Από το γάλα σε σκόνη μέχρι την τυρόπιτα των ’80s και τα πολύχρωμα σνακ των ’90s, η ιστορία του σχολικού φαγητού είναι ένα μικρό κομμάτι της ιστορίας μας, που αποκαλύπτει πώς άλλαξε μέσα στα χρόνια η σχέση μας με το φαγητό.
Δώρα Μάστορα
Σχολείο, όσο ανυπόφορο άλλο τόσο και αγαπημένο. Σπάνια θα συναντήσουμε κάποιον που δεν έχει να διηγηθεί μια όμορφη ή αστεία ιστορία από τα μαθητικά του χρόνια. Κι αν συμβαίνει πράγματι να μην έχει, τότε μάλλον κάτι πολύ κακό θα έχει συντελεστεί στην ψυχή του. Το σχολείο είναι επίσημα ο χώρος όπου κοινωνικοποιούμαστε σοβαρά, για πρώτη φορά. Για πολλούς από εμάς έχει προηγηθεί ο παιδικός σταθμός, αλλά στα ’80s και στα ’90s λίγοι έφευγαν από το σπίτι πριν από το νηπιαγωγείο. Οι περισσότεροι κάναμε βουτιά στη ζωή στα πέντε, πεντέμισι μας χρόνια.
Και η αγαπημένη στιγμή για όλους εκείνους τους μικρούς, και αργότερα μεγαλύτερους, μαθητές ήταν το διάλειμμα. Εκείνος ο απελευθερωτικός ήχος του κουδουνιού, που σταματούσε τη φωνή των καθηγητών και μας έδινε το δικαίωμα να πεταχτούμε στο προαύλιο και να αφήσουμε τον αέρα να φουσκώσει το στήθος μας, ήταν κάθε φορά μια υπέροχη συνθήκη.
Μέρος του διαλείμματος, σημείο συνάντησης όλων των μαθητών από κάθε τάξη και αγαπημένος τόπος όπου βρίσκονταν συγκεντρωμένες οι λιχουδιές, ήταν το κυλικείο. Στο κυλικείο έγινε η επανάσταση του «ωχ, άλλο κολατσιό από το σπίτι», που μας οδήγησε να πετάμε ενοχικά τα τοστ της μητέρας μας στον κάδο και να αφηνόμαστε χωρίς όρους στη βρώμικη νοστιμιά της κατεψυγμένης σφολιάτας, που άφηνε σημάδια ενοχής σε όλα μας τα ρούχα. Στο κυλικείο μας κέρασε πορτοκαλάδα ο πρώτος μας έρωτας, στο κυλικείο έγιναν οι πρώτες μικρές συνωμοσίες που έφεραν καταλήψεις και αγώνα.
Το κυλικείο ήταν πάντα πολύ περισσότερο από φαγητό. Όμως ο ρόλος του ήταν πάντοτε να γεμίζει το στομάχι μας. Και εδώ θα πρέπει να θυμηθούμε πώς ξεκίνησε το φαγητό στο σχολείο, σε εποχές που το καθημερινό κολατσιό όχι μόνο δεν ήταν δεδομένο, αλλά έμοιαζε περισσότερο με όνειρο θερινής νυκτός. Εποχές δύσκολες, όταν οι μαθητές ήταν αδύνατον να συγκεντρωθούν στο μάθημα ή ακόμη και να παραβρεθούν σε αυτό, γιατί το στομάχι τους ήταν άδειο και το μυαλό τους κολλημένο σε μία μόνο σκέψη: πώς θα βρουν κάτι να φάνε.
Τα μαθητικά συσσίτια
Η ιστορία των μαθητικών συσσιτίων ακολουθεί τη νεότερη ιστορία της χώρας. Η φτώχεια του Μεσοπολέμου, η πείνα της Κατοχής, η δύσκολη μεταπολεμική ανασυγκρότηση, η οικονομική ανάπτυξη και, δεκαετίες αργότερα, η νέα φτωχοποίηση που έφερε η οικονομική κρίση είναι οι βασικοί λόγοι για τους οποίους θεωρήθηκε αναγκαίο να προσφέρεται φαγητό στους μαθητές. Και μπορεί να έχουν αλλάξει τα τρόφιμα και ο τρόπος διανομής τους, όμως σε κάθε ανάλογη προσπάθεια παραμένει η ίδια βασική αρχή: κανένα παιδί δεν πρέπει να πεινάει και κανένα παιδί που πεινάει δεν μπορεί να παρακολουθήσει μάθημα.
Η αρχή πριν από την Κατοχή
Παρότι είχαν προηγηθεί μικρότερες πρωτοβουλίες για την παροχή φαγητού στους μαθητές, το 1931 θεωρείται χρονιά-σταθμός για το συγκεκριμένο ζήτημα. Επί υπουργίας Παιδείας Γεωργίου Παπανδρέου, το κράτος άρχισε να οργανώνει και να χρηματοδοτεί συστηματικότερα τα μαθητικά συσσίτια, διαθέτοντας δύο εκατομμύρια δραχμές. Πρόσθετοι πόροι συγκεντρώνονταν από σχολικά ταμεία, εράνους, δήμους, κοινότητες, συλλόγους και ιδιωτικές δωρεές, ενώ τον Σεπτέμβριο της ίδιας χρονιάς άρχισε η διανομή σταφιδόψωμου στα σχολεία.
Και όλο αυτό δεν ήταν μια απλή φιλανθρωπική δράση, αλλά συνδεόταν άμεσα με τη σχολική υγιεινή, την πρόληψη της φυματίωσης και την καλύτερη επίδοση των παιδιών. Προτεραιότητα είχαν μαθητές άπορων οικογενειών, ορφανά, παιδιά με εμφανή υποσιτισμό ή δύσκολες οικογενειακές συνθήκες και όσα, φυσικά, κατοικούσαν μακριά από το σχολείο, γιατί εκείνες τις εποχές πολλοί μαθητές διένυαν χιλιόμετρα για να καταφέρουν να βρεθούν στη σχολική αίθουσα.
Τι περιλάμβανε αυτό το συσσίτιο; Τίποτα φοβερό, αλλά και τίποτα αμελητέο. Μπορούσε να είναι ένα πρωινό ρόφημα, όπως γάλα με ψωμί, κακάο ή τσάι, αλλά και σούπα με ρύζι, φιδές, ρυζόγαλο, τυρί, μαρμελάδα και φρούτα. Όπου υπήρχαν οι κατάλληλες εγκαταστάσεις, προσφερόταν μαγειρεμένο φαγητό με όσπρια, ζυμαρικά, λαχανικά, πατάτες, κρέας ή μπακαλιάρο. Μην πάει το μυαλό σας σε μεγάλες μερίδες, ούτε και σε τέλεια συνέπεια. Ό,τι μπορούσε κάθε φορά να προσφερθεί: λίγο ψωμί με γάλα ή ένα νεροζούμι με ένα κομμάτι κρέας, ίσα για να ξεγελαστεί η πείνα, να μη σωριαστούν τα παιδιά κάτω από το θρανίο.
Το 1939 ο θεσμός απέκτησε πιο οργανωμένη βάση με τη δημιουργία της Κεντρικής Επιτροπής Μαθητικών Συσσιτίων. Το σχολικό έτος 1939-1940 λειτούργησαν συσσίτια σε 2.484 δημοτικά σχολεία, εξυπηρετώντας 97.134 μαθητές, σχεδόν το 20% των παιδιών που φοιτούσαν σε αυτά. Και εδώ μπορούμε να αντιληφθούμε το μέγεθος της οικονομικής εξαθλίωσης της χώρας, την ανέχεια που δυσκόλευε όχι μόνο την εξέλιξη αλλά και την ίδια την επιβίωση.
Η καραβάνα της Κατοχής
Ο πόλεμος διέκοψε την οργανωμένη λειτουργία του θεσμού. Πολύ σύντομα, όμως, η ανάγκη επέστρεψε σε ασύγκριτα μεγαλύτερη κλίμακα. Οι επιτάξεις τροφίμων, ο αποκλεισμός, η διάλυση των μεταφορών και ο πληθωρισμός οδήγησαν στον Μεγάλο Λιμό. Ιδιαίτερα τον χειμώνα του 1941-1942, παιδιά έφταναν στα σχολεία εξαντλημένα, λιποθυμούσαν μέσα στις τάξεις ή εγκατέλειπαν εντελώς τη φοίτηση.
Η σίτισή τους οργανώθηκε μέσα από ένα δίκτυο στο οποίο συμμετείχαν ο Ελληνικός και ο Διεθνής Ερυθρός Σταυρός, δήμοι, ενορίες, εκπαιδευτικοί, τοπικές επιτροπές και εθελοντές. Τα σχολεία μετατράπηκαν σε χώρους παρασκευής ή και διανομής του φαγητού. Τα παιδιά περίμεναν κρατώντας ένα τενεκεδάκι, ένα κατσαρολάκι ή μια καραβάνα, για να πάρουν λίγη σούπα, όσπρια, καλαμποκάλευρο, γάλα, σταφίδες ή γλυκόζη, ό,τι δηλαδή επέτρεπαν κάθε φορά οι προμήθειες.
Αρκετά παιδιά δεν έτρωγαν τη μερίδα τους στο σχολείο, αλλά τη μετέφεραν στο σπίτι για να τη μοιραστούν με γονείς και αδέλφια. Το συσσίτιο έγινε ταυτόχρονα ένας από τους βασικούς λόγους για τους οποίους συνέχιζαν να εμφανίζονται στην τάξη, κρατώντας στοιχειωδώς ζωντανά τα σχολεία. Η μάθηση είχε μπει σε δεύτερη μοίρα. Σημασία τότε είχε να παραμείνουν τα παιδιά όρθια, να μπορέσουν να βγουν από τη μεγάλη μαύρη τρύπα που είχε ρουφήξει καθετί που αφορούσε την αληθινή ζωή.
Η μεταπολεμική γενιά με το γάλα σε σκόνη και το κίτρινο τυράκι
Η Απελευθέρωση δεν έφερε αυτομάτως το τέλος της πείνας. Η χώρα βγήκε από τον πόλεμο με κατεστραμμένες υποδομές, περιορισμένη παραγωγή και χιλιάδες οικογένειες χωρίς επαρκές εισόδημα. Το 1946 τα μαθητικά συσσίτια απέκτησαν ξανά θεσμικό πλαίσιο. Στην αρχή προσφερόταν κυρίως ένα πρωινό ρόφημα, το 1947-1948 προστέθηκε το τυρί και από το 1949 ήρθε και το σταφιδόψωμο.
Η διεθνής βοήθεια έφερε στα σχολεία το γάλα σε σκόνη, το βούτυρο, το κίτρινο τυρί και το αλεύρι, τρόφιμα που έμελλε να σημαδέψουν τη μνήμη μιας ολόκληρης γενιάς. Το γάλα παρασκευαζόταν σε μεγάλες κατσαρόλες από εκπαιδευτικούς, καθαρίστριες, εθελόντριες μητέρες και συχνά από τα ίδια τα παιδιά. Άλλοι κουβαλούσαν νερό και ξύλα, άλλοι άναβαν τη φωτιά, ανακάτευαν το γάλα στα μεγάλα καζάνια ή μοίραζαν το ψωμί.
Το 1964 σχεδιάστηκε η δωρεάν σίτιση εκατοντάδων χιλιάδων παιδιών και από το 1966 τα συσσίτια είχαν επεκταθεί σχεδόν σε όλα τα δημοτικά σχολεία, όχι πάντα με τον ίδιο τρόπο. Αλλού προσφερόταν μαγειρεμένο γεύμα, αλλού μοιράζονταν τρόφιμα ή δινόταν μια μικρή οικονομική ενίσχυση στις οικογένειες.
Καθώς οι συνθήκες ζωής βελτιώνονταν, τα παραδοσιακά μαθητικά συσσίτια έχασαν σταδιακά τον μαζικό τους χαρακτήρα. Μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1970, το καζάνι και η μεταλλική κούπα είχαν πια απομακρυνθεί από την καθημερινότητα των περισσότερων σχολείων.
Η επιστροφή των σχολικών γευμάτων
Το ζήτημα του μαθητικού υποσιτισμού επέστρεψε στις αρχές της δεκαετίας του 2010. Η οικονομική κρίση, η ανεργία και η μεγάλη μείωση των οικογενειακών εισοδημάτων έφεραν ξανά τους εκπαιδευτικούς αντιμέτωπους με παιδιά που πήγαιναν στο σχολείο νηστικά. Δήμοι, κοινωνικοί φορείς και κοινωφελή ιδρύματα ανέπτυξαν προγράμματα σίτισης, προτού η παρέμβαση αποκτήσει πιο συστηματική κρατική μορφή.
Το σύγχρονο πρόγραμμα «Σχολικά Γεύματα» θεσμοθετήθηκε το 2017 και από το 2018 η διαχείρισή του ανατέθηκε στον ΟΠΕΚΑ. Τώρα πια, η κατάσταση δεν αντιμετωπιζόταν με καζάνια, αλλά με ζεστά γεύματα σε ατομικές συσκευασίες, τα οποία παρασκευάζονται και μεταφέρονται από εταιρείες catering που επιλέγονται μέσω δημόσιων διαγωνισμών.
Κατά το σχολικό έτος 2025-2026, το πρόγραμμα καλύπτει 1.918 δημοτικά σχολεία σε 153 δήμους και προσφέρει 231.062 ζεστές μερίδες κάθε διδακτική ημέρα. Αυτό αντιστοιχεί περίπου στο 45% των δημοτικών σχολείων και στο 47% των μαθητών δημοτικού της χώρας, σύμφωνα πάντα με το Υπουργείο Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας.
Στα σχολεία που συμμετέχουν, το φαγητό προσφέρεται σε όλους τους μαθητές των οποίων οι γονείς συναινούν. Έτσι δεν ξεχωρίζουν τα παιδιά των οικογενειών που αντιμετωπίζουν οικονομικές δυσκολίες και περιορίζεται ο κίνδυνος στιγματισμού. Το μενού ακολουθεί τις βασικές αρχές της μεσογειακής διατροφής και περιλαμβάνει όσπρια, λαχανικά, ζυμαρικά ή ρύζι, κοτόπουλο, κρέας και ψάρι.
Από αυτή τη μικρή αναδρομή καταλαβαίνουμε πως το φαγητό ήταν και παραμένει βασική προϋπόθεση για να μπορεί κάθε παιδί να παρακολουθήσει το μάθημα, να συγκεντρωθεί σε αυτό και να σταθεί ισότιμα δίπλα στους συμμαθητές του. Για κάποιους από εμάς, η πείνα είναι μια άγνωστη λέξη. Κάτι που δεν μας έχει αγγίξει ποτέ. Αν ανοίξουμε, όμως, καλά τα μάτια μας και κοιτάξουμε γύρω μας, θα ανακαλύψουμε πως δεν έχει εξαλειφθεί ποτέ. Και ακόμη κι αν κάποια παιδιά δεν πεινούν πια, δεν μπορούμε να ισχυριστούμε ότι όλα έχουν πρόσβαση σε καλές πρώτες ύλες, σε υγιεινές επιλογές, σε φαγητό που φροντίζει το σώμα και το πνεύμα τους.
Καλώς το κυλικείο
Το σχολικό κυλικείο, φυσικά, δεν γεννήθηκε για να αντιμετωπίσει την πείνα, ούτε εμφανίστηκε μια συγκεκριμένη χρονιά με κάποια κρατική απόφαση. Μπήκε σταδιακά στη σχολική ζωή, καθώς άλλαζε και η ίδια η ελληνική οικογένεια. Τα παιδιά απέκτησαν το πρώτο τους μικρό χαρτζιλίκι, τα σχολεία μεγάλωσαν, οι πόλεις γέμισαν μαθητές και κάπου εκεί, στο αγαπημένο προαύλιο, άνοιξε ένα παραθυράκι που πουλούσε, αρχικά, κουλούρια, τυράκι, γάλα, σταφιδόψωμο, πλάκες σοκολάτας και ξηρούς καρπούς, όπως πασατέμπο και στραγάλια.

Στην αρχή δεν ήταν καν κυλικείο με τη μορφή που γνωρίζουμε σήμερα. Σε μεγάλα σχολεία, γυμνάσια, οικοτροφεία και ιδιωτικά εκπαιδευτήρια μπορούσε να είναι ένα τραπέζι στον διάδρομο, ένα πρόχειρο πρατήριο ή ακόμη και ένα ντουλάπι που κάποιος είχε τα κλειδιά του και το άνοιγε την ώρα του διαλείμματος. Από τις δεκαετίες του ’60 και του ’70, όμως, τα πράγματα άρχισαν να αλλάζουν γρήγορα. Τα μεγάλα σχολικά συγκροτήματα πολλαπλασιάστηκαν, τα παραδοσιακά συσσίτια υποχώρησαν και η ελληνική αγορά γέμισε αναψυκτικά, μπισκότα, σοκολάτες και τρόφιμα σε ατομικές συσκευασίες. Το «ντουλάπι» άρχισε να μεταμορφώνεται σε κανονικό μαγαζάκι. Όχι παντού, όμως. Πολλά μικρά σχολεία της επαρχίας δεν απέκτησαν ποτέ κυλικείο, είτε γιατί δεν υπήρχε χώρος είτε γιατί οι λιγοστοί μαθητές δεν μπορούσαν να συντηρήσουν οικονομικά μια τέτοια επιχείρηση. Ακόμη και σήμερα, άλλωστε, δεν είναι αυτονόητο ότι κάθε σχολείο διαθέτει κυλικείο.
Η τυρόπιτα των ’80s
Και κάπως έτσι φτάνουμε στο κυλικείο που θυμούνται όσοι υπήρξαν παιδιά τη δεκαετία του ’80. Ένα κυλικείο μάλλον φτωχό σε επιλογές με τα σημερινά δεδομένα, αλλά στα δικά μας μάτια αρκούντως συναρπαστικό. Κουλούρι Θεσσαλονίκης, κρύα σάντουιτς με τυρί ή σαλάμι, τοστ και φυσικά η αδιαμφισβήτητη βασίλισσα του διαλείμματος: η τυρόπιτα. Εκείνη η τετράγωνη, λιπαρή σφολιάτα που μπορούσε να τινάξει στον αέρα οποιαδήποτε προσπάθεια της μητέρας μας να μας στείλει στο σχολείο με ένα αξιοπρεπές σπιτικό κολατσιό. Η τυρόπιτα ήταν η μεγάλη ανακάλυψη των παιδιών.
Δίπλα της υπήρχαν χυμοί, σοκολατούχα γάλατα, λεμονάδες και φυσικά το γλυκό βασίλειο του χαρτζιλικιού: καραμέλες, τσίχλες, γκοφρέτες, μπισκότα και σοκολάτες. Τα πατατάκια και τα γαριδάκια είχαν ήδη αρχίσει να κάνουν την εμφάνισή τους, αλλά δεν είχαν ακόμη καταλάβει κάθε διαθέσιμο εκατοστό της βιτρίνας.

Ποιοι, όμως, βρίσκονταν πίσω από τα κυλικεία; Τις περισσότερες φορές τον ρόλο αυτό αναλάμβαναν οι καθαριστές, που ήταν παράλληλα και επιστάτες του σχολείου. Σε ορισμένα σχολεία, μάλιστα, τους διέθεταν ένα μικρό σπίτι για να μπορούν να μένουν εκεί με τις οικογένειές τους και το σχολείο να είναι πάντα προστατευμένο. Αυτοί οι άνθρωποι, με την πολυδιάστατη ιδιότητά τους, ήταν μέλη της σχολικής κοινότητας, κομμάτι της μαθητικής ζωής μας. Ήξεραν πολλούς με τα μικρά τους ονόματα, μάθαιναν τις συνήθειές τους, καταλάβαιναν αν κάποια μέρα δεν είχαμε χρήματα για να αγοράσουμε κάτι και έσπευδαν να μας το προσφέρουν, κρατώντας ένα μικρό τεφτέρι, που δεν το κοιτούσαν πάντα. Ίσως γι’ αυτό οι περισσότεροι από εμάς έχουμε μια τόσο γλυκιά ανάμνηση από το σχολικό κυλικείο. Γιατί εκεί ξέραμε ότι δεν θα βρίσκαμε μόνο γευστικές ατασθαλίες που μας έδιναν χαρά, αλλά και έναν «μεγάλο» για να τρέξουμε όποτε είχαμε ανάγκη.
Το ένδοξο κυλικείο των ’90s
Εδώ το πράγμα ξέφυγε πραγματικά και όσοι το ζήσαμε ξέρουμε πολύ καλά τι σημαίνει αυτό. Η Ελλάδα των ’90s ανακάλυπτε με ενθουσιασμό την υπερβολή της κατανάλωσης και το κυλικείο δεν θα μπορούσε να μείνει απέξω. Η λιτή βιτρίνα γέμισε χρώματα, σακουλάκια και συσκευασίες. Δίπλα στην τυρόπιτα ήρθαν ζαμπονοτυρόπιτες, λουκανικόπιτες, πίτσες, κρουασάν σοκολάτας, κέικ, ντόνατ, γκοφρέτες, μπισκότα, σοκολάτες και παγωτά. Πατατάκια και γαριδάκια έγιναν περίπου σχολική διατροφική ομάδα από μόνα τους, ενώ τα ψυγεία γέμισαν αναψυκτικά και το προαύλιο παιδιά που ρουφούσαν ασταμάτητα το ανθρακικό με πλαστικά καλαμάκια.
Στο κυλικείο δεν πηγαίναμε όταν πεινούσαμε, αλλά όταν ξελιγωνόμασταν για λιχουδιά. Και, φυσικά, πίσω από όλη αυτή τη σπατάλη και την ασυδοσία υπήρχε μια τηλεόραση που, με τις διαφημίσεις της, μας παρακινούσε να δοκιμάσουμε όποια χρωματιστή βλακεία μάς έκλεινε το μάτι. Όλα έδειχναν ότι καλπάζαμε προς την παχυσαρκία και την κακή διατροφή που θα επιβάρυνε την υγεία μας. Δεν φαινόταν, όμως, να πειράζει κανέναν αυτό. Εξάλλου, και οι γονείς μας ήταν έρμαια της υπερκατανάλωσης, του πρόχειρου φαγητού και των σνακ που είχαν έρθει για να μπαλώσουν με μαεστρία τις μικρές ή μεγαλύτερες συναισθηματικές τους τρυπούλες.
Όταν τα άλλα κουδουνάκια άρχισαν να χτυπούν
Κάποια στιγμή, βέβαια, ήρθε το πλήρωμα του χρόνου και έπεσε ο λογαριασμός στο τραπέζι. Η παιδική παχυσαρκία, η υπερβολική κατανάλωση ζάχαρης, αλατιού και επεξεργασμένων τροφίμων άνοιξαν μια μεγάλη συζήτηση για το τι δουλειά έχουν όλα αυτά μέσα σε ένα σχολείο.
Από τη δεκαετία του 2000 οι κανόνες άρχισαν να γίνονται αυστηρότεροι και το 2013 η νομοθεσία περιόρισε αρκετά από τα προϊόντα που μέχρι τότε θεωρούσαμε περίπου αναφαίρετο δικαίωμα του μαθητή. Το νερό, τα φρούτα, τα γαλακτοκομικά, το κουλούρι, τα απλά αρτοσκευάσματα και τα πιο προσεγμένα σάντουιτς άρχισαν να κερδίζουν θεσμικά χώρο απέναντι στα πολύ γλυκά, αλμυρά και λιπαρά σνακ.
Και από τη φετινή σχολική χρονιά, 2026-2027, οι κανόνες γίνονται ακόμη πιο συγκεκριμένοι. Πλέον δεν εξετάζεται απλώς αν ένα τρόφιμο είναι, για παράδειγμα, μπάρα δημητριακών ή αρτοσκεύασμα. Υπάρχουν συγκεκριμένα όρια για τη μερίδα, τα σάκχαρα, τα λιπαρά, τα κορεσμένα και trans λιπαρά και το νάτριο.
Τι σημαίνει αυτό στην πράξη; Στο σημερινό κυλικείο μπορούν να υπάρχουν φρούτα και φρουτοσαλάτες, γάλα, γιαούρτι, κεφίρ, ρυζόγαλο, κουλούρι, σταφιδόψωμο, μουστοκούλουρο, παστέλι, συγκεκριμένα μπισκότα, τυρόπιτα, πίτα λαχανικών, πίτσα χωρίς αλλαντικά και σάντουιτς με τυρί, αβγό, τόνο, κοτόπουλο ή λαχανικά.
Αντίο, όμως, στα αναψυκτικά, στα ενεργειακά ποτά, στα πατατάκια και στα γαριδάκια, στις σοκολάτες, στις καραμέλες, στις τσίχλες, στα παγωτά και στις γρανίτες. Εκτός λίστας βρίσκονται επίσης τα αλλαντικά, οι λουκανικόπιτες, οι ζαμπονοτυρόπιτες και οι πίτσες με ζαμπόν και μπέικον. Αν ένας μαθητής των ’90s τηλεμεταφερόταν σε ένα κυλικείο του 2026, πιθανότατα θα πίστευε ότι κάποιος τον έχει βάλει τιμωρία.
Το κυλικείο του σήμερα
Το σημερινό κυλικείο, όμως, δεν είναι απλώς μια πιο «υγιεινή» εκδοχή του παλιού. Έχει αλλάξει ολόκληρη η αντίληψη γύρω από τον ρόλο του. Γιατί ένα παιδί περνά ένα πολύ μεγάλο κομμάτι της ημέρας του στο σχολείο και ό,τι βλέπει καθημερινά μπροστά του, ό,τι μπορεί εύκολα να αγοράσει και ό,τι τρώνε οι φίλοι του γίνεται, θέλοντας και μη, μέρος της διατροφικής του εκπαίδευσης.
Βέβαια, ας μην κοροϊδευόμαστε. Κανένα παιδί δεν πρόκειται να ερωτευτεί ένα μήλο επειδή το κράτος αποφάσισε ότι είναι καλύτερο από μια σοκολάτα. Ούτε διδάσκεται η καλή διατροφή με απαγορεύσεις. Αν θέλουμε τα παιδιά να κάνουν καλύτερες επιλογές, αυτές πρέπει να είναι νόστιμες, φρέσκες, οικονομικές και αρκετά ελκυστικές ώστε να τις διαλέξουν από μόνα τους.
Και ίσως εδώ κρύβεται ο πραγματικός ρόλος του σύγχρονου κυλικείου, που δεν πρέπει να εξαφανίσει τη χαρά του διαλείμματος ούτε να μετατρέψει το κολατσιό σε μάθημα διατροφικής αγωγής με το ζόρι. Το χαρτζιλίκι στο πορτοφολάκι, η ουρά μπροστά στον πάγκο, το «κερνάω εγώ» και η μπουκιά που μοιράζεται στα δύο είναι κομμάτια της σχολικής ζωής και καλό είναι να παραμείνουν. Εξάλλου, είναι υπέροχες οι αναμνήσεις που έχουμε όλοι από το κυλικείο. Είναι πάντα ένα θέμα συζήτησης που φέρνει χαρά και γέλια. Και το σχολείο, πάντα μα πάντα, πρέπει να έχει ως σκοπό όχι μόνο την εκπαίδευση, αλλά και τη χαρά.