Το εκπαιδευτικό επάγγελμα «βουλιάζει» στην Ελλάδα – Έρευνα της ΚΑΝΕΠ/ΓΣΕΕ αποκαλύπτει την αθέατη αλήθεια για τους δασκάλους και καθηγητές.
Ένα σχολείο που γερνά, ένα εκπαιδευτικό προσωπικό που πιέζεται ολοένα περισσότερο και μια νέα γενιά που δεν δείχνει την ίδια διάθεση να ακολουθήσει το επάγγελμα της εκπαίδευσης. Αυτή είναι η εικόνα που προκύπτει από τη νέα μελέτη του ΚΑΝΕΠ/ΓΣΕΕ για το εκπαιδευτικό επάγγελμα στην Ελλάδα, καταγράφοντας μια σειρά από στοιχεία που δημιουργούν εύλογο προβληματισμό για το μέλλον της στελέχωσης των σχολείων.
Η εικόνα δεν αφορά μόνο τις σημερινές ελλείψεις εκπαιδευτικών. Τα στοιχεία δείχνουν ότι πίσω από το πρόβλημα των κενών υπάρχει μια βαθύτερη αλλαγή στη σύνθεση του εκπαιδευτικού προσωπικού καθώς οι μεγαλύτερες ηλικίες αυξάνονται, οι νεότεροι εκπαιδευτικοί παραμένουν ελάχιστοι, η παρουσία των αναπληρωτών έχει γίνει ιδιαίτερα έντονη και οι αποδοχές εξακολουθούν να απέχουν σημαντικά από τα ευρωπαϊκά και διεθνή δεδομένα. Την ίδια στιγμή, η εργασιακή πίεση και η επαγγελματική εξουθένωση αποτελούν πλέον βασικά χαρακτηριστικά της καθημερινότητας για σημαντικό μέρος των εκπαιδευτικών.
Σε ανοδική τάση οι αναπληρωτές
Το σχολικό έτος 2023-2024 υπηρετούσαν συνολικά 185.668 εκπαιδευτικοί στην προσχολική, την πρωτοβάθμια και τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Η εικόνα της τελευταίας δεκαετίας, ωστόσο, δεν είναι ίδια σε όλες τις βαθμίδες. Μεταξύ 2015 και 2024, η μεγαλύτερη αύξηση του διδακτικού προσωπικού καταγράφεται στην ειδική αγωγή, με 65%, και στην προσχολική εκπαίδευση, με 49,4%. Στα δημοτικά σχολεία η αύξηση ανέρχεται σε 18,5% και στα γυμνάσια σε 10,1%. Μικρότερη είναι η μεταβολή στην επαγγελματική εκπαίδευση, με 5,9%, ενώ στα γενικά λύκεια το προσωπικό παραμένει ουσιαστικά σταθερό, με αύξηση μόλις 1,8%. Το σημαντικό στοιχείο, όμως, δεν βρίσκεται μόνο στο πόσοι εκπαιδευτικοί υπηρετούν, αλλά στο πώς στελεχώνονται τα σχολεία. Οι αναπληρωτές αποτελούν πλέον το 33,1% του διδακτικού προσωπικού στα νηπιαγωγεία, το 25,6% στα δημοτικά, το 24,2% στην επαγγελματική εκπαίδευση, το 21,2% στα γυμνάσια και το 14,3% στα γενικά λύκεια.
Η μεταβολή μέσα σε μία δεκαετία είναι ακόμη πιο χαρακτηριστική. Στα γυμνάσια, από το 2015 έως το 2024, οι μόνιμοι εκπαιδευτικοί μειώθηκαν κατά 13%, ενώ οι αναπληρωτές αυξήθηκαν κατά 403,3%. Στα γενικά λύκεια, οι μόνιμοι μειώθηκαν κατά 13,4% και οι αναπληρωτές αυξήθηκαν κατά 215,3%. Στην επαγγελματική εκπαίδευση, οι μόνιμοι μειώθηκαν κατά 12,6%, ενώ οι αναπληρωτές αυξήθηκαν κατά 202,1%. Ακόμη και στα δημοτικά, όπου το συνολικό προσωπικό αυξήθηκε σημαντικά, οι μόνιμοι εκπαιδευτικοί μειώθηκαν κατά 6%, ενώ οι αναπληρωτές αυξήθηκαν κατά 178,6%. Η προσωρινή στελέχωση, όπως επισημαίνει η μελέτη, αποκτά πλέον χαρακτηριστικά μονιμότητας.
Το ελληνικό σχολείο γερνά
Το δεύτερο μεγάλο ζήτημα που αναδεικνύεται είναι η ηλικιακή σύνθεση του εκπαιδευτικού προσωπικού. Στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, οι νέοι εκπαιδευτικοί αποτελούν πλέον εξαιρετικά μικρό τμήμα του προσωπικού. Μόλις 1,4% των εκπαιδευτικών στην κατώτερη δευτεροβάθμια και 1,6% στην ανώτερη δευτεροβάθμια είναι κάτω των 30 ετών. Στον αντίποδα, οι εκπαιδευτικοί ηλικίας 50 ετών και άνω αντιστοιχούν σε 57,8% και 58,3% αντίστοιχα. Η Ελλάδα κατατάσσεται τελευταία στην ευρωπαϊκή κατάταξη και στις δύο βαθμίδες ως προς την παρουσία εκπαιδευτικών κάτω των 30 ετών. Η εικόνα έχει επιδεινωθεί σημαντικά την τελευταία δεκαετία. Από το 2015 έως το 2024, το ποσοστό των εκπαιδευτικών ηλικίας 50+ αυξήθηκε κατά 12,9 ποσοστιαίες μονάδες στην κατώτερη δευτεροβάθμια και κατά 11,4 μονάδες στην ανώτερη. Σήμερα, για κάθε εκπαιδευτικό κάτω των 30 ετών αντιστοιχούν περίπου 41 εκπαιδευτικοί ηλικίας 50+ στα γυμνάσια και περίπου 36 στα γενικά λύκεια. Οι αριθμοί αυτοί μετατρέπουν την ηλικιακή σύνθεση σε ζήτημα άμεσου σχεδιασμού για την επόμενη ημέρα. Όσο μικρότερη είναι η είσοδος νέων εκπαιδευτικών στο σύστημα και όσο μεγαλύτερο είναι το ποσοστό των εργαζομένων που βρίσκεται κοντά στην ηλικία συνταξιοδότησης, τόσο μεγαλύτερη είναι η ανάγκη για έγκαιρο σχεδιασμό των μελλοντικών διορισμών.
Μεγάλη η μισθολογική απόσταση από την Ευρώπη
Στο οικονομικό σκέλος, τα στοιχεία της μελέτης είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτικά. Οι αποδοχές των εκπαιδευτικών στην Ελλάδα υπολείπονται σημαντικά όχι μόνο των αντίστοιχων αποδοχών στην ΕΕ και στον ΟΟΣΑ, αλλά και εκείνων άλλων εργαζομένων με αντίστοιχο μορφωτικό επίπεδο.
Στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση, οι αποδοχές των εκπαιδευτικών αντιστοιχούν στο 69,3% των αποδοχών άλλων εργαζομένων με τριτοβάθμια εκπαίδευση. Στην ΕΕ-25 το αντίστοιχο ποσοστό είναι 82,3% και στον ΟΟΣΑ 82,6%. Στην κατώτερη δευτεροβάθμια, το ελληνικό ποσοστό διαμορφώνεται στο 72,2%, έναντι 84,9% στην ΕΕ-25 και 86,6% στον ΟΟΣΑ. Στην ανώτερη δευτεροβάθμια παραμένει επίσης στο 72,2%, όταν στην ΕΕ-25 φτάνει το 89,9% και στον ΟΟΣΑ το 90,7%. Ο αρχικός θεσμοθετημένος μισθός στην Ελλάδα ανέρχεται σε 23.363 δολάρια σε όρους αγοραστικής δύναμης, έναντι 43.526 δολαρίων στην ΕΕ-25 και 44.465 στον ΟΟΣΑ. Με άλλα λόγια, ο αρχικός ελληνικός μισθός αντιστοιχεί μόλις στο 53,7% του ευρωπαϊκού μέσου όρου και στο 52,5% του μέσου όρου του ΟΟΣΑ.
Η Ελλάδα κατατάσσεται έτσι στην 38η θέση μεταξύ 38 χωρών. Ούτε όμως η εξέλιξη της σταδιοδρομίας εξαλείφει το χάσμα. Μετά από 15 χρόνια υπηρεσίας, ο θεσμοθετημένος μισθός στην Ελλάδα φτάνει τα 30.627 δολάρια, όταν στην ΕΕ-25 διαμορφώνεται στα 57.317 και στον ΟΟΣΑ στα 59.673. Στο ανώτατο μισθολογικό κλιμάκιο, οι ελληνικές αποδοχές ανέρχονται σε 45.153 δολάρια, παραμένοντας σημαντικά χαμηλότερες από τα περίπου 70.000 δολάρια της ΕΕ-25 και του ΟΟΣΑ.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και η πραγματική εξέλιξη των μισθών. Μεταξύ 2015 και 2024, η πραγματική αξία του αρχικού θεσμοθετημένου μισθού στην Ελλάδα μειώθηκε κατά 6,2%, ενώ ο μισθός μετά από 15 χρόνια υπηρεσίας μειώθηκε κατά 8,4%. Την ίδια περίοδο, στον ΟΟΣΑ καταγράφηκε κατά μέσο όρο πραγματική αύξηση 14,9% στον αρχικό μισθό και 8,8% στον μισθό μετά από 15 χρόνια.

Η καθημερινότητα στο σχολείο γίνεται πιο απαιτητική
Την ίδια ώρα, οι απαιτήσεις προς τους εκπαιδευτικούς αυξάνονται. Ο εκπαιδευτικός καλείται να ανταποκριθεί σε ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο σχολικό περιβάλλον, να διαχειριστεί διαφορετικές μαθησιακές ανάγκες, να χρησιμοποιήσει ψηφιακά εργαλεία, να επιμορφωθεί και να προσαρμοστεί στις νέες τεχνολογίες, ενώ παράλληλα αυξάνονται οι διοικητικές και παιδαγωγικές απαιτήσεις. Τα στοιχεία που περιλαμβάνονται στη μελέτη αποτυπώνουν σημαντική εργασιακή πίεση.
Στην ιδιωτική εκπαίδευση, το 57,9% δηλώνει ότι αντιμετωπίζει συχνά ή τακτικά πίεση χρόνου και αυξημένο φόρτο εργασίας. Το 31,8% αναφέρει ότι εργάζεται στον ελεύθερο χρόνο του, ενώ το 29,8% δηλώνει άλλους παράγοντες εργασιακού στρες. Παράλληλα, καταγράφονται προβλήματα που συνδέονται με την υγεία και την κόπωση. Μεταξύ όσων εκτίθενται σε σχετικούς παράγοντες, το 48,7% αναφέρει αύξηση του εργασιακού άγχους, το 39,7% πονοκεφάλους ή καταπόνηση των ματιών και το 22,3% συνολική κόπωση και εξάντληση.
«Καμπανάκι» η επαγγελματική εξουθένωση
Ιδιαίτερα χαρακτηριστικά είναι και τα στοιχεία έρευνας της ΔΟΕ σε 3.021 εκπαιδευτικούς της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης. Ο δείκτης επαγγελματικής εξουθένωσης διαμορφώνεται στο 51,47/100. Το 85% των εκπαιδευτικών αναφέρει υπερβολικό φόρτο εργασίας, ενώ το 64% επισημαίνει έλλειψη σεβασμού προς το επαγγελματικό τους έργο. Παράλληλα, το 56% δηλώνει ότι δεν έχει επαρκή υποστήριξη από τη διοίκηση της εκπαίδευσης και το 52% διαφωνεί ότι υπάρχει επαρκής συνεχής επαγγελματική ανάπτυξη και επιμόρφωση. Το πρόβλημα δεν περιορίζεται στο ωράριο μέσα στο σχολείο. Ένα σημαντικό μέρος της εργασίας μεταφέρεται εκτός αυτού, με προετοιμασία, διορθώσεις, διοικητικές υποχρεώσεις και επιμόρφωση να προστίθενται στην καθημερινότητα των εκπαιδευτικών.
Το εκπαιδευτικό επάγγελμα χάνει την ελκυστικότητά του
Ένα ακόμη στοιχείο που προκαλεί προβληματισμό αφορά τις ίδιες τις πανεπιστημιακές σπουδές που οδηγούν στο εκπαιδευτικό επάγγελμα. Η μελέτη εντοπίζει ενδείξεις υποχώρησης της ελκυστικότητας σε ορισμένες βασικές κατηγορίες τμημάτων. Στα παιδαγωγικά τμήματα, το ποσοστό των πρώτων προτιμήσεων μειώθηκε από 9,2% το 2021 σε 8,2% το 2026. Στα τμήματα Φιλολογίας, η κάλυψη των θέσεων το 2026 διαμορφώθηκε στο 65,1%, με 1.243 κενές θέσεις. Ακόμη χαμηλότερη ήταν η κάλυψη στα Μαθηματικά, στο 44,5%, με 585 κενές θέσεις. Τα στοιχεία δεν δείχνουν ότι οι νέοι εγκαταλείπουν συνολικά την επιλογή της εκπαίδευσης. Δείχνουν όμως ότι η ελκυστικότητα ορισμένων σπουδών που οδηγούν στην εκπαίδευση στα σχολεία παρουσιάζει σημάδια υποχώρησης. Και αυτό είναι ένα στοιχείο που αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με τη γήρανση του ήδη υπηρετούντος προσωπικού.
Η επόμενη μέρα της Εκπαίδευσης
Η μεγάλη εικόνα που προκύπτει από την έρευνα είναι αυτή ενός εκπαιδευτικού συστήματος που βρίσκεται μπροστά σε μια δύσκολη δημογραφική και εργασιακή εξίσωση. Από τη μία πλευρά, το προσωπικό γερνά. Από την άλλη, οι νέοι εκπαιδευτικοί είναι ελάχιστοι. Παράλληλα, αυξάνεται η εξάρτηση από τους αναπληρωτές και οι μισθολογικές αποστάσεις από την Ευρώπη παραμένουν μεγάλες. Και όλα αυτά συμβαίνουν την ώρα που οι απαιτήσεις του εκπαιδευτικού επαγγέλματος αυξάνονται. Το ζήτημα, επομένως, δεν είναι μόνο πόσοι εκπαιδευτικοί θα χρειαστούν για να ανοίξουν τα σχολεία τον επόμενο Σεπτέμβριο. Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν θα υπάρχουν αρκετοί νέοι άνθρωποι που θα επιλέγουν το επάγγελμα του εκπαιδευτικού και αν θα μπορούν να παραμείνουν σε αυτό με αξιοπρεπείς όρους εργασίας και διαβίωσης.
Η έρευνα του ΚΑΝΕΠ/ΓΣΕΕ καταγράφει ένα πρόβλημα που δεν λύνεται μόνο με προσλήψεις από χρονιά σε χρονιά. Χρειάζεται μακροπρόθεσμος σχεδιασμός για τις συνταξιοδοτήσεις και τις πραγματικές ανάγκες ανά βαθμίδα και ειδικότητα, πολιτική ενίσχυσης των νέων εκπαιδευτικών, βελτίωση των αποδοχών και ουσιαστική αντιμετώπιση της επαγγελματικής εξουθένωσης. Παράλληλα, απαιτείται να γίνει ξανά ελκυστικό το εκπαιδευτικό επάγγελμα για τους νέους επιστήμονες. Το «καμπανάκι» για το εκπαιδευτικό επάγγελμα έχει ήδη χτυπήσει. Το ερώτημα είναι αν θα υπάρξει έγκαιρα πολιτική απάντηση.
Δείτε αναλυτικά την έρευνα εδώ