Η κλιματική κρίση απειλεί με συρρίκνωση τα ορεινά λιβάδια. Το… στρες των φυτών, οι πληγέντες βοσκότοποι, η φυγή των κτηνοτρόφων και οι πεταλούδες που «βαθμολογούν» την υγεία των ανωδασικών περιοχών
Ακόμη και τα ορεινά λιβάδια κινδυνεύουν από την κλιματική κρίση. Καθώς οι συνθήκες αλλάζουν με ανεξέλεγκτο ρυθμό και η θερμοκρασία ολοένα σκαρφαλώνει, η δασική βλάστηση «ανεβαίνει» ψηλότερα στα βουνά, καλύπτοντας τα κενά. Η διατήρηση της ορεινής κτηνοτροφίας, εκτός από πηγή εισοδήματος για τις κοινότητες των βουνών, είναι σημαντικό μέσο διατήρησης των ορεινών λιβαδιών, τα οποία είναι πιο πλούσια σε βιοποικιλότητα από τα δάση. Ενας από τους πιο αξιόπιστους δείκτες για την υγεία των ορεινών λιβαδιών είναι η παρουσία των πεταλούδων.
Η μεταβαλλόμενη κατάσταση των ορεινών λιβαδιών και η σχέση με τη βιώσιμη ορεινή κτηνοτροφία είναι το αντικείμενο διεπιστημονικής ομάδας 20 ερευνητών από τέσσερα πανεπιστήμια (Ιωαννίνων, Θεσσαλίας, Πατρών και Γεωπονικό Αθηνών). Οι επιστήμονες μελέτησαν 32 ανωδασικά λιβάδια σε υψόμετρο 1.470-1.850 μ., σε έντεκα ορεινά οικοσυστήματα της Πίνδου, της Θεσσαλίας και της Στερεάς Ελλάδας, από τον Σμόλικα έως τον Παρνασσό. Το ερευνητικό πρόγραμμα, που είχε την ονομασία Livemount, χρηματοδοτήθηκε από το Ελληνικό Ιδρυμα Ερευνας και Καινοτομίας (ΕΛΙΔΕΚ) στο πλαίσιο του Εθνικού Σχεδίου «Ελλάδα 2.0». Συντονιστής ήταν το Εργαστήριο Διατήρησης της Βιοποικιλότητας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων και επιστημονικώς υπεύθυνη η διευθύντρια του εργαστηρίου, Βασιλική Κατή.
Καταφύγια βιοποικιλότητας
«Αφετηρία μας ήταν η διαπίστωση ότι υπάρχουν ορεινά λιβάδια που κάποτε χρησιμοποιούνταν από τους κτηνοτρόφους και πλέον έχουν εγκαταλειφθεί», εξηγεί η κ. Κατή. «Τα λιβάδια είναι πολύ σημαντικά για τις ορεινές κοινότητες και την ορεινή κτηνοτροφία. Ταυτόχρονα είναι καταφύγια βιοποικιλότητας και κέντρα ενδημισμού. Σύμφωνα με τις επιστημονικές έρευνες, η έκταση των λιβαδιών τα επόμενα χρόνια ολοένα θα συρρικνώνεται, επειδή λόγω της κλιματικής αλλαγής η δασική βλάστηση ανεβαίνει σε μεγαλύτερα υψόμετρα. Η εκτατική ορεινή κτηνοτροφία διατηρεί τα λιβάδια “ανοιχτά” και προστατεύει τη βιοποικιλότητά τους, αρκεί να γίνεται με βιώσιμο τρόπο».
Επιστήμονες από διάφορες ειδικότητες, που συνεργάστηκαν στη συγκεκριμένη έρευνα, μελέτησαν την κατάσταση των ορεινών λιβαδιών, κατέγραψαν τις συνθήκες και την πίεση που δέχονται τα φυτά, είδαν τι χαρακτηριστικά πρέπει να έχει ένα λιβάδι ώστε να είναι υγιές.
Οι καθηγητές του Τμήματος Δασολογίας του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας Μιχάλης Βραχνάκης και Γιάννης Καζόγλου ασχολήθηκαν με την παραγωγικότητα των ορεινών λιβαδιών. «Μελετήσαμε 386 δείγματα φυτών. Η μεθοδολογία που ακολουθήσαμε ήταν η εξής: τοποθετούσαμε ένα μεταλλικό πλαίσιο 50×50 εκατοστών στο έδαφος και κόβαμε όποια φυτά υπήρχαν σε αυτό. Στη συνέχεια, στο εργαστήριο, τα χωρίζαμε σε κατηγορίες και υπολογίζαμε ποια από αυτά μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν ως τροφή τα βόσκοντα ζώα», εξηγεί στην «Κ» ο κ. Καζόγλου. «Συνυπολογίζοντας και τις ανάγκες των ζώων σε τροφή, μπορέσαμε να προβλέψουμε τη βοσκοϊκανότητα κάθε λιβαδιού, δηλαδή πόσα ζώα μπορεί να θρέψει χωρίς να υποβαθμιστεί τόσο η βλάστηση όσο και το έδαφος – με άλλα λόγια, τη φέρουσα ικανότητα του κάθε λιβαδικού οικοσυστήματος».

Αυτό που παρατήρησαν οι επιστήμονες ήταν ότι το 75% των λιβαδιών που μελετήθηκαν βοσκούνταν λιγότερο από όσο «αντέχουν». «Το γεγονός αυτό μας υποδεικνύει την εγκατάλειψη της εκτατικής και ιδίως της μετακινούμενης κτηνοτροφίας. Υπερβόσκηση διαπιστώσαμε σε πολύ λίγες περιοχές, κυρίως στον Σμόλικα και στην Τύμφη και περιστασιακά στα Τζουμέρκα και στο Μιτσικέλι». Σύμφωνα με τους επιστήμονες, οι καλύτεροι βοσκότοποι εντοπίζονται στην Οίτη, στη Βασιλίτσα και στο Βελούχι, ενώ οι λιγότερο παραγωγικοί στον Παρνασσό, στον Σμόλικα και στην Τύμφη. «Τα ορεινά λιβάδια της Πίνδου μπορούν να υποστηρίξουν περισσότερα κοπάδια ζώων. Πρέπει όμως αυτό να γίνει βάσει τοπικών σχεδίων διαχείρισης», εξηγεί ο κ. Καζόγλου. «Θέλουμε να βόσκονται τα ορεινά λιβάδια γιατί η βόσκηση βοηθάει τη βιοποικιλότητα, κρατώντας ανοιχτά τα οικοσυστήματα. Οταν ένα λιβάδι δεν βοσκείται, τότε αρχίζει η οικολογική διαδοχή, δηλαδή η βλάστηση αλλάζει, αρχίζει η ανάπτυξη δέντρων και θάμνων και σιγά σιγά το λιβάδι “κλείνει”. Μπορεί να φαντάζει οξύμωρο όλο αυτό, ότι δηλαδή δεν θέλουμε να επεκταθεί το δάσος. Θέλουμε το δάσος, αλλά θέλουμε και να μείνουν ανοιχτά τα λιβάδια, γιατί έχουν πολύ μεγαλύτερη ποικιλία ειδών και διατηρούν τη βιοποικιλότητα των βουνών. Αυτό μπορεί να γίνει μόνο με τη βόσκηση, δεν μπορούμε κάθε έτος να στέλνουμε στα βουνά… συνεργεία εργατών για χορτόκοψη».
Η σημασία της βόσκησης – «Θέλουμε να βόσκονται τα ορεινά λιβάδια γιατί η βόσκηση βοηθάει τη βιοποικιλότητα, κρατώντας ανοιχτά τα οικοσυστήματα. Οταν ένα λιβάδι δεν βοσκείται, τότε αρχίζει η οικολογική διαδοχή, δηλαδή η βλάστηση αλλάζει, αρχίζει η ανάπτυξη δέντρων και θάμνων και σιγά σιγά το λιβάδι “κλείνει”». Γιάννης Καζόγλου Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας
Οι βροχοπτώσεις
Η αλλαγή των κλιματικών συνθηκών στα ελληνικά βουνά διαπιστώνεται ότι προκαλεί στρες στα φυτά. «Η κλιματική αλλαγή είναι ορατή με την αύξηση της θερμοκρασίας και την αλλαγή του προτύπου των βροχοπτώσεων. Το βλέπουμε τα τελευταία χρόνια και στα Ιωάννινα, όπου δραματικά επεισόδια βροχοπτώσεων μπορεί να εναλλάσσονται με περιόδους μακράς ανομβρίας», παρατηρεί ο Χάρης Γιώτης, επίκουρος καθηγητής στο Τμήμα Βιολογικών Εφαρμογών και Τεχνολογιών του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων. «Στα ορεινά λιβάδια μελετήσαμε πώς η αλλαγή των συνθηκών επηρεάζει την υγεία και την παραγωγικότητα των φυτών. Απλουστευμένα, ο κύκλος είναι ο ακόλουθος: τα φυτά χρησιμοποιούν το νερό που βρίσκεται μέσα στο έδαφος. Το ανεβάζουν στα φύλλα, από όπου ένα μέρος απελευθερώνεται στην ατμόσφαιρα με μια λειτουργία που ονομάζεται διαπνοή. Αν μια περιοχή είναι πολύ πλούσια σε βλάστηση και διακοπούν οι βροχοπτώσεις, τότε τα φυτά θα εξαντλήσουν το νερό από το έδαφος, οι τρύπες στα φύλλα τους θα κλείσουν, άρα τα φυτά θα σταματήσουν να φωτοσυνθέτουν, θα πάθουν οξειδωτικές βλάβες και θα καταστραφούν. Τι μπορεί να κάνει η βόσκηση; Τα ζώα αφαιρούν αρκετά φύλλα από τα φυτά. Ως συνέπεια, το νερό απελευθερώνεται με πιο αργό ρυθμό και επομένως διαρκεί για περισσότερο καιρό, μέχρι να ξαναβρέξει. Οπως διαπιστώνουμε, εκεί όπου υπάρχει μέτριο επίπεδο βόσκησης, τα φυτά βρίσκονται σε καλύτερη κατάσταση από τις περιοχές όπου οι συνθήκες είναι πιο ξηρές ή υγρές».
Σύμφωνα με τους επιστήμονες, η ανομβρία προκαλεί στρες στα φυτά. Πώς το διαπιστώνουμε; «Η χλωροφύλλη απορροφά το φως και επανεκπέμπει μέρος του στο περιβάλλον, μια διεργασία που ονομάζεται φθορισμός. Με τα κατάλληλα μηχανήματα μπορούμε να μετρήσουμε τον φθορισμό, άρα να καταλάβουμε πόσο έχει μειωθεί η ικανότητα φωτοσύνθεσης του φυτού», εξηγεί ο κ. Γιώτης.
Ενας πολύ αξιόπιστος δείκτης για την καλή υγεία ενός λιβαδιού είναι οι πεταλούδες. «Οι πεταλούδες εμφανίζουν ιδιαίτερα υψηλή ποικιλότητα στα βουνά, ενώ παράλληλα είναι επικονιαστές, στηρίζουν την τροφική αλυσίδα και αποτελούν καλούς δείκτες της κατάστασης των λιβαδιών», σημειώνει η Κωνσταντίνα Νάσιου, υποψήφια διδάκτωρ στο Τμήμα Βιολογικών Εφαρμογών και Τεχνολογιών του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων. «Οι κάμπιες τους εξαρτώνται από συγκεκριμένα φυτά, με ορισμένες μάλιστα να τρέφονται μόνο με ένα ή λίγα είδη φυτών· άρα, αν λόγω κάποιας περιβαλλοντικής διαταραχής χαθεί το φυτό, μπορεί να χαθεί και η πεταλούδα που εξαρτάται από αυτό. Επίσης, ως εξώθερμοι οργανισμοί, ανταποκρίνονται γρήγορα στις μεταβολές του μικροκλίματος. Παράλληλα, οι ενήλικες πεταλούδες έχουν περιορισμένη περίοδο εμφάνισης (π.χ. 20-35 ημέρες) και διακριτές γενιές μέσα στον χρόνο (από μία έως πολλές), οπότε περιβαλλοντικές μεταβολές μπορούν να φανούν γρήγορα στον χρόνο εμφάνισης, στην αφθονία και στη σύνθεση των κοινοτήτων τους. Σε σχέση με πολλές άλλες ομάδες εντόμων, αποτελούν χαρισματικά είδη, είναι καλά μελετημένες, συναντώνται σε πολλά διαφορετικά οικοσυστήματα και καταγράφονται σχετικά εύκολα και συστηματικά».
Οι «φυλές» των πεταλούδων
Οι επιστήμονες πραγματοποίησαν τρεις επισκέψεις σε κάθε λιβάδι από τον Ιούνιο έως τον Αύγουστο, σε συγκεκριμένες διαδρομές 300 μέτρων, καταγράφοντας τα διαφορετικά είδη πεταλούδων. «Ενα λιβάδι σε καλή κατάσταση δεν είναι απαραιτήτως αυτό που έχει απλώς τον μεγαλύτερο αριθμό πεταλούδων. Στα υπερβοσκημένα λιβάδια καταγράψαμε λίγα είδη και λίγα άτομα, ενώ σε υποβοσκημένα λιβάδια παρατηρήσαμε υψηλή αφθονία, η οποία όμως προερχόταν κυρίως από λίγα, κοινά είδη. Επομένως, μας ενδιαφέρει όχι μόνο πόσες πεταλούδες υπάρχουν, αλλά και πόσα και ποια διαφορετικά είδη συνθέτουν την κοινότητα. Συνολικά καταγράψαμε 110 είδη (σχεδόν τα μισά είδη πεταλούδων της Ελλάδας), ανάμεσά τους τέσσερα απειλούμενα, τέσσερα προστατευόμενα (οδηγία οικοτόπων) και ένα ενδημικό είδος. Ο μεγαλύτερος πλούτος ειδών εμφανίστηκε σε λιβάδια με μέσο ύψος βλάστησης περίπου 15-20 εκατοστών και περιορισμένη ξηρή στρωμνή, που κάλυπτε λιγότερο από το 1/3 του εδάφους, ενώ όσο αυξάνονταν τα άνθη, αυξανόταν και η αφθονία των πεταλούδων».
Παρά τη σημασία της για την υγεία των ορεινών λιβαδιών και των οικοσυστημάτων τους, η ορεινή κτηνοτροφία εγκαταλείπεται. «Δεν υπάρχει διαδοχή στις οικογένειες των κτηνοτρόφων. Τα παιδιά των κτηνοτρόφων προτιμούν να κάνουν 2-3 δουλειές στην πόλη από το να μείνουν στο βουνό», λέει ο κ. Καζόγλου. «Επίσης, δεν εφαρμόζονται σωστά οι στόχοι της κοινής αγροτικής πολιτικής (ΚΑΠ). Το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ, εκτός από τεράστια οικονομική ζημία, έχει και μία άλλη σοβαρή επίπτωση: αποτρέπει τα νέα παιδιά να μπουν στο επάγγελμα του κτηνοτρόφου, καθώς τους δημιουργεί τη βεβαιότητα ότι δεν θα έχουν δίκαιη πρόσβαση σε επιδοτήσεις σε τραπεζικό δανεισμό, αφού όλα δείχνουν να είναι θέμα πολιτικών διασυνδέσεων. Η αγροτική πολιτική οφείλει να είναι σήμερα πιο στοχευμένη από ποτέ – ειδικά για τα ορεινά λιβάδια πρέπει να υπάρξει ειδική πρόβλεψη. Ο κρατικός μηχανισμός πρέπει να καταλάβει ότι η εγκατάλειψη της υπαίθρου, η δίκαιη κατανομή των επιδοτήσεων και η διαχείριση του περιβάλλοντος συνδέονται μεταξύ τους».