Ήταν μόλις 18 ετών όταν φαντάστηκε έναν επιστήμονα να δίνει ζωή σε ένα τεχνητό πλάσμα και να το εγκαταλείπει τρομαγμένος
Το πλάσμα ανοίγει ένα θαμπό, κίτρινο μάτι. Το στήθος του αρχίζει να κινείται και τα άκρα του τινάζονται αδέξια πάνω στο τραπέζι.
Ο νεαρός επιστήμονας που έχει ενώσει τα μέλη του και του έχει εμφυσήσει ζωή δεν αισθάνεται θρίαμβο.Τρομοκρατείται. Εγκαταλείπει το εργαστήριο και αφήνει το δημιούργημά του μόνο, χωρίς όνομα, καθοδήγηση ή θέση στον κόσμο.
Η εικόνα δεν γεννιέται μέσα σε κάποιο πραγματικό ανατομικό εργαστήριο. Εμφανίζεται στο μυαλό μιας 18χρονης γυναίκας, ένα θυελλώδες βράδυ του 1816, κοντά στη λίμνη της Γενεύης.
Η Μαίρη Γκόντγουιν —μετέπειτα Μαίρη Σέλεϊ— ξυπνά από ένα όραμα που βρίσκεται ανάμεσα στο όνειρο και στην εγρήγορση. Βλέπει, όπως θα γράψει αργότερα, έναν «ωχρό σπουδαστή των ανίερων τεχνών» να γονατίζει δίπλα στο πράγμα που έχει συναρμολογήσει.
Την επόμενη ημέρα αρχίζει να γράφει.
Το μικρό διήγημα τρόμου θα εξελιχθεί στον Frankenstein, ένα βιβλίο που συχνά χαρακτηρίζεται το πρώτο μυθιστόρημα επιστημονικής φαντασίας. Περισσότερο από δύο αιώνες αργότερα, το πλάσμα της εξακολουθεί να επιστρέφει κάθε φορά που η ανθρωπότητα δημιουργεί μια τεχνολογία την οποία φοβάται ότι δεν θα μπορέσει να ελέγξει.
Το κορίτσι που μεγάλωσε ανάμεσα στη ζωή και στον θάνατο
Η Μαίρη γεννιέται στο Λονδίνο στις 30 Αυγούστου 1797. Οι γονείς της είναι δύο από τις πλέον ριζοσπαστικές μορφές της βρετανικής διανόησης.
Η μητέρα της, Μαίρη Γουόλστονκραφτ, έχει γράψει τη Διεκδίκηση των δικαιωμάτων της γυναίκας, ένα από τα θεμελιώδη κείμενα του φεμινισμού. Ο πατέρας της, Ουίλιαμ Γκόντγουιν, είναι πολιτικός φιλόσοφος, υπέρμαχος της ατομικής ελευθερίας και πολέμιος των παραδοσιακών θεσμών εξουσίας.
Η γέννησή της σημαδεύεται αμέσως από την απώλεια. Η Γουόλστονκραφτ πεθαίνει από επιλόχεια λοίμωξη 11 ημέρες αργότερα.
Η Μαίρη μεγαλώνει χωρίς τη μητέρα της, αλλά περιτριγυρισμένη από τα βιβλία και τις ιδέες της. Το σπίτι του πατέρα της δέχεται ποιητές, συγγραφείς, επιστήμονες και πολιτικούς στοχαστές. Αν και δεν φοιτά σε πανεπιστήμιο, αποκτά μια εκπαίδευση εξαιρετικά ασυνήθιστη για γυναίκα της εποχής της.
Στα 16 της ερωτεύεται τον ποιητή Πέρσι Μπις Σέλεϊ, ο οποίος είναι ήδη παντρεμένος. Οι δυο τους εγκαταλείπουν την Αγγλία και ταξιδεύουν στην Ευρώπη, προκαλώντας κοινωνικό σκάνδαλο και διακόπτοντας προσωρινά τις σχέσεις τους με τον Γκόντγουιν.
Η προσωπική ζωή της Μαίρης γεμίζει γρήγορα από τις ίδιες έννοιες που θα κυριαρχήσουν στο μυθιστόρημά της: δημιουργία, γέννηση, απώλεια και ενοχή. Το πρώτο της παιδί γεννιέται πρόωρα το 1815 και πεθαίνει έπειτα από λίγες ημέρες. Στο ημερολόγιό της καταγράφει ένα όνειρο στο οποίο το μωρό επιστρέφει στη ζωή όταν το τρίβουν και το ζεσταίνουν κοντά στη φωτιά.
Δεν μπορούμε να γνωρίζουμε πόσο άμεσα αυτή η εμπειρία μεταφέρεται στον Frankenstein. Είναι δύσκολο, όμως, να αγνοηθεί ότι το μυθιστόρημα μιας νεαρής γυναίκας που έχει χάσει τη μητέρα της κατά τη γέννησή της και το πρώτο της παιδί λίγο μετά τη δική του γέννηση, περιστρέφεται γύρω από έναν άνδρα που προσπαθεί να δημιουργήσει ζωή χωρίς γυναίκα — και αποτυγχάνει να φροντίσει αυτό που φέρνει στον κόσμο.
Το καλοκαίρι που δεν ήρθε ποτέ
Τον Μάιο του 1816, η Μαίρη, ο Πέρσι και η ετεροθαλής αδελφή της, Κλερ Κλέαρμοντ, φτάνουν στη Γενεύη. Νοικιάζουν ένα σπίτι κοντά στη λίμνη και περνούν μεγάλο μέρος του χρόνου τους στη βίλα Ντιοντάτι, όπου διαμένουν ο Λόρδος Βύρων και ο νεαρός γιατρός του, Τζον Πολιντόρι.
Ο καιρός είναι αφύσικος. Πυκνά σύννεφα καλύπτουν τον ουρανό, οι καταιγίδες διαδέχονται η μία την άλλη και η βροχή κρατά την παρέα κλεισμένη για ημέρες στα σπίτια.
Κανείς τους δεν γνωρίζει ότι, έναν χρόνο νωρίτερα, το ηφαίστειο Ταμπόρα στην Ινδονησία έχει πραγματοποιήσει μία από τις ισχυρότερες εκρήξεις της καταγεγραμμένης Ιστορίας. Η τέφρα και τα σωματίδια που έχουν φτάσει στην ατμόσφαιρα μειώνουν την ηλιακή ακτινοβολία και προκαλούν ακραίες κλιματικές ανωμαλίες σε ολόκληρο τον πλανήτη.
Το 1816 θα μείνει γνωστό ως «η χρονιά χωρίς καλοκαίρι».
Ένα βράδυ, καθώς η βροχή πέφτει πάνω στη λίμνη και τα κεριά φωτίζουν τα δωμάτια της βίλας, ο Βύρων προτείνει σε καθέναν από τους παρευρισκομένους να γράψει μια ιστορία φαντασμάτων.
Από εκείνη την πρόκληση γεννιούνται δύο από τις σημαντικότερες μορφές της σύγχρονης λογοτεχνίας τρόμου. Ο Πολιντόρι γράφει τον Βρυκόλακα, ένα έργο που θα επηρεάσει αργότερα τον Δράκουλα του Μπραμ Στόκερ.
Η Μαίρη, αρχικά, δεν μπορεί να σκεφτεί τίποτα.
Μέχρι τη νύχτα που η επιστημονική συζήτηση της παρέας εισβάλλει στο όνειρό της.
Μπορεί ο ηλεκτρισμός να ξυπνήσει τους νεκρούς;
Στις αρχές του 19ου αιώνα, η δυνατότητα επαναφοράς ενός νεκρού σώματος δεν ανήκει αποκλειστικά στον χώρο του υπερφυσικού.
Τα πειράματα του Ιταλού γιατρού Λουίτζι Γκαλβάνι έχουν δείξει ότι η επαφή με ηλεκτρικό ρεύμα μπορεί να προκαλέσει σπασμούς στα πόδια ενός νεκρού βατράχου. Η θεωρία της «ζωικής ηλεκτρικής ενέργειας» προκαλεί τεράστιο ενδιαφέρον και γεννά την υποψία ότι ο ηλεκτρισμός ίσως αποτελεί τη μυστηριώδη δύναμη που χωρίζει τη ζωή από τον θάνατο.
Ο ανιψιός του, Τζοβάνι Αλντίνι, προχωρά ακόμη περισσότερο. Το 1803, συνδέει ηλεκτρόδια με το σώμα του εκτελεσμένου Τζορτζ Φόστερ στη φυλακή Νιουγκέιτ του Λονδίνου. Μπροστά στο κοινό, το σαγόνι του νεκρού τρέμει, το ένα μάτι ανοίγει και τα άκρα του κινούνται.
Το πείραμα δεν επαναφέρει τον Φόστερ στη ζωή. Δημιουργεί, όμως, την τρομακτική εντύπωση ότι η επιστήμη έχει αρχίσει να πλησιάζει ένα όριο που μέχρι τότε ανήκε αποκλειστικά στον Θεό.
Η Μαίρη γνωρίζει αυτές τις συζητήσεις. Έχει παρακολουθήσει επιστημονικές διαλέξεις και έχει διαβάσει το έργο του Χάμφρι Ντέιβι, του διάσημου χημικού που παρουσιάζει την επιστήμη ως δύναμη ικανή όχι απλώς να παρατηρεί τη φύση, αλλά να την τροποποιεί και να την εξουσιάζει.
Στη βίλα Ντιοντάτι, η παρέα συζητά αν μπορεί να ανακαλυφθεί και να μεταδοθεί η «αρχή της ζωής». Ίσως, σκέφτονται, ένα σώμα να μπορεί να αναζωογονηθεί. Ίσως τα επιμέρους τμήματα ενός πλάσματος να μπορούν να κατασκευαστούν, να ενωθούν και να αποκτήσουν ζωτική θερμότητα.
Όταν η Μαίρη αποσύρεται στο δωμάτιό της, η συζήτηση μετατρέπεται σε εικόνα: ένας επιστήμονας, ένα τεχνητό σώμα και μια μηχανή που το αναγκάζει να κινηθεί.
Το τέρας που δεν ονομαζόταν Frankenstein
Στη λαϊκή κουλτούρα, το όνομα Frankenstein έχει ταυτιστεί με το πλάσμα. Στο μυθιστόρημα, όμως, Frankenstein είναι ο δημιουργός του: ο νεαρός επιστήμονας Βίκτορ Φρανκενστάιν.
Το δημιούργημά του δεν αποκτά ποτέ όνομα.
Δεν είναι επίσης το βραδυκίνητο, άλαλο τέρας με τις βίδες στον λαιμό που καθιέρωσε αργότερα ο κινηματογράφος. Είναι ένα εξαιρετικά δυνατό αλλά και ευφυές πλάσμα. Μαθαίνει μόνο του να μιλά και να διαβάζει, παρατηρεί κρυφά μια οικογένεια και αναζητεί απεγνωσμένα την ανθρώπινη επαφή.
Η πρώτη του αντίδραση απέναντι στον κόσμο δεν είναι η βία. Είναι η περιέργεια και η ανάγκη να αγαπηθεί.
Η βία αρχίζει μετά την απόρριψη. Ο Βίκτορ το εγκαταλείπει αμέσως μόλις διαπιστώνει ότι το πείραμά του πέτυχε. Οι άνθρωποι το κυνηγούν λόγω της εμφάνισής του και ο ίδιος ο δημιουργός του αρνείται να του προσφέρει συντροφιά ή θέση στην κοινωνία.
Αυτό είναι το βαθύτερο νόημα του βιβλίου. Το σφάλμα του Φρανκενστάιν δεν περιορίζεται στην αλαζονεία με την οποία επιχειρεί να δημιουργήσει ζωή. Η πραγματική ηθική κατάρρευση έρχεται μετά την επιτυχία: δημιουργεί κάτι ικανό να αισθανθεί και στη συνέχεια αρνείται κάθε ευθύνη για την ύπαρξή του.
Το πλάσμα δεν βγαίνει από το εργαστήριο έτοιμο τέρας. Γίνεται τέρας μέσα σε έναν κόσμο που το εγκαταλείπει.
Το βιβλίο χωρίς το όνομα της δημιουργού του
Ο Πέρσι Σέλεϊ ενθαρρύνει τη Μαίρη να μετατρέψει τη σύντομη ιστορία σε μυθιστόρημα και κάνει διορθώσεις στο χειρόγραφό της. Τα σωζόμενα προσχέδια δείχνουν τη συμβολή του ως προσεκτικού επιμελητή — όχι ως πραγματικού συγγραφέα του έργου.
Ο Frankenstein ή ο σύγχρονος Προμηθέας κυκλοφορεί ανώνυμα τον Ιανουάριο του 1818. Η Μαίρη είναι μόλις 20 ετών.
Το βιβλίο περιλαμβάνει πρόλογο του Πέρσι και είναι αφιερωμένο στον Ουίλιαμ Γκόντγουιν. Πολλοί αναγνώστες και κριτικοί υποθέτουν ότι συγγραφέας είναι ο ίδιος ο Πέρσι. Το όνομα της Μαίρης εμφανίζεται στη δεύτερη έκδοση, το 1823, ενώ το 1831 εκδίδει μια αναθεωρημένη μορφή του μυθιστορήματος και αφηγείται την ιστορία της δημιουργίας του.
Αποκαλεί το βιβλίο «αποτρόπαιο τέκνο» της — ένα πλάσμα που γεννήθηκε από τη φαντασία της και τώρα πρέπει να φύγει μόνο του στον κόσμο.
Η μεταφορά δεν είναι τυχαία. Όπως ο Βίκτορ, έτσι και η Μαίρη έχει δημιουργήσει κάτι που σύντομα ξεπερνά τον άνθρωπο που το έφερε στη ζωή.
Με μία κρίσιμη διαφορά: εκείνη δεν το εγκαταλείπει.
Η προειδοποίηση που επιστρέφει με την τεχνητή νοημοσύνη
Ο Frankenstein δεν αποτελεί κυριολεκτική πρόβλεψη της τεχνητής νοημοσύνης. Το πλάσμα της Σέλεϊ είναι ένα έμβιο και συνειδητό ον, όχι αλγόριθμος, γλωσσικό μοντέλο ή μηχανή.
Το ηθικό σχήμα του βιβλίου, όμως, είναι εντυπωσιακά σύγχρονο.
Ο δημιουργός αφοσιώνεται στην επίλυση του τεχνικού προβλήματος και δεν αφιερώνει σχεδόν καμία σκέψη στις συνέπειες της επιτυχίας του. Θέλει να αποδείξει ότι μπορεί να δημιουργήσει ζωή. Δεν σχεδιάζει τι θα συμβεί εάν πράγματι τα καταφέρει.
Το ίδιο ερώτημα βρίσκεται σήμερα πίσω από την τεχνητή νοημοσύνη, τη γενετική τροποποίηση, τη συνθετική βιολογία και τα αυτόνομα οπλικά συστήματα. Ποιος ευθύνεται όταν ένα δημιούργημα προκαλεί ζημιά; Ο επιστήμονας που συνέλαβε την ιδέα, η εταιρεία που το χρηματοδότησε, οι μηχανικοί που το κατασκεύασαν, εκείνοι που το έθεσαν σε κυκλοφορία ή η κοινωνία που το χρησιμοποίησε;
Η εύκολη απάντηση είναι να κατηγορηθεί το ίδιο το «τέρας».
Αυτή ακριβώς είναι η απάντηση που αρνείται η Σέλεϊ. Η τεχνολογία δεν εμφανίζεται στον κόσμο ανεξάρτητη από τους ανθρώπους που την κατασκευάζουν, τα δεδομένα με τα οποία τη διαμορφώνουν και το περιβάλλον μέσα στο οποίο την αφήνουν να λειτουργήσει. Η επίκληση ενός ανεξέλεγκτου δημιουργήματος μπορεί να μετατραπεί σε βολικό άλλοθι για όσους απέτυχαν να προβλέψουν, να προστατεύσουν ή να αναλάβουν την ευθύνη.
Η δημιουργός που επέζησε από τα δημιουργήματά της
Η ζωή της Μαίρης συνεχίζει να σημαδεύεται από απώλειες. Τρία από τα τέσσερα παιδιά της πεθαίνουν. Το 1822, ο Πέρσι πνίγεται όταν το ιστιοφόρο του βυθίζεται σε καταιγίδα στα ανοικτά της Ιταλίας.
Η Μαίρη είναι μόλις 24 ετών.
Επιστρέφει στην Αγγλία, μεγαλώνει τον μοναδικό γιο που επέζησε και ζει από τη συγγραφή. Εκδίδει μυθιστορήματα, διηγήματα, ταξιδιωτικά έργα και βιογραφίες, ενώ παράλληλα διασώζει και επιμελείται την ποίηση του συζύγου της.
Το 1826 γράφει τον Τελευταίο άνθρωπο, ένα αποκαλυπτικό μυθιστόρημα για μια πανδημία που καταστρέφει τον ανθρώπινο πολιτισμό. Ωστόσο, κανένα έργο της δεν θα αποκτήσει τη δύναμη του πρώτου πλάσματος που συνέλαβε εκείνο το σκοτεινό καλοκαίρι.
Η Μαίρη Σέλεϊ δεν προέβλεψε τους υπολογιστές, τα νευρωνικά δίκτυα ή τη γενετική μηχανική. Είδε κάτι βαθύτερο: ότι κάθε νέα δύναμη μεγαλώνει μαζί με την ευθύνη εκείνου που την απελευθερώνει.
Το πλάσμα άνοιξε το κίτρινο μάτι του το 1816. Το ερώτημα που έθεσε δεν έκλεισε ποτέ το δικό μας.