσω του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου.
Πίσω, όμως, από την εικόνα της μοιραίας γυναίκας και της διαβόητης κατασκόπου κρυβόταν μια ιστορία πολύ διαφορετική από εκείνη που πέρασε στη συλλογική μνήμη.

Στις 21 Μαρτίου 1982, «ΤΟ ΒΗΜΑ» δημοσιεύει κείμενο του διακεκριμένου γάλλου ιστορικού Φρεντ Κούπφερμαν, από τη γαλλική εφημερίδα «Le Monde», επιχειρώντας να φωτίσει την πραγματική ζωή της γυναίκας που έγινε θρύλος.
Το πραγματικό της όνομα ήταν Μαργκαρέτα Γκερτρουίντα Ζέλε. Γεννήθηκε το 1876 στην Ολλανδία και, παρότι η οικογένειά της είχε διαφορετικά σχέδια για το μέλλον της, εκείνη αναζητούσε τον δικό της δρόμο.
Όπως γράφει ο Κούπφερμαν:
«Η οικογένειά της την ήθελε δασκάλα, αλλά εκείνη δραπέτευσε από το Διδασκαλείο και παντρεύτηκε στα δεκαεννιά της χρόνια μ’ ένα σαραντάρη αξιωματικό. Γρήγορα όμως, ξεσπάσανε συζυγικές σκηνές».

Ο γάμος της δεν κράτησε. Μετά από μια περίοδο στην Ασία και την επιστροφή της στην Ολλανδία, αποφάσισε να κυνηγήσει τη ζωή που ονειρευόταν:
«Πήρε διαζύγιο, και το 1903 πραγματοποίησε αυτά που πάντα επιθυμούσε, δηλαδή τη δόξα, τα πλούτη, τον έρωτα, συνδεδεμένα με τη μαγική λέξη, Παρίσι».
Η κατάκτηση της γαλλικής πρωτεύουσας, βέβαια, δεν ήταν εύκολη υπόθεση. Ο γάλλος ιστορικός αναφέρει στο δημοσίευμα:
«Αλλά πώς μπόρεσε να γίνει διάσημη; Δεν ήξερε να παίζει θέατρο, τους ζωγράφους δε συγκινούσε το ύψος της του 1,75. Της απόμεινε η ερωτική σταδιοδρομία και η Μαργκαρέτα έγινε βασίλισσα του Παρισιού. […] Για να φτάσει σ’ αυτό το επίπεδο, χρησιμοποιούσε το μοναδικό της χάρισμα, το ψέμα».
Η γέννηση του μύθου
Η επιτυχία δεν άργησε να έρθει. Αξιοποιώντας την εμφάνισή της, που στα μάτια των Ευρωπαίων της εποχής παρέπεμπε σε γυναίκα της Ανατολής, δημιούργησε την περσόνα μιας εξωτικής ινδής χορεύτριας:
«Εφεύρε ένα μυστηριώδες πρόσωπο που ονόμασε Μάτα Χάρι, “μάτι του ηλίου”, γεννημένο στη Νότια Ινδία, μεγαλωμένο σε ιερό ναό όπου μυσταγωγήθηκε πολύ νωρίς στις μυστικές ιεροτελεστίες».
Στις 13 Μαρτίου 1905, η Μάτα Χάρι εμφανίζεται στο Μουσείο Γκιμέ του Παρισιού, παρουσιάζοντας χορούς που η ίδια περιέγραφε ως ιερές τελετουργίες της Ανατολής.

«Στην πρώτη σειρά οι πρέσβεις της Γερμανίας και της Ιαπωνίας. Η Μάτα Χάρι χόρεψε για χάρη τους, σχεδόν γυμνή, ιερούς χορούς της Ινδίας, που το Μουσείο εγγυήθηκε την αυθεντικότητά τους. Πολύ γρήγορα οι θαμπωμένοι θεατές ξέχασαν τον αδέξιο και ερασιτεχνικό χορό, πρόθυμοι να ικανοποιήσουν τις υπερβολικές αμοιβές που απαιτούσε».
Η φήμη της εξαπλώνεται σε ολόκληρη την Ευρώπη. Εμφανίζεται μπροστά σε πρίγκιπες και αριστοκράτες, αποκτά ισχυρούς θαυμαστές και μετατρέπεται σε ένα από τα διασημότερα πρόσωπα της εποχής:
«Είναι της μόδας και υπέρτατη αναγνώριση έγινε θέμα για καρτ ποστάλ. Το τσιγάρο Μάτα Χάρι, μακρύ και κάπως κοίλο, ικανοποιούσε τα πιο εκλεπτυσμένα γούστα. Στην Ολλανδία απολάμβαναν τα μπισκότα Μάτα Χάρι και διάβαζαν με μανία τ’ απομνημονεύματά της, γραμμένα από τον πατέρα της».

Η χρονιά του 1906 σηματοδοτεί την κορύφωση της σταδιοδρομίας της. Η αντίστροφη μέτρηση, όμως, έχει ήδη αρχίσει.
Από τη δόξα στην παρακμή
Λίγα χρόνια αργότερα, η μόδα των ανατολίτικων χορών αρχίζει να υποχωρεί:
«Κυνηγώντας το απλησίαστο, η Μάτα Χάρι κατρακύλισε όσο γρήγορα είχε ανέβει».
Η περιζήτητη χορεύτρια ξαφνικά βρίσκεται αντιμέτωπη με οικονομικές δυσκολίες, ενώ οι ευρωπαϊκές σκηνές δεν ενδιαφέρονται πια για τις εμφανίσεις της:
«Στο ιδιαίτερο της ξενοδοχείο, η πρώην βασίλισσα του Παρισιού αμπαρώθηκε επειδή φοβόταν τους δανειστές της. Η χορεύτρια που βασιζόταν πια μόνο στους επαρχιώτες, αναγκάστηκε να μειώσει την ταρίφα της και να βάψει ξανθά τα μαλλιά της, που είχαν αρχίσει ν’ ασπρίζουν. Η Μπελ Επόκ χάθηκε, διωγμένη από τον πόλεμο».
Στις 14 Δεκεμβρίου 1915 δίνει την τελευταία της παράσταση στη Χάγη. Η δεκαετής καριέρα της ως χορεύτρια έχει φτάσει στο τέλος της. Όχι, όμως και η περιπέτειά της.
Ύποπτη για κατασκοπεία
Η Ευρώπη βρίσκεται πλέον στη δίνη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Η Ολλανδία παραμένει ουδέτερη στον πόλεμο και η Μάτα Χάρι λόγω της ολλανδικής της υπηκοότητας έχει τη δυνατότητα να ταξιδεύει ελεύθερα μεταξύ των εμπόλεμων κρατών. Οι μετακινήσεις της και οι γνωριμίες της με στρατιωτικούς προσελκύουν την προσοχή των γαλλικών υπηρεσιών:
«Υπήκοος μιας ουδέτερης χώρας, πέρασε εύκολα τα σύνορα, αλλά όταν έφτασε στο Παρίσι, η αστυνομία άρχισε να την παρακολουθεί. Είχε καταλάβει τον κόσμο η υστερία του φόβου της κατασκοπίας. Όλοι οι ξένοι ήταν ύποπτοι και οι ουδέτεροι ακόμη περισσότερο, κυρίως όταν μιλούσαν με γερμανική προφορά. […]
«Τα Χριστούγεννα του 1915 δέχτηκε ένα σημαντικό ποσό χρημάτων από ένα Γερμανό πρέσβη που της έδωσε και κάτι αόριστες διαταγές: “Ταξιδέψτε και φέρτε μας νέα” και μελάνια που δεν αφήνουν αποτυπώματα».
Ακολούθησαν ταξίδια και επαφές με τη γαλλική αντικατασκοπία. Η ίδια, σύμφωνα με την αφήγηση του γάλλου ιστορικού, έκανε ένα μοιραίο λάθος:
«Εκεί φέρθηκε αδέξια, έκανε ένα λάθος χρησιμοποιώντας τα αιώνια ψέματά της και πρόσφερε τις υπηρεσίες της και στους Γάλλους που την υποπτεύονταν».

Η Μάτα Χάρι στις 13 Φεβρουαρίου 1917, την ημέρα της σύλληψής της από τις γαλλικές αρχές.
Το «κυνήγι της μάγισσας»
Το 1917 ο πόλεμος συνεχιζόταν και η υπόθεση της Μάτα Χάρι είχε αρχίσει να λαμβάνει τεράστιες διαστάσεις:
«Τον καιρό εκείνο, που το ηθικό του έθνους βρισκόταν σε κρίση, που οι χειμώνες του πολέμου περνούσαν χωρίς να φέρνουν τη νίκη, ο Τύπος απαιτούσε μεγαλύτερη επιτυχία στο κυνήγι των Γερμανών πρακτόρων. Η υπόθεση της Μάτα Χάρι ξέσπασε στην κατάλληλη στιγμή για να αποτρέψει την οργή της κοινής γνώμης».
Η σύλληψή της στις 13 Φεβρουαρίου 1917 μετατρέπεται σε είδηση πρώτου μεγέθους:
«Οι εφημερίδες δημοσίευαν ότι πιάστηκε ο πιο επικίνδυνος Γερμανός κατάσκοπος που υπήρξε ποτέ, του πράκτορα H21. Η Μάτα Χάρι δικάστηκε από ένα δικαστή, ειδικευμένο στις υποθέσεις προδοσίας.
»Αναγκάστηκε να ομολογήσει τις πράξεις της, και η δίκη της έγινε κεκλεισμένων των θυρών επειδή επρόκειτο για στρατιωτικά μυστικά. Δεν υπεράσπισε καλά τον εαυτό της και έμεινε χωρίς ελπίδες. Η κατηγορία υποστήριξε ότι ήταν αιτία για χιλιάδες θανάτους.
»Δεν προσκομίστηκε άλλη απόδειξη, εκτός από ένα φιαλίδιο από αλάτι υδραργύρου – μυστικό μελάνι; – που βρέθηκε στην τσάντα της».

Το εξιλαστήριο θύμα
Ο Κούπφερμαν σχολιάζει για τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίστηκε η κατηγορούμενη:
«Όλοι οι αξιωματικοί που είχαν κάποτε σχέση μαζί της, κατάφεραν ν’ απαλλαγούν, μόνο εκείνη έπρεπε να πεθάνει. Οι αμείλικτοι δικαστές δεν μπόρεσαν να καταλάβουν ότι η ριζοσπαστική δημοκρατία, για να εξορκίσει το φάντασμα του ειρηνισμού, οργάνωσε μια δίκη για το κυνήγι της μάγισσας».
Από μεταγενέστερες ιστορικές έρευνες προέκυψε ότι τα στοιχεία εναντίον της ήταν εξαιρετικά ελλιπή, έμμεσα και σε ορισμένες περιπτώσεις κατασκευασμένα. Οι κατηγορίες που της απέδιδαν τον θάνατο χιλιάδων γάλλων στρατιωτών χρησιμοποιήθηκαν απλώς για να δικαιολογήσουν τις ολέθριες απώλειες των Γάλλων στο μέτωπο.
Η εκτέλεση και ο μύθος
Στις 24 Ιουλίου 1917, η Μάτα Χάρι καταδικάστηκε σε θάνατο. Λιγότερο από τρεις μήνες αργότερα, στις 15 Οκτωβρίου, εκτελέστηκε από γαλλικό απόσπασμα:
«Ήταν η τρίτη γυναίκα που εκτελέστηκε για κατασκοπία στο Παρίσι. Εκατό άτομα παρακολούθησαν την εκτέλεση: Η Μάτα Χάρι πάντα τραβούσε τους ηδονοβλεψίες».
Πέρα από τις κατηγορίες για κατασκοπεία, η Μαργκαρέτα Ζέλε χαρακτηρίστηκε και ως «ανήθικη» γυναίκα. Ανεξάρτητη, διαζευγμένη, με πολυτελή ζωή και ερωτικές σχέσεις με αξιωματικούς των δύο αντιμαχόμενων στρατοπέδων, η Ολλανδή χορεύτρια αποτελούσε εύκολο στόχο για την κοινή γνώμη και τη στρατιωτική δικαιοσύνη.
Ο θάνατός της αποτέλεσε την αφετηρία μιας δεύτερης ζωής, αυτή τη φορά στη λογοτεχνία, τον κινηματογράφο και, αργότερα, στην ποπ κουλτούρα, όπου καθιερώθηκε ως σύμβολο μυστηρίου, γοητείας και κατασκοπείας.

Όπως γράφει και ο Φρεντ Κούπφερμαν κλείνοντας:
«Η Μάτα Χάρι, πράκτορας Η21, έγινε διαδοχικά η Μάτα Γκάρμπο, η Μάτα Μάρλεν, η Μάτα Μορώ. Δεν έχει πάψει να χορεύει, ούτε να πεθαίνει, χωρίς κάλυμμα πάνω στα τεράστια μάτια της και πάνω στην οθόνη της μνήμης μας».