Οι προτάσεις των ειδικών για να περιορίσουμε την ένταση των πλημμυρών καθώς «οι πόλεις μας είναι χτισμένες για το κλίμα του παρελθόντος και όχι για αυτό που βλέπουμε να έρχεται μελλοντικά»
Η έκταση μιας πλημμυρικής καταστροφής δεν εξαρτάται μόνο από τη βροχή, αλλά και από τη συνάντηση του ακραίου καιρού με τον τρόπο δόμησης, την κατάσταση των υποδομών, την ετοιμότητα των Αρχών και την αποτελεσματικότητα των συστημάτων προειδοποίησης των πολιτών. Αυτό, τουλάχιστον, είναι το συμπέρασμα στο οποίο συγκλίνουν 19 επιστήμονες από 14 χώρες του κόσμου, οι οποίοι υπογράφουν μια μεγάλη έρευνα για τις πρόσφατες πλημμυρικές καταστροφές στην Ευρώπη. Μεταξύ των χωρών και η Ελλάδα.
Για τη χώρα μας, οι προηγούμενοι χειμώνες, τα ερωτήματα που ακολούθησαν μεγάλες καταστροφές, το πρόσφατο παρελθόν της αγροτικής Θεσσαλίας και η Κρήτη της εβδομάδας που πέρασε γεννούν ήδη συνειρμούς και ξυπνούν αγωνίες. Είμαστε οχυρωμένοι για τη φετινή χρονιά; Και μετά την Κρήτη, τι; Γιατί το ερώτημα πλέον δεν είναι μόνο πότε θα έρθει το επόμενο ακραίο φαινόμενο, αλλά πόσο έτοιμη είναι η χώρα να το αντιμετωπίσει, όπου κι αν αυτό εκδηλωθεί.
Σύμφωνα με τον διευθυντή Ερευνών στο Εθνικό Αστεροσκοπείο Αθηνών Κώστα Λαγουβάρδο, τα τελευταία 25 χρόνια μεγάλες πλημμύρες έχουν καταγραφεί επανειλημμένα στην Αττική, τη Θεσσαλονίκη, την Ήπειρο, τη Θεσσαλία, τη Δυτική Πελοπόννησο, την Εύβοια, την Κρήτη, τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου και τα Δωδεκάνησα. «Πρόκειται για περιοχές με ιστορικά αυξημένη διακινδύνευση. Και τώρα η χώρα μπαίνει ξανά στην εποχή κατά την οποία οι ισχυρές βροχές μπορούν να δημιουργήσουν σοβαρά προβλήματα» επισημαίνει.
Η ανησυχία είναι μεγαλύτερη για τις περιοχές που δεν έχουν προλάβει να επουλώσουν τις πληγές τους, όπως η Κρήτη. «Επειδή καταστράφηκαν, κατά τις πρόσφατες πλημμύρες, υποδομές του νησιού, όπως γέφυρες, αγροτικοί δρόμοι κ.λπ., οι περιοχές αυτές είναι πιο τρωτές. Ακόμη και μια μέτρια βροχή μπορεί να δημιουργήσει επιπλέον προβλήματα» προειδοποιεί ο κ. Λαγουβάρδος.
Στη συγκριτική μελέτη για τις μεγάλες ευρωπαϊκές πλημμύρες της περιόδου 2007-2025 (δημοσιεύθηκε στο διεθνές περιοδικό «International Journal of River Basin Management» του βρετανικού εκδοτικού οίκου Taylor & Francis), η περίπτωση της Ελλάδας αναφέρεται μέσα από την επιβάρυνση που προκαλεί η αστική ανάπτυξη στη Μάνδρα, αλλά και την ευαλωτότητα της Θεσσαλίας, λόγω της αγροτικής της εξάρτησης, της περιορισμένης ασφαλιστικής κάλυψης και των ζημιών σε κρίσιμες υποδομές. Τη μελέτη συνυπογράφουν, από την Ελλάδα, ο Μιχάλης Διακάκης, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών με ειδίκευση στην αντιμετώπιση ακραίων καιρικών φαινομένων, και ο Αναστάσιος Ι. Στάμου από το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο.
Τα πέντε συμπεράσματα
Τα συμπεράσματα των επιστημόνων είναι πέντε.
1. Η αστικοποίηση εντείνει το ίδιο το πλημμυρικό φαινόμενο. Η κάλυψη του εδάφους με αδιαπέραστες επιφάνειες, η ανάπτυξη μέσα σε πλημμυρικές ζώνες και τα ανεπαρκή δίκτυα απορροής επιταχύνουν τη συγκέντρωση του νερού.
2. Η πρόγνωση δεν αρκεί αν δεν οδηγεί σε έγκαιρη δράση. Κρίσιμος είναι ο τρόπος με τον οποίο γίνεται η προειδοποίηση: να φθάνει στον πολίτη, να είναι κατανοητή, εξηγώντας τι πρέπει να κάνει.
3. Τα τεχνικά έργα χρειάζονται συντήρηση και συμπληρωματικά μέτρα. Αναχώματα, γέφυρες και δεξαμενές πρέπει να συνδυάζονται με κατάλληλες χρήσεις γης, επαρκή αποστράγγιση, αποκατάσταση υγροτόπων και περισσότερο χώρο για τα ποτάμια.
4. Η ίδιας περίπου έντασης απειλή μπορεί να έχει διαφορετικές συνέπειες. Θεσμική ετοιμότητα, οικονομικοί πόροι, ασφάλιση και κοινωνική προστασία επηρεάζουν τις απώλειες και τη διάρκεια της αποκατάστασης. Οι οικονομικά ασθενέστερες περιοχές αντιμετωπίζουν συχνότερα παρατεταμένη ανάκαμψη και εξάρτηση από εξωτερική βοήθεια.
5. Η προστασία πρέπει να σχεδιάζεται για ολόκληρη τη λεκάνη απορροής. Απαιτούνται κοινά δεδομένα, συνεργασία δήμων και κρατών, σαφείς αρμοδιότητες και σχέδια συνέχισης της λειτουργίας δρόμων, νοσοκομείων, ενέργειας και τηλεπικοινωνιών.
«Οι πόλεις μας είναι χτισμένες για το κλίμα του παρελθόντος και όχι για αυτό που βλέπουμε να έρχεται μελλοντικά. Και είναι πολύ δύσκολο τεχνικά και οικονομικά να κάνουμε αντιπλημμυρικά έργα τα οποία θα μηδενίσουν τον κίνδυνο» διαπιστώνει μιλώντας στο «Βήμα» ο κ. Διακάκης.
Όπως εξηγεί, λόγω της κλιματικής κρίσης τα ακραία φαινόμενα αναμένεται να εμφανίζονται συχνότερα. «Όμως, από αυτά που βλέπουμε σε ό,τι αφορά τον δομημένο ιστό, τις ανθρώπινες παρεμβάσεις, την κατάσταση των ρεμάτων, αλλά και από την εμπειρία που έχουμε αποκτήσει από τις καταστροφές των τελευταίων δεκαετιών», συνεχίζει, «συμπεραίνουμε ότι, όταν τα φαινόμενα περνούν στη σφαίρα του ακραίου, η κατάσταση δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με τις υπάρχουσες συνθήκες. Ίσα-ίσα, διαπιστώνουμε ότι ακόμη και σε μέσες και υψηλές εντάσεις βροχής, αρχίζουν να εμφανίζονται τα πρώτα προβλήματα».
Ο ίδιος υπογραμμίζει την ανάγκη να ληφθούν άμεσα μέτρα ώστε η χώρα να είναι καλύτερα προετοιμασμένη και να μην ξαναβρεθεί αντιμέτωπη με αντίστοιχες καταστάσεις. «Πρέπει να υιοθετήσουμε τόσο βραχυπρόθεσμα όσο και μακροπρόθεσμα μέτρα» επισημαίνει.
Απαγόρευση δόμησης στις ζώνες κινδύνου
Σε μακροπρόθεσμο επίπεδο, όπως εξηγεί, βασική προτεραιότητα είναι η απομάκρυνση των οικισμών και των υποδομών από τις ζώνες υψηλού πλημμυρικού κινδύνου. Πρόκειται για μια δύσκολη διαδικασία, ωστόσο κρίνει ότι είναι απαραίτητο να διασφαλιστεί ο χώρος των ρεμάτων και να αποτραπεί η περαιτέρω δόμηση σε περιοχές που απειλούνται από πλημμύρες. «Επειδή η απομάκρυνση υφιστάμενων οικισμών και υποδομών είναι εξαιρετικά δύσκολη, αυτό που προτείνουμε είναι να ενσωματωθεί ουσιαστικά ο πλημμυρικός κίνδυνος στον χωροταξικό σχεδιασμό. Οπου οι επίσημοι χάρτες δείχνουν ότι υπάρχει κίνδυνος πλημμύρας, θα πρέπει να απαγορεύεται ή να περιορίζεται η νέα δόμηση» τονίζει.
Σε βραχυπρόθεσμο επίπεδο, υπάρχουν, σύμφωνα με τον καθηγητή, παρεμβάσεις που μπορούν να εφαρμοστούν ανάλογα με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά κάθε περιοχής. Μεταξύ αυτών είναι η κατασκευή φραγμάτων ανάσχεσης της ροής στο ανάντη τμήμα των λεκανών απορροής, δηλαδή σε ψηλότερα σημεία πριν τα νερά φτάσουν στην πεδιάδα. Ιδιαίτερη έμφαση δίνει στις λύσεις που βασίζονται στη φύση, οι οποίες μπορούν να είναι αποτελεσματικές και οικονομικότερες παρεμβάσεις, ενώ καθοριστικής σημασίας θεωρεί και την καλύτερη εκπαίδευση του πληθυσμού. Όπως προέκυψε και από σχετική μελέτη, υπάρχουν περιθώρια βελτίωσης τόσο στην κατανόηση των μηνυμάτων έγκαιρης προειδοποίησης όσο και στον τρόπο με τον οποίο οι πολίτες αντιλαμβάνονται και διαχειρίζονται τον πλημμυρικό κίνδυνο – ένα ζήτημα που, όπως επισημαίνει, αφορά συνολικά την Ευρώπη.
Ανάλογη θέση διατυπώνει και ο κ. Λαγουβάρδος, ο οποίος σημειώνει ότι λόγω της επιταχυνόμενης κλιματικής αλλαγής τέτοιας έντασης φαινόμενα εμφανίζονται ήδη συχνότερα και δυστυχώς η συχνότητά τους θα αυξηθεί περαιτέρω μέσα στις επόμενες δεκαετίες. Ο ίδιος προτείνει τον επανασχεδιασμό των έργων λαμβάνοντας υπόψη τη νέα κλιματική πραγματικότητα που διαμορφώνεται στη Μεσόγειο. Άλλωστε, σημειώνει, οι σχετικές μετρήσεις και τα δεδομένα υπάρχουν.
Ο διευθυντής Ερευνών του Αστεροσκοπείου Αθηνών τονίζει ότι πρέπει να επενδύσουμε στην ενίσχυση των μετρητικών δικτύων ώστε να έχουμε συνεχή ροή δεδομένων κατά τη διάρκεια μιας κακοκαιρίας και να γίνεται η αντίστοιχη στοχευμένη κινητοποίηση των δυνάμεων πολιτικής προστασίας. Επίσης, θεωρεί κρίσιμη τη διαμόρφωση τοπικών συστημάτων έγκαιρης προειδοποίησης.