Τέσσερα τετράδια ενός μαθητή του φωτίζουν τον Ζαν-Πολ Σαρτρ ως καθηγητή φιλοσοφίας στο κατεχόμενο Παρίσι, λίγο πριν από την έκδοση του «Το Είναι και το Μηδέν»

Ο Μορίς Μερμέ έκλεισε πρόσφατα τα 100. Πίσω του έχει μια μακρά διαδρομή ως μηχανικός και στέλεχος σημαντικών γαλλικών επιχειρήσεων και εκπαιδευτικών ιδρυμάτων. Υπήρξε, μεταξύ άλλων, διευθυντής της Carel-Fouché-Languepin, πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου των ορυχείων ποτάσας της Αλσατίας και, μέχρι το 1991, διευθυντής της Σχολής Μεταλλείων του Σεντ-Ετιέν.

Σύμφωνα με την Liberation όμως, υπάρχει ένα πολύ παλαιότερο κεφάλαιο της ζωής του που σήμερα αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Στα 16 του χρόνια, όταν ήταν μαθητής στο Λύκειο Κοντορσέ του Παρισιού, ένας από τους καθηγητές του ήταν ο Ζαν-Πολ Σαρτρ.

Ήταν η σχολική χρονιά 1942-1943. Το Παρίσι βρισκόταν υπό γερμανική Κατοχή και ο Σαρτρ δεν ήταν ακόμη τόσο γνωστός ως φιλόσοφος όσο σήμερα. Μπροστά στους 44 μαθητές της τάξης του εμφανιζόταν απλώς ως ο καθηγητής φιλοσοφίας τους.

Ο Μερμέ θυμάται ακόμη και την εικόνα του. Ο Σαρτρ ήταν κοντός και γεροδεμένος, με στρογγυλό πρόσωπο, χοντρά γυαλιά και έντονο στραβισμό. Τα ρούχα του ήταν φθαρμένα, όπως άλλωστε των περισσότερων ανθρώπων στα δύσκολα χρόνια της Κατοχής. Οι μεγάλες τσέπες του σακακιού του ήταν γεμάτες: από τη μία η πίπα και τα σπίρτα του, από την άλλη πακέτα καπνού. Συνήθιζε να κάθεται πάνω στην έδρα, ενώ κουβαλούσε έναν παλιό, γδαρμένο δερμάτινο χαρτοφύλακα γεμάτο χαρτιά και συχνά τρόφιμα – ψωμί, τυρί ή ένα κομμάτι σαλάμι.

Πριν γίνει ο Σαρτρ που γνωρίζουμε

Η ακαδημαϊκή πορεία του είχε περάσει από μερικά από τα σημαντικότερα εκπαιδευτικά ιδρύματα της Γαλλίας: το Ανρί Δ΄, το Λουί-λε-Γκραν και την École Normale Supérieure. Το 1929 απέτυχε στις εξετάσεις για την agrégation (ανώτατος διαγωνισμός για την πρόσληψη εκπαιδευτικών), ενώ ο φίλος του Ρεϊμόν Αρόν βγήκε πρώτος. Έναν χρόνο αργότερα, όμως, ο Σαρτρ κατέκτησε την πρώτη θέση, μπροστά από τη Σιμόν ντε Μποβουάρ.

Ήθελε αρχικά να διοριστεί στο εξωτερικό, ακόμη και στην Ιαπωνία. Η ζωή τον οδήγησε αλλού. Υπηρέτησε στη μετεωρολογική υπηρεσία της γαλλικής Πολεμικής Αεροπορίας και το 1931 άρχισε να εργάζεται ως καθηγητής στη Χάβρη. Ακολούθησαν η Λαν και το Νεϊγί-σιρ-Σεν, ενώ το 1933 έμεινε για ένα διάστημα στο Βερολίνο. Εκεί ήρθε σε επαφή με τη φαινομενολογία του Χούσερλ, μια συνάντηση καθοριστική για τη φιλοσοφική του εξέλιξη.

Με την έναρξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου επιστρατεύτηκε και υπηρέτησε στη μετεωρολογική υπηρεσία του γαλλικού στρατού. Τον Ιούνιο του 1940 αιχμαλωτίστηκε και μεταφέρθηκε στο Stalag XII D, κοντά στην Τρίερ, όπου έμεινε εννέα μήνες.

Τον Μάρτιο του 1941 βρέθηκε ξανά ελεύθερος και επέστρεψε στο Παρίσι. Οι ακριβείς συνθήκες της απελευθέρωσής του εξακολουθούν να συζητούνται. Ο ίδιος μιλούσε για «απόδραση», ενώ άλλες εκδοχές αναφέρονται σε πλαστό πιστοποιητικό τύφλωσης ή ακόμη και σε παρέμβαση του Ντριέ Λα Ροσέλ, ο οποίος τότε διηύθυνε τη Nouvelle Revue Française, που είχε μετατραπεί σε όργανο συνεργασίας με το Ράιχ.

Οι «Μύγες» μπροστά στους Γερμανούς αξιωματικούς

Όταν άρχισε να διδάσκει στο Κοντορσέ, είχε ήδη δημοσιεύσει έργα όπως η Φαντασία, η Υπερβατικότητα του Εγώ, το Σχεδίασμα Μιας θεωρίας Περί Συγκινήσεων και το Φανταστικό. Δεν ήταν όμως ακόμη ευρέως γνωστός.

Την άνοιξη του 1943 έκανε μια ανακοίνωση στους μαθητές του: είχε γράψει ένα θεατρικό έργο, τις Μύγες, το οποίο επρόκειτο να ανέβει στο Théâtre de la Cité. Τους υποσχέθηκε μάλιστα εισιτήρια.

Ο Μερμέ και αρκετοί συμμαθητές του πήγαν στην παράσταση. Από τον εξώστη αντίκρισαν μια γεμάτη αίθουσα, με τις πρώτες σειρές να καταλαμβάνονται κυρίως από Γερμανούς αξιωματικούς. Είχαν αφήσει πάνω στα γόνατά τους τις ζώνες, τα πιστόλια και τα πηλήκιά τους.

Για τους νεαρούς μαθητές το έργο έμοιαζε εξαιρετικά μοντέρνο και πρωτοποριακό. Το μήνυμά του, όμως, ήταν ακόμη ισχυρότερο: όπως θυμάται ο Μερμέ, το εξέλαβαν ως «ύμνο στην ελευθερία».

Λίγο αργότερα, στο τέλος της ίδιας σχολικής χρονιάς, κυκλοφόρησε το Το Είναι και το Μηδέν.

Τέσσερα τετράδια από την τάξη του

Το τι ακριβώς δίδασκε ο Σαρτρ εκείνη την περίοδο μπορούμε πλέον να το γνωρίζουμε χάρη σε τέσσερα τετράδια που ο Μερμέ φύλαξε για περισσότερες από οκτώ δεκαετίες, όπως επισημαίνει η Liberation.

Οι σημειώσεις κυκλοφόρησαν από τον Gallimard με τον τίτλο Cours de philosophie en terminale pris sous la dictée par son élève Maurice Mermet – Lycée Condorcet, 1942-1943. Στην έκδοση περιλαμβάνονται επίσης γραπτά του Μερμέ διορθωμένα από τον ίδιο τον Σαρτρ.

Η αξία του υλικού είναι μεγάλη. Από την εποχή πριν από τις ηχογραφήσεις έχουν σωθεί ελάχιστα μαθήματα μεγάλων φιλοσόφων με τέτοια ακρίβεια. Συνήθως γνωρίζουμε όσα ειπώθηκαν μέσα από αποσπασματικές φοιτητικές σημειώσεις, με κενά ή πιθανές παρανοήσεις. Εδώ, αντίθετα, ο μαθητής κατέγραφε συστηματικά όσα υπαγόρευε ο καθηγητής.

Αυτό αποτελεί ταυτόχρονα και τον περιορισμό των τετραδίων. Η υπαγόρευση διασώζει τις λέξεις, όχι όμως τη φωνή. Δεν γνωρίζουμε τον τόνο, τις παύσεις, τις επαναλήψεις ή τους δισταγμούς του Σαρτρ – όλα όσα αποτελούν την προφορική διάσταση ενός μαθήματος.

Δεν είναι επίσης βέβαιο εάν ο Σαρτρ υπαγόρευε σε ολόκληρη τη διάρκεια της ώρας ή εάν οι συγκεκριμένες σημειώσεις αποτελούσαν μια σύνοψη που ακολουθούσε μια πιο ελεύθερη διάλεξη και συζήτηση.

Δεν δίδασκε στους μαθητές «τον Σαρτρ»

Το πιο ενδιαφέρον ίσως είναι αυτό που απουσιάζει από τα τετράδια.

Την ίδια περίοδο που ο Σαρτρ ολοκλήρωνε το Το Είναι και το Μηδέν, θα περίμενε κανείς ότι στην τάξη θα δοκίμαζε πάνω στους μαθητές του τις ιδέες που επρόκειτο να τον κάνουν διάσημο. Δεν συνέβαινε όμως ακριβώς αυτό. Ακόμη και η «κακή πίστη», μία από τις κεντρικές έννοιες του έργου, εμφανίζεται στις σημειώσεις μόλις μία ή δύο φορές.

Μέσα στην τάξη ο Σαρτρ ήταν πρωτίστως καθηγητής.

Σκοπός του δεν ήταν να μυήσει τους μαθητές στη δική του φιλοσοφία, αλλά να τους διδάξει την ύλη που χρειάζονταν για το απολυτήριο. Το πρόγραμμα της εποχής χωριζόταν σε τέσσερις βασικούς τομείς: ψυχολογία, λογική, ηθική και μεταφυσική.

Οι προσωπικές του απόψεις, βέβαια, δεν εξαφανίζονταν. Ο ίδιος επικαλούνταν τις «προσωπικές πεποιθήσεις» του για να παραμερίσει σε μεγάλο βαθμό τη μεταφυσική και δήλωνε ότι δεν θα «διδάξει την ηθική» – παρότι τελικά ασχολούνταν και με αυτή. Μεγαλύτερο βάρος έδινε στην ψυχολογία και τη λογική.

Τα τετράδια αποκαλύπτουν παράλληλα έναν απροσδόκητο Σαρτρ με έντονο ενδιαφέρον για την επιστημολογία. Έλυνε εξισώσεις, συζητούσε τη φύση της λογικής και του μαθηματικού συλλογισμού, εξέταζε την αξία του πειράματος, το ιστορικό γεγονός και τις μεθόδους της βιολογίας. Στα μαθήματά του περνούσαν ο Γαλιλαίος, ο Φρενέλ, ο Κλοντ Μπερνάρ, ο Παστέρ, ο Χίλμπερτ, ο Ρίμαν και ο Πουανκαρέ.

Πάνω απ’ όλα, οι σημειώσεις δείχνουν έναν καθηγητή που ήξερε να κάνει τα δύσκολα κατανοητά. Οι διατυπώσεις του ήταν σύντομες, καθαρές και οργανωμένες ώστε οι μαθητές να μπορούν να αφομοιώσουν άμεσα το αντικείμενο.

Μιλώντας, για παράδειγμα, για την αντίληψη, ξεκινούσε από το φαινομενικά απλό ερώτημα πώς οι αισθήσεις, οι οποίες είναι υποκειμενικές και ποιοτικές, μπορούν να μας δώσουν πληροφορίες για έναν εξωτερικό κόσμο που αντιλαμβανόμαστε ως αντικειμενικό, χωρικό και ποσοτικό.

Στην ηθική, πάλι, ξεχώριζε την αξιολογική κρίση από την κρίση που αφορά ένα γεγονός. Χρησιμοποιούσε ως παράδειγμα την ηθική ή αισθητική αγανάκτηση: ο θυμός από μόνος του δεν αρκεί για να δημιουργήσει την έννοια της αξίας· χρειάζεται και μια κρίση πάνω σε αυτή.

Από τον αντισυμβατικό δάσκαλο στον αυστηρό καθηγητή

Ο Σαρτρ του Κοντορσέ ήταν αρκετά διαφορετικός από τον νεαρό καθηγητή των χρόνων της Χάβρης.

Τότε μπορούσε να μάθει στους μαθητές του πυγμαχία, να τους πηγαίνει στον κινηματογράφο, να συζητά μαζί τους μέχρι αργά στο Café de la Grande Poste, να πηγαίνει στην παραλία και να παίζει πινγκ πονγκ μαζί τους. Δεν σημείωνε τις απουσίες, κάπνιζε την πίπα του, φορούσε πουλόβερ χωρίς γραβάτα και έμπαινε στην αίθουσα για να αρχίσει αμέσως το μάθημα χωρίς σημειώσεις και με τα χέρια στις τσέπες.

Στο Κοντορσέ είχε αλλάξει. Εμφανιζόταν πλέον ως ένας άρτια καταρτισμένος καθηγητής, προϊόν της École Normale και της απαιτητικής γαλλικής ακαδημαϊκής παράδοσης, με τεράστιο εύρος γνώσεων και την ικανότητα να εξηγεί σχεδόν οποιοδήποτε φιλοσοφικό πρόβλημα.

Και οι μαθητές του τον παρακολουθούσαν, σύμφωνα με τον Μερμέ, με πάθος και θαυμασμό.

Ίσως ο Σαρτρ να γνώριζε ήδη ότι αυτή η περίοδος της ζωής του πλησίαζε στο τέλος της. Με το Το Είναι και το Μηδέν έτοιμο να κυκλοφορήσει, ο ρόλος του καθηγητή θα γινόταν σύντομα πολύ μικρός για τη δημόσια παρουσία που επρόκειτο να αποκτήσει.

Η ελευθερία μέσα στην Κατοχή

Μετά τον πόλεμο, η ελευθερία θα βρισκόταν στον πυρήνα της φιλοσοφίας και της δημόσιας εικόνας του Σαρτρ. Στα μαθήματα του 1942-1943, μέσα στο κατεχόμενο Παρίσι, αυτή η ιδέα υπάρχει ήδη, αλλά όχι με τη μορφή ανοιχτού πολιτικού κηρύγματος.

Χρειάζεται να προσέξει κανείς τις διατυπώσεις του.

Ο Ζαν-Φρανσουά Λουέτ διακρίνει σε ορισμένα σημεία μια «απελευθερωτική σκέψη» στραμμένη εναντίον των ηθικών αξιών του καθεστώτος του Βισί. Ο Μερμέ θυμάται ότι ο ίδιος και οι συμμαθητές του είχαν αντιληφθεί αυτό το υπόγειο μήνυμα.

Μέσα στις φιλοσοφικές παραδόσεις εμφανίζονται φράσεις όπως «ακόμη και η αδιαφορία είναι μια επιλογή πλευράς» και «η υπακοή στα ήθη εξαρτάται από την ελεύθερη επιλογή της κοινωνικής ηθικής».

Και ίσως περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη, μία πρόταση μοιάζει σήμερα να προαναγγέλλει τον Σαρτρ των επόμενων δεκαετιών:

«Υπάρχει αξία όταν το συναίσθημα επιτρέπει να συναντήσω, μέσα μου και στους άλλους, την ελευθερία».

in.gr