Τι προκύπτει από τη νέα μεγάλη έρευνα του ΠΑΝΣΥΠΟ για τα έργα καθαριότητας. Εργολάβοι ή δημόσιο προσωπικό;

Σε μόλις τρία χρόνια, από το 2023 έως το 2025, το ελληνικό Δημόσιο κατέβαλε τουλάχιστον 728.626.194 ευρώ σε ιδιωτικές εταιρείες καθαριότητας, αναδεικνύει νέα έρευνα του ΠΑΝΣΥΠΟ.

Μάλιστα το εν λόγω ποσό είναι και συντηρητικό, καθώς όπως σημειώνει ο Σύλλογος εργαζομένων, ενδέχεται να υπάρχουν πληρωμές καταχωρισμένες σε άλλους κωδικούς του ΚΗΜΔΗΣ, πλην των έξι που εξέτασασν.

Η έρευνα παρατηρεί πως μέσα σε δύο χρόνια οι δαπάνες για καθαριότητα στους δημόσιους χώρους διογκώθηκε κατά 69,1%, καθώς η ετήσια δαπάνη αυξήθηκε από 191,3 εκατ. ευρώ το 2023 σε 323,5 εκατ. ευρώ το 2025.

Παράλληλα, ο ΠΑΝΣΥΠΟ τονίζει ότι η εικόνα ορισμένων φορέων προκαλεί ακόμη μεγαλύτερα ερωτήματα.

Για παράδειγμα, η Δημόσια Υπηρεσία Απασχόλησης (ΔΥΠΑ), ο δημόσιος οργανισμός που έχει ως αποστολή την αντιμετώπιση της ανεργίας, εμφανίζει αύξηση δαπάνης καθαριότητας κατά 88,7%.

Το Δημόσιο έδωσε σε τρία χρόνια 728 εκατ. ευρώ σε ιδιωτικές εταιρείες καθαριότητας – Αύξηση δαπανών κατά 69,1%

Με βάση το συντηρητικό σενάριο της μελέτης, στο οποίο το εργολαβικό κέρδος και το διοικητικό κόστος υπολογίζονται στο 25% της συνολικής δαπάνης, προκύπτει θεωρητικό ποσό έως 182,2 εκατ. ευρώ. Οι ίδιοι πόροι θα μπορούσαν να χρηματοδοτήσουν αυξήσεις για το σύνολο των δημοσίων υπαλλήλων ή να ενισχύσουν το ανακοινωθέν Δώρο Χριστουγέννων κατά 50,6%, από 500 σε 753 ευρώ ανά εργαζόμενο.

Προσωπικό Δημοσίου ή Εργολάβοι;

Στο σκέλος της Πολιτικής Ανάλυσης της έρευνας του ΠΑΝΣΥΠΟ τίθεται επί τάπητος η πολιτική διαμάχη σχετικά με το αν είναι προτιμότεροι οι εργολάβοι ή το προσωπικό του δημοσίου:

«Τα ευρήματα αυτής της μελέτης εντάσσονται σε μια παλιά, ανοιχτή αντιπαράθεση στην ελληνική δημόσια διοίκηση: πρέπει το κράτος να αναθέτει υπηρεσίες όπως η καθαριότητα σε ιδιωτικούς εργολάβους, ή να τις εκτελεί με δικό του προσωπικό; Η αντιπαράθεση αυτή δεν είναι θεωρητική – έχει ήδη αποτυπωθεί νομοθετικά, με νόμο του 2017 να επιτρέπει την απευθείας πρόσληψη προσωπικού καθαριότητας και νόμο του 2021 να την καταργεί, επαναφέροντας την υποχρέωση εργολαβίας.

Το επιχείρημα υπέρ της εργολαβίας συνήθως στηρίζεται στην ευελιξία: το κράτος αποφεύγει τη μόνιμη διεύρυνση της μισθοδοσίας του δημοσίου τομέα, μεταθέτει στον ανάδοχο το διοικητικό βάρος διαχείρισης προσωπικού και προμηθειών, και -τουλάχιστον σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως υποστήριξε το 2021 το Υπουργείο Εργασίας για τον ΟΑΕΔ- μπορεί να αποδειχθεί φθηνότερο όταν συνυπολογιστεί το πλήρες κόστος και των δύο μοντέλων.

Το επιχείρημα υπέρ της απευθείας πρόσληψης στηρίζεται σε δύο άξονες: εργασιακό και δημοσιονομικό. Εργασιακά, το εργολαβικό μοντέλο συνδέεται με λιγότερη σταθερότητα απασχόλησης και συχνή αλλαγή εργοδότη όταν αλλάζει ανάδοχος. Δημοσιονομικά, τα ευρήματα της παρούσας μελέτης -αυξήσεις κόστους πολλαπλάσιες της αύξησης του κατώτατου μισθού σε συγκεκριμένους, τεκμηριωμένους φορείς- τροφοδοτούν το επιχείρημα ότι το εργολαβικό μοντέλο δεν εγγυάται από μόνο του δημοσιονομική πειθαρχία, ιδίως όταν ο ανταγωνισμός στους διαγωνισμούς είναι περιορισμένος.

Πέρα από τη διαμάχη εργολαβία-εναντίον-πρόσληψης, η μελέτη ανέδειξε ένα δεύτερο, ανεξάρτητο ζήτημα: τη διαφάνεια της ίδιας της καταγραφής της δαπάνης. Ανεξάρτητα από το ποιο μοντέλο επιλέγει κανείς πολιτικά, ένα σύστημα όπου μεγάλοι φορείς είναι πρακτικά αόρατοι σε βασικές αναζητήσεις δημοσίων συμβάσεων -είτε λόγω κατακερματισμού CPV είτε λόγω ελλιπούς δημοσίευσης πληρωμών, όπως στην περίπτωση του Ιπποκράτειου- δυσχεραίνει τον δημόσιο έλεγχο, όποια κι αν είναι η υποκείμενη πολιτική επιλογή. Η βελτίωση αυτής της διαφάνειας δεν είναι αριστερό ή δεξιό ζήτημα. Είναι προϋπόθεση για να μπορεί κανείς να κρίνει τεκμηριωμένα ποιο μοντέλο λειτουργεί καλύτερα.

Η παρούσα μελέτη δεν παίρνει θέση για το ποιο μοντέλο (εργολαβία ή απευθείας πρόσληψη) είναι προτιμότερο – αυτό παραμένει πολιτική επιλογή που εξαρτάται από αξιολογήσεις πέραν του στενά δημοσιονομικού κόστους (εργασιακά δικαιώματα, ποιότητα υπηρεσίας, διοικητική ευελιξία). Ό,τι προσφέρει είναι δεδομένα: το πραγματικό μέγεθος και η εξέλιξη της δαπάνης, και τα σημεία όπου η εικόνα παραμένει ελλιπής ή ανεξήγητη – ώστε η συζήτηση, όποια κι αν είναι η κατάληξή της, να γίνεται με τα σωστά νούμερα στο τραπέζι.

Υπάρχει όμως και μια εξαιρετικά σημαντική παράμετρος. Η απουσία πραγματικού ανταγωνισμού στους διαγωνισμούς καθαριότητας δεν είναι απλώς διαδικαστικό ζήτημα – έχει άμεση οικονομική συνέπεια που αξίζει να συνδεθεί με τα σενάρια κέρδους της προηγούμενης ενότητας. Όπως επιβεβαίωσε το ίδιο το Ελεγκτικό Συνέδριο, και όπως τεκμηρίωσε συγκεκριμένα η παρούσα μελέτη στην περίπτωση του Ιπποκράτειου, ο τομέας της καθαριότητας χαρακτηρίζεται συστηματικά από διαγωνισμούς που καθυστερούν, προσβάλλονται δικαστικά, ή δεν προκηρύσσονται καν εγκαίρως – με αποτέλεσμα οι φορείς να καταφεύγουν σε διαδοχικές, μη ανταγωνιστικές απευθείας αναθέσεις στον ίδιο πάντα ανάδοχο, επικαλούμενοι επείγουσα ανάγκη.

Αν ο ανταγωνισμός τιμών είναι το βασικό εργαλείο που κρατάει χαμηλό το εργολαβικό κέρδος, τότε η απουσία του είναι ο μηχανισμός που το διογκώνει. Ένας ανάδοχος που κερδίζει επανειλημμένα, μήνα τον μήνα, χωρίς να χρειαστεί ποτέ να αντιμετωπίσει αντίπαλη προσφορά, δεν έχει κανένα οικονομικό κίνητρο να τιμολογήσει επιθετικά χαμηλά – αντίθετα, γνωρίζει ότι ο φορέας βρίσκεται σε θέση ανάγκης και διαπραγματεύεται από θέση ισχύος, όχι αδυναμίας.

Με αυτά τα δεδομένα, το σενάριο 25% κέρδους + διοικητικού κόστους που παρουσιάστηκε παραπάνω πρέπει να διαβαστεί ως συντηρητικό, όχι ως ανώτατο όριο. Σε μια αγορά με πραγματικό ανταγωνισμό, το περιθώριο κέρδους συμπιέζεται από την απειλή μιας φθηνότερης προσφοράς. Σε ένα καθεστώς διαδοχικών, μη ανταγωνιστικών αναθέσεων στον ίδιο ανάδοχο, αυτή η πίεση απουσιάζει εντελώς – και τίποτα στα στοιχεία δεν αποκλείει το πραγματικό περιθώριο να είναι σημαντικά υψηλότερο από 25%, ακριβώς επειδή δεν υπήρξε ποτέ η διαδικασία που θα το αποκάλυπτε.

efsyn.gr