Το νερό δεν είναι μία ακόμη αρμοδιότητα της Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Είναι βασικό δημόσιο αγαθό, ζήτημα δημόσιας υγείας, προϋπόθεση ανάπτυξης και ένας φυσικός πόρος που, μέσα στις συνθήκες της κλιματικής κρίσης, αποκτά ολοένα μεγαλύτερη αξία.

Γι’ αυτό και η συζήτηση για τη διαχείρισή του δεν μπορεί πλέον να εξαντλείται στο ποιος επισκευάζει μια βλάβη, ποιος λειτουργεί μια γεώτρηση ή ένα αντλιοστάσιο και ποιος εκδίδει τους λογαριασμούς ύδρευσης.

Το θεσμικό πλαίσιο έχει αλλάξει ουσιαστικά.

Σήμερα, είτε πάροχος υπηρεσιών ύδατος είναι μία ΔΕΥΑ είτε ο ίδιος ο Δήμος μέσω της αρμόδιας υπηρεσίας του, καλείται να αποδείξει ότι διαθέτει σχεδιασμό, οργάνωση, στελέχωση, διαδικασίες, τεχνική και οικονομική παρακολούθηση και πραγματική επιχειρησιακή ικανότητα.

Και όλα αυτά δεν αφορούν κάποιο μακρινό μέλλον.

Ισχύουν ήδη. Οι προθεσμίες τρέχουν και ορισμένες έχουν ήδη παρέλθει.

Η διαχειριστική επάρκεια δεν είναι ένας φάκελος δικαιολογητικών.

Εδώ πρέπει να είμαστε ξεκάθαροι.

Δεν μπορεί μία ΔΕΥΑ ή μία δημοτική υπηρεσία ύδρευσης, η οποία δεν διαθέτει το αναγκαίο ανθρώπινο δυναμικό, να θεωρεί ότι θα εξασφαλίσει διαχειριστική επάρκεια απλώς συγκεντρώνοντας έναν φάκελο εγγράφων.

Η διαχειριστική επάρκεια δεν είναι ακόμη ένα πιστοποιητικό.

Η ΡΑΑΕΥ εξετάζει την πραγματική ικανότητα του παρόχου να λειτουργεί και να διαχειρίζεται τις υπηρεσίες ύδατος. Στον φάκελο τεκμηρίωσης εξετάζονται η οργάνωση και η στελέχωση, οι διαδικασίες λειτουργίας, η εξυπηρέτηση των καταναλωτών, η δυνατότητα απόκρισης σε βλάβες, το υδατικό ισοζύγιο, οι απώλειες νερού, η ποιότητα του πόσιμου νερού, οι περιβαλλοντικές υποχρεώσεις, ο στρατηγικός σχεδιασμός και η οικονομική λειτουργία του παρόχου.

Και όλα αυτά απαιτούν ανθρώπους.

Απαιτούν μηχανικούς που γνωρίζουν και παρακολουθούν τις υποδομές. Οικονομολόγους και διοικητικούς που μπορούν να υποστηρίξουν την κοστολόγηση, τους προϋπολογισμούς, τα έσοδα και τον οικονομικό σχεδιασμό. Εξειδικευμένο τεχνικό προσωπικό για την καθημερινή λειτουργία των δικτύων.

Απαιτούν επίσης οργανωμένα μητρώα, πραγματικές μετρήσεις, παρακολούθηση καταναλώσεων, καταγραφή βλαβών και απωλειών, αξιόπιστα στοιχεία και συστηματικό προγραμματισμό.

Μία υπηρεσία ύδρευσης που υπάρχει μόνο στο οργανόγραμμα δεν είναι κατ’ ανάγκη μία υπηρεσία ικανή να διαχειριστεί ένα τόσο κρίσιμο σύστημα.

Ούτε μία ΔΕΥΑ αποκτά διαχειριστική επάρκεια μόνο και μόνο επειδή διαθέτει νομική προσωπικότητα και διοικητικό συμβούλιο.

Η πραγματική διαχειριστική επάρκεια προϋποθέτει πραγματική διοικητική, τεχνική και οικονομική ικανότητα.

Το ΓΣΥΥ είναι ο στρατηγικός χάρτης του νερού

Το δεύτερο κρίσιμο ζήτημα είναι το Γενικό Σχέδιο Υπηρεσιών Ύδατος – ΓΣΥΥ.

Δεν πρόκειται για μία ακόμη μελέτη που συντάσσεται για να τοποθετηθεί σε έναν φάκελο. Είναι το βασικό στρατηγικό εργαλείο του παρόχου υπηρεσιών ύδατος. Μέσα από αυτό αποτυπώνεται η υφιστάμενη κατάσταση των συστημάτων ύδρευσης και αποχέτευσης, εκτιμάται η μελλοντική ζήτηση, εξετάζονται οι πηγές υδροδότησης, οι απώλειες και οι διαρροές, οι απαιτούμενες επενδύσεις, η κοστολόγηση των υπηρεσιών και οι πηγές χρηματοδότησης.

Ο πάροχος καλείται ουσιαστικά να γνωρίζει όχι μόνο τι σύστημα ύδρευσης έχει σήμερα, αλλά και τι σύστημα πρέπει να δημιουργήσει τα επόμενα χρόνια, με ποια έργα, με ποιο κόστος και με ποια χρηματοδότηση.

Για την πρώτη Ρυθμιστική Περίοδο 2025–2029, ο Οδηγός της ΡΑΑΕΥ προβλέπει την υποβολή των ΓΣΥΥ σύμφωνα με τις προθεσμίες του άρθρου 35 του ν. 5037/2023. Για τους παρόχους κάτω των 100.000 κατοίκων η αρχική προθεσμία ήταν η 31η Ιουλίου 2025, ενώ ειδικά για την πρώτη εφαρμογή η ΡΑΑΕΥ δέχθηκε την υποβολή ΓΣΥΥ που αφορούσε το 2025 έως την 31η Οκτωβρίου 2025.

Σήμερα βρισκόμαστε ήδη μέσα στην πρώτη Ρυθμιστική Περίοδο 2025–2029. Επομένως, για έναν πάροχο που δεν έχει ακόμη ολοκληρώσει τον απαιτούμενο στρατηγικό σχεδιασμό, το ΓΣΥΥ δεν είναι μία μελλοντική υποχρέωση. Είναι μία εκκρεμότητα που πρέπει να αντιμετωπιστεί άμεσα. Και αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία, γιατί το ΓΣΥΥ δεν είναι αποκομμένο από τη χρηματοδότηση των έργων.

ΓΣΥΥ, ΕΕΠ και χρηματοδότηση συνδέονται

Εδώ βρίσκεται ίσως το σημαντικότερο σημείο όλης της συζήτησης. Οι νέες υποχρεώσεις δεν θεσπίστηκαν απλώς για να δημιουργηθούν περισσότεροι φάκελοι στις υπηρεσίες.

Το θεσμικό πλαίσιο συνδέει το ΓΣΥΥ και την Ετήσια Έκθεση Προγραμματισμού με την αξιολόγηση των προτάσεων των παρόχων και την υλοποίηση προγραμμάτων μέσω χρηματοδοτικών εργαλείων στον τομέα των υπηρεσιών ύδατος. Αυτό σημαίνει ότι το πραγματικό διακύβευμα δεν είναι αν ένας Δήμος ή μία ΔΕΥΑ θα έχει έναν ακόμη ολοκληρωμένο φάκελο. Το διακύβευμα είναι αν θα μπορεί να διεκδικήσει και τελικά να εξασφαλίσει χρηματοδότηση για τις υποδομές που χρειάζεται ο τόπος.

Μία ώριμη τεχνική μελέτη από μόνη της δεν αρκεί. Χρειάζεται ο ίδιος ο πάροχος να είναι θεσμικά, οργανωτικά και διαχειριστικά έτοιμος. Γιατί άλλο είναι να υπάρχει μία χρηματοδοτική πρόσκληση και άλλο να είσαι σε θέση να αξιοποιήσεις τα χρήματα που διαθέτει.

Οι ημερομηνίες του 2026 δεν αφήνουν περιθώρια εφησυχασμού

Για τη διαχειριστική επάρκεια, το 2026 προβλέφθηκαν δύο κύκλοι υποβολής. Ο πρώτος κύκλος είχε αρχικά οριστεί από 20 Μαΐου έως 6 Ιουλίου 2026. Με την παράταση που δόθηκε, η διαδικασία έφθασε έως την 31η Ιουλίου 2026. Αυτός ο κύκλος έχει πλέον ολοκληρωθεί. Απομένει ο δεύτερος κύκλος υποβολής του 2026:

1 έως 15 Δεκεμβρίου 2026.

Και η ημερομηνία αυτή έχει ιδιαίτερη βαρύτητα. Με βάση τον Οδηγό της ΡΑΑΕΥ, για τα επόμενα έτη έως το 2029 προβλέπεται ετήσιος κύκλος υποβολής από 1 έως 15 Δεκεμβρίου. Συνεπώς, εάν ένας πάροχος δεν αξιοποιήσει τον κύκλο του Δεκεμβρίου 2026, ο επόμενος τακτικός κύκλος βρίσκεται τον Δεκέμβριο του 2027.

Μπορεί δηλαδή να χαθεί ένας ολόκληρος χρόνος.

Και υπάρχει μία ακόμη ημερομηνία που προηγείται.

Η Ετήσια Έκθεση Προγραμματισμού – ΕΕΠ για το 2027 πρέπει να υποβληθεί έως τις 31 Οκτωβρίου 2026.

Άρα, μέσα στους αμέσως επόμενους μήνες, υπάρχουν δύο εξαιρετικά κρίσιμα ορόσημα:

31 Οκτωβρίου 2026 για την ΕΕΠ του 2027 και 1–15 Δεκεμβρίου 2026 για τον δεύτερο κύκλο διαχειριστικής επάρκειας.

Αυτές δεν είναι απλές ημερομηνίες ενός διοικητικού ημερολογίου. Είναι προθεσμίες που μπορούν να καθορίσουν το επίπεδο ετοιμότητας ενός παρόχου για τα επόμενα χρόνια.

Οι χρηματοδοτήσεις υπάρχουν τώρα

Και όλα αυτά συμβαίνουν σε μία περίοδο κατά την οποία υπάρχουν σημαντικές χρηματοδοτικές δυνατότητες για έργα ύδρευσης. Στην Περιφέρεια Δυτικής Ελλάδας βρίσκεται σε εξέλιξη πρόσκληση για «Έργα ενίσχυσης της ανθεκτικότητας και ασφάλειας των υδάτων Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδας», συνολικού προϋπολογισμού 25 εκατ. ευρώ, με δυνατότητα συμμετοχής Δήμων και ΔΕΥΑ. Είναι μία χρηματοδοτική ευκαιρία για κρίσιμες υποδομές νερού. Και εδώ αποδεικνύεται στην πράξη γιατί η προετοιμασία δεν μπορεί να ξεκινά την ημέρα που δημοσιεύεται μία πρόσκληση.

Η χρηματοδότηση πρέπει να βρίσκει τον Δήμο έτοιμο.

Με καταγεγραμμένες ανάγκες. Με ώριμες μελέτες. Με προτεραιοποιημένα έργα.

Με αξιόπιστα στοιχεία. Με ΓΣΥΥ και ετήσιο προγραμματισμό. Με οργανωμένη υπηρεσία. Με τεχνική και οικονομική ικανότητα. Με διαχειριστική επάρκεια.

Διαφορετικά, μπορεί να υπάρχουν διαθέσιμα εκατομμύρια ευρώ και ο τόπος να μην είναι σε θέση να τα αξιοποιήσει.

Και τότε το κόστος δεν είναι γραφειοκρατικό.

Το κόστος είναι ένα δίκτυο που δεν αντικαταστάθηκε. Μία δεξαμενή που δεν κατασκευάστηκε. Ένα σύστημα τηλεμετρίας που δεν εγκαταστάθηκε. Χιλιάδες κυβικά μέτρα νερού που εξακολουθούν να χάνονται. Ένα έργο που θα μπορούσε να χρηματοδοτηθεί και τελικά δεν χρηματοδοτήθηκε.

Το νερό δεν είναι υπόθεση μιας παράταξης

Σε αυτό το σημείο υπάρχει και μία ευρύτερη ευθύνη της ίδιας της Αυτοδιοίκησης.

Υπάρχουν θέματα στα οποία η πολιτική αντιπαράθεση είναι απολύτως θεμιτή. Υπάρχουν όμως και ζητήματα που ξεπερνούν μία δημοτική περίοδο και τα όρια μιας παράταξης.

Το νερό είναι ένα από αυτά.

Η δημοτική αρχή έχει την ευθύνη της διοίκησης και των αποφάσεων.

Η αντιπολίτευση έχει την ευθύνη του ελέγχου, της κριτικής αλλά και της πρότασης.

Οι υπηρεσίες έχουν την ευθύνη της επιστημονικής, διοικητικής και τεχνικής τεκμηρίωσης.

Αλλά ο τόπος είναι κοινός.

Και σε ζητήματα τέτοιας σημασίας πρέπει να μπορούμε να ξεχωρίζουμε το ουσιώδες από το πρόσκαιρο. Να αντιλαμβανόμαστε πότε μία προθεσμία, μία πιστοποίηση, μία μελέτη ή μία χρηματοδοτική πρόσκληση μπορεί να καθορίσει έργα εκατομμυρίων ευρώ και υποδομές που θα υπηρετούν τους πολίτες για δεκαετίες. Αν αναλωνόμαστε σε ό,τι είναι πρόσκαιρο και αφήνουμε να περνούν τέτοιες προθεσμίες, τότε δεν αδικούμε έναν Δήμαρχο ή μία δημοτική παράταξη.

Αδικούμε τον ίδιο τον τόπο.

Γιατί όταν χάνεται μία χρηματοδοτική ευκαιρία, δεν χάνει η πλειοψηφία.

Όταν ένα δίκτυο συνεχίζει να χάνει νερό επειδή δεν έγινε εγκαίρως η απαιτούμενη επένδυση, δεν χάνει η αντιπολίτευση.

Χάνουν οι πολίτες.

Και θα ήταν πραγματικά αδικαιολόγητο, μπροστά σε ένα τόσο σοβαρό ζήτημα, να τυρβάζουμε περί άλλα, αφήνοντας να περνούν ευκαιρίες που μπορεί να μην επιστρέψουν.

Όμως η Κεντρική Διοίκηση έχει τη δική της μεγάλη ευθύνη

Θα ήταν όμως εξίσου άδικο —και κυρίως ανακριβές— να μεταφερθεί ολόκληρη η ευθύνη στους Δήμους και στις ΔΕΥΑ.

Η Πολιτεία νομοθέτησε ένα ιδιαίτερα απαιτητικό πλαίσιο για τη διαχείριση των υπηρεσιών ύδατος.

Και σωστά ζητά καλύτερη διαχείριση.

Σωστά απαιτεί σχεδιασμό, υδατικά ισοζύγια, παρακολούθηση απωλειών, ποιότητα νερού, οικονομική βιωσιμότητα, περιβαλλοντική συμμόρφωση, επενδυτικό προγραμματισμό και διαχειριστική επάρκεια.

Υπάρχει όμως ένα απλό και αμείλικτο ερώτημα:

Με ποιους ανθρώπους θα γίνουν όλα αυτά;

Δεν μπορεί η Κεντρική Διοίκηση από τη μία πλευρά να αυξάνει τις απαιτήσεις και τις υποχρεώσεις των Δήμων και από την άλλη να τους αφήνει να λειτουργούν με υποστελεχωμένες Τεχνικές και Οικονομικές Υπηρεσίες. Δεν μπορεί να ζητά από έναν Δήμο υδατικά ισοζύγια, τεχνικό και οικονομικό σχεδιασμό, επενδυτικά προγράμματα, ψηφιακά δεδομένα, παρακολούθηση δικτύων, κοστολόγηση και δεκάδες δείκτες και ταυτόχρονα η πρόσληψη ενός μηχανικού ή ενός οικονομολόγου να περνά μέσα από χρονοβόρες, πολυσταδιακές διαδικασίες που μπορεί να απαιτούν πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα.

Δεν μπορεί οι υποχρεώσεις να είναι fast track και η στελέχωση να παραμένει slow motion.

Αυτή η αντίφαση πρέπει να αντιμετωπιστεί.

Ιδιαίτερα για κρίσιμες ειδικότητες όπως οι μηχανικοί, οι οικονομολόγοι, τα στελέχη πληροφορικής και το εξειδικευμένο τεχνικό προσωπικό ύδρευσης και αποχέτευσης, η Πολιτεία θα έπρεπε να έχει προτάξει ειδικές διαδικασίες ταχείας στελέχωσης – fast track, με συγκεκριμένα χρονοδιαγράμματα και προτεραιότητα στους Δήμους και στους φορείς που αποδεδειγμένα παρουσιάζουν σοβαρές ελλείψεις προσωπικού.

Και δεν πρόκειται μόνο για περισσότερες προσλήψεις.

Χρειάζεται ένα εθνικό σχέδιο ενίσχυσης της διοικητικής και τεχνικής ικανότητας της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, ιδίως των μικρών και μεσαίων Δήμων που καλούνται να ανταποκριθούν στις ίδιες περίπου θεσμικές απαιτήσεις χωρίς να διαθέτουν τους ανθρώπινους πόρους μεγαλύτερων οργανισμών.

Διότι η μεταρρύθμιση δεν ολοκληρώνεται όταν δημοσιεύεται ένας νόμος ή μία κανονιστική απόφαση. Ολοκληρώνεται όταν εκείνος που καλείται να την εφαρμόσει διαθέτει και τα μέσα για να το κάνει.

Η ευθύνη είναι κοινή – αλλά ο χρόνος δεν είναι απεριόριστος

Η Αυτοδιοίκηση έχει τη δική της ευθύνη.

Να οργανωθεί. Να προγραμματίσει. Να συνεργαστεί. Να προετοιμάσει και να ωριμάσει έργα. Να αξιοποιήσει τις προθεσμίες που απομένουν. Να μην αφήσει να χαθούν χρηματοδοτικές ευκαιρίες.

Η Πολιτεία όμως έχει εξίσου σοβαρή ευθύνη.

Να σταματήσει να νομοθετεί υποχρεώσεις χωρίς ταυτόχρονα να εξασφαλίζει τις πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής τους. Να δώσει στους Δήμους τα εργαλεία και, κυρίως, τους ανθρώπους που απαιτεί από αυτούς να διαθέτουν.

Γιατί η διαχειριστική επάρκεια δεν δημιουργείται με μία υπουργική απόφαση.

Δεν εξασφαλίζεται με ένα οργανόγραμμα.

Και δεν αποδεικνύεται ουσιαστικά με έναν καλοφτιαγμένο φάκελο.

Η διαχειριστική επάρκεια χτίζεται.

Χτίζεται με ανθρώπους, γνώση, εμπειρία, δεδομένα, οργάνωση και συνέχεια.

Και όταν μιλάμε για το νερό, δεν έχουμε πλέον την πολυτέλεια ούτε της αδράνειας ούτε της γραφειοκρατικής καθυστέρησης.

Όταν οι υποχρεώσεις είναι επείγουσες, επείγουσα πρέπει να είναι και η στελέχωση.

Γιατί τελικά η ευθύνη είναι κοινή:

της Αυτοδιοίκησης να είναι έτοιμη και της Πολιτείας να της δώσει πραγματικά τη δυνατότητα να είναι.

Και πάνω απ’ όλους βρίσκεται ο πολίτης και ο τόπος.

Γιατί το νερό δεν περιμένει. Και οι χαμένες χρηματοδοτικές ευκαιρίες δύσκολα επιστρέφουν.

Νίκη Κοκκαλιάρη

Πολιτικός Μηχανικός M.Sc