Η ηθοποιός που συνδέθηκε με τον γιο του ζωγράφου, μια γυναίκα στο πηγάδι και δύο πορτρέτα που βρέθηκαν στον κήπο. Τα πρόσωπα και οι περιπέτειες των έργων που αφαιρέθηκαν από την τελευταία κατοικία του Ρενουάρ στην Κυανή Ακτή.

Το παιδί έχει σκύψει πάνω από το χαρτί, με τα μακριά ξανθά μαλλιά του σχεδόν να αγγίζουν το τραπέζι και ένα μολύβι στο χέρι. Είναι ο Κλοντ Ρενουάρ, ο μικρότερος γιος του ζωγράφου, γνωστός στην οικογένεια ως Κοκό. Το πορτρέτο του ήταν ένα από τα δύο έργα που βρέθηκαν εγκαταλελειμμένα στον κήπο του Μουσείου Ρενουάρ, μετά τη διάρρηξη της Τρίτης 8 Σεπτεμβρίου.

Οι διαρρήκτες αφαίρεσαν τέσσερις πίνακες από το μουσείο στην Καν-συρ-Μερ, κοντά στη Νίκαια, αλλά τελικά έφυγαν με δύο. Το «Πορτρέτο της κυρίας Κολόνα-Ρομάνο» και η «Γυναίκα στο πηγάδι» εξακολουθούν να αναζητούνται. Το «Ο Κοκό διαβάζει» και το «Πορτρέτο της κυρίας Πισόν» ανακτήθηκαν στον κήπο. Η αρχική εκτίμηση των 9 εκατομμυρίων ευρώ αφορούσε και τα τέσσερα έργα, όχι μόνο εκείνα που παραμένουν άφαντα.

Πίσω από αυτόν τον κατάλογο βρίσκονται τρεις προσωπογραφίες και μια μικρή σκηνή καθημερινής ζωής, ζωγραφισμένες σε διαφορετικές περιόδους. Μαζί τους εμφανίζονται πρόσωπα από την οικογένεια του Ρενουάρ, το γαλλικό θέατρο και την κοινωνία της εποχής του. Οι διαδρομές τους μέχρι το μουσείο δεν ήταν ευθείες: περνούν από κληροδοσίες, συναλλαγές στο κατεχόμενο Παρίσι, μεταφορές στη Γερμανία και επιστροφές στη Γαλλία που σε μία περίπτωση καθυστέρησαν ως το 1994.

Οι τέσσερις πίνακες της κλοπής στο Μουσείο Ρενουάρ και οι ιστορίες που κουβαλούν
Πιερ-Ογκίστ Ρενουάρ, «Πορτρέτο της κυρίας Κολόνα-Ρομάνο», αρχές δεκαετίας 1910. Το μεγαλύτερο από τα τέσσερα έργα της κλοπής εξακολουθεί να αναζητείται.

Στο «Πορτρέτο της κυρίας Κολόνα-Ρομάνο» η γυναίκα κάθεται με το ένα χέρι ακουμπισμένο στο πλάι και το βλέμμα στραμμένο λίγο έξω από τη σύνθεση. Η Γκαμπριέλ Κολόνα-Ρομάνο, γεννημένη Γκαμπριέλ Ντρέιφους, ήταν ηθοποιός που ερμήνευσε μεγάλους γυναικείους ρόλους του γαλλικού θεάτρου. Η Φαίδρα, η Βερενίκη και η Ιφιγένεια ανήκαν στο ρεπερτόριό της, μαζί με ηρωίδες του Μολιέρου και του Μισέ. Το 1909 κέρδισε πρώτο βραβείο τραγωδίας στο Ωδείο του Παρισιού με τη «Φαίδρα» και αργότερα έγινε μέλος της Κομεντί Φρανσέζ.

Η σχέση της με την οικογένεια του ζωγράφου ήταν προσωπική. Η Κολόνα-Ρομάνο είχε συνδεθεί ερωτικά με τον Πιερ, τον μεγαλύτερο γιο του Ρενουάρ, και ο ζωγράφος την απεικόνισε επανειλημμένα. Στο συγκεκριμένο πορτρέτο, η θεατρικότητα δεν βρίσκεται σε κάποια μεγάλη χειρονομία, αλλά στο ντύσιμο, στη στάση και στον χώρο γύρω της. Η γυναίκα που στη σκηνή έπαιζε βασίλισσες και τραγικές ηρωίδες εδώ κάθεται ήρεμη, ανάμεσα σε μαξιλάρια και πίνακες.

Ο πίνακας βρισκόταν ακόμη στο εργαστήριο του Ρενουάρ όταν εκείνος πέθανε, το 1919. Το 1939 αγοράστηκε από την κληρονομιά του από τον έμπορο τέχνης Raphaël Gérard και τον Σεπτέμβριο του 1940 πουλήθηκε στη γερμανική πρεσβεία στο Παρίσι. Μετά τον πόλεμο εντοπίστηκε στη Βρέμη και επαναπατρίστηκε στη Γαλλία το 1947. Η διαδρομή αυτή δεν ισοδυναμεί, σύμφωνα με τη σημερινή έρευνα προέλευσης, με ιστορία ναζιστικής λεηλασίας· το έργο κατατάσσεται ρητά σε εκείνα που δεν υπέστησαν αρπαγή στα χρόνια του πολέμου.

Η δεύτερη εικόνα που εξακολουθεί να λείπει είναι πολύ μικρότερη και έχει διαφορετικό χαρακτήρα. Η «Γυναίκα στο πηγάδι», γνωστή και ως «Jeune femme au puits», ζωγραφίστηκε γύρω στο 1886, με λάδι πάνω σε ξύλο, και μετρά μόλις 35 επί 27 εκατοστά. Πρόκειται για ημιτελές έργο, στο οποίο η μορφή της γυναίκας έχει δουλευτεί περισσότερο από τον χώρο που την περιβάλλει.

Οι τέσσερις πίνακες της κλοπής στο Μουσείο Ρενουάρ και οι ιστορίες που κουβαλούν
Πιερ-Ογκίστ Ρενουάρ, «Γυναίκα στο πηγάδι», περίπου 1886. Το μικρό ημιτελές έργο παραμένει άφαντο.

Η γυναίκα στέκεται στο πλάι του πηγαδιού, με το σώμα στραμμένο προς τη δουλειά της. Τα μαλλιά της είναι μαζεμένα, η φούστα της φτάνει ως τα πόδια, ενώ η βλάστηση και το φόντο αποδίδονται με πινελιές που μένουν ορατές. Σε αντίθεση με τις προσωπογραφίες, εδώ δεν σώζεται όνομα. Η προσοχή πέφτει στην κίνηση του σώματος και σε μια καθημερινή εργασία: την άντληση νερού.

Το μικρό αυτό έργο ανήκε στη συλλογή του εμπόρου τέχνης Αμπρουάζ Βολάρ. Στα χρόνια της Κατοχής ενδέχεται να αγοράστηκε μέσω της οργάνωσης Otto, που πραγματοποιούσε γερμανικές αγορές στη μαύρη αγορά της Γαλλίας, ή να κατασχέθηκε από τον επικεφαλής της. Οι συνθήκες δεν έχουν αποσαφηνιστεί πλήρως. Το βέβαιο είναι ότι βρέθηκε το 1949 σε ιδιωτική κατοικία στη Βαυαρία και επέστρεψε στη Γαλλία τον Ιούνιο της ίδιας χρονιάς. Σήμερα κατατάσσεται στα έργα που πιθανότατα υπήρξαν προϊόν αρπαγής.

Το πορτρέτο του Κοκό, που ανακτήθηκε στον κήπο, μας φέρνει πολύ πιο κοντά στην οικογενειακή ζωή του ζωγράφου. Ο Κλοντ Ρενουάρ γεννήθηκε το 1901 και ήταν περίπου τεσσάρων ετών όταν ο πατέρας του τον ζωγράφισε, το 1905. Στη μικρή οριζόντια ελαιογραφία, τα ξανθά μαλλιά, τα χέρια και το σκυμμένο πρόσωπο γεμίζουν σχεδόν όλο το κάδρο. Το παιδί είναι απορροφημένο σε κάτι δικό του, κι ο πατέρας το παρατηρεί τη στιγμή ακριβώς που δεν ποζάρει.

Οι τέσσερις πίνακες της κλοπής στο Μουσείο Ρενουάρ και οι ιστορίες που κουβαλούν
Πιερ-Ογκίστ Ρενουάρ, «Ο Κοκό διαβάζει», 1905. Το πορτρέτο του μικρότερου γιου του ζωγράφου βρέθηκε εγκαταλελειμμένο στον κήπο του μουσείου.

Ο γνωστότερος τίτλος του έργου είναι «Ο Κοκό διαβάζει», αλλά καταγράφεται επίσης ως «Ο Κλοντ Ρενουάρ γράφει». Το μολύβι εξηγεί τη δεύτερη ονομασία. Το ένα χέρι πλησιάζει το στόμα, το άλλο δουλεύει πάνω στο χαρτί. Δεν είναι η μεγάλη εικόνα ενός κληρονόμου ούτε ένα επίσημο οικογενειακό πορτρέτο. Είναι μια μικρή σκηνή συγκέντρωσης, σαν να έχει διασωθεί για λίγο η σιωπή ενός παιδιού μέσα στο σπίτι.

Κι όμως, αυτός ο τόσο ήσυχος πίνακας είχε ήδη μια εξαιρετικά περιπετειώδη διαδρομή. Βρισκόταν στο εργαστήριο του Ρενουάρ το 1919 και αργότερα στη συλλογή Georges Bernheim στο Παρίσι. Στο τέλος του πολέμου συμπεριλήφθηκε σε ομάδα έργων που Γερμανός αξιωματικός παρέδωσε σε στρατιώτη της Βέρμαχτ, με εντολή να τα μεταφέρει στη Γερμανία, όπου θα τα παραλάμβανε αργότερα. Ο αξιωματικός δεν εμφανίστηκε ποτέ.

Ο πρώην στρατιώτης τα εμπιστεύτηκε τελικά σε έναν κληρικό στο Μαγδεμβούργο, υπό το απόρρητο της εξομολόγησης. Το 1972 ο κληρικός τα παρέδωσε σε εκπρόσωπο των κρατικών μουσείων του Βερολίνου, ώστε να επιστραφούν στους πραγματικούς ιδιοκτήτες τους. Το «Coco lisant» επαναπατρίστηκε στη Γαλλία μόλις το 1994 και μεταφέρθηκε στο μουσείο της Καν-συρ-Μερ την επόμενη χρονιά. Η προέλευσή του για την περίοδο 1933-1945 παραμένει ελλιπώς τεκμηριωμένη, παρά όσα είναι γνωστά για την ασυνήθιστη μεταπολεμική του επιστροφή.

Δίπλα στο παιδικό πορτρέτο, ανάμεσα στα έργα που εγκατέλειψαν οι διαρρήκτες, βρέθηκε και η «Madame Stéphen Pichon», ζωγραφισμένη το 1895. Η εικονιζόμενη είναι η Σοφί Μαργκερίτ Βερντιέ, σύζυγος του Γάλλου πολιτικού Στεφέν Πισόν, ο οποίος διετέλεσε υπουργός Εξωτερικών σε κυβερνήσεις της Τρίτης Δημοκρατίας. Κοιτάζει προς τον θεατή, με τα σκούρα μαλλιά σηκωμένα και το φόρεμά της να σχηματίζει μεγάλα φουσκωτά μανίκια. Το λιτό φόντο αφήνει την προσοχή στο πρόσωπο και στην αντίθεση ανάμεσα στην ακίνητη στάση και στην πλούσια υφή του φορέματος.

Οι τέσσερις πίνακες της κλοπής στο Μουσείο Ρενουάρ και οι ιστορίες που κουβαλούν
Πιερ-Ογκίστ Ρενουάρ, «Madame Stéphen Pichon», 1895. Το πορτρέτο ήταν ένα από τα δύο έργα που ανακτήθηκαν μετά τη διάρρηξη.

Αυτός ο πίνακας έφτασε στις δημόσιες συλλογές με διαφορετικό τρόπο από τους άλλους τρεις. Παρέμεινε στην κατοχή της εικονιζόμενης μέχρι το 1934 και πέρασε στο κράτος με δική της κληροδοσία. Ακολούθησαν το Λούβρο, η Νίκαια και, από το 1995, η τελευταία κατοικία του Ρενουάρ. Η παραμονή του πορτρέτου σε μουσείο ήταν, στην περίπτωσή της, δική της επιλογή.

Και τα τέσσερα έργα είχαν παραχωρηθεί στο Μουσείο Ρενουάρ από το Μουσείο Ορσέ. Στην Καν-συρ-Μερ, όμως, δεν βρίσκονταν απλώς σε μια ακόμη αίθουσα ζωγραφικής. Εκτίθεντο σε ένα σπίτι με τα έπιπλα, το καβαλέτο, το αναπηρικό αμαξίδιο και τις οικογενειακές φωτογραφίες του ζωγράφου, μέσα σε έναν κήπο με αιωνόβιες ελιές, πορτοκαλιές και συκιές.

Ο Ρενουάρ και η σύζυγός του, Αλίν Σαριγκό, αγόρασαν το κτήμα Les Collettes το 1907 και την επόμενη χρονιά ανέθεσαν την κατασκευή της κατοικίας τους. Εκεί ο ζωγράφος δούλεψε στα τελευταία χρόνια της ζωής του, ζωγραφίζοντας τοπία, γυμνά και ανθρώπους του περιβάλλοντός του. Το σπίτι έγινε μουσείο το 1960, όταν ο δήμος το αγόρασε από τον μικρότερο γιο του, τον Κλοντ.

Τον ίδιο Κοκό που βλέπουμε σκυμμένο πάνω από το χαρτί και του οποίου το πορτρέτο βρέθηκε τώρα στον κήπο της οικογενειακής κατοικίας.

Με στοιχεία από Le Journal des Arts, The Art Newspaper, Reuters, Musée d’Orsay, Musée Renoir

lifo.gr