Νέα έρευνα υποστηρίζει ότι η λήψη φωτογραφιών και screenshots (στιγμιότυπο οθόνης) μπορεί να αποδυναμώνει τη μνήμη.
Βγάζουμε φωτογραφίες για να διατηρήσουμε ζωντανές τις στιγμές που δεν θέλουμε να ξεχάσουμε. Από ένα ταξίδι ή ένα ηλιοβασίλεμα μέχρι ένα πάρτι, μια σημαντική στιγμή ή ένα απλό καθημερινό στιγμιότυπο, η κάμερα του κινητού μας καταγράφει πλέον σχεδόν τα πάντα. Κι όμως, η διαρκής καταγραφή των στιγμών της καθημερινότητάς μας μπορεί να έχει το αντίθετο αποτέλεσμα. Η ίδια η πράξη της φωτογράφισης ενδέχεται να επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο αποθηκεύουμε και αργότερα ανακαλούμε μια εμπειρία.
Πρόσφατη μελέτη που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Memory & Cognition» προσθέτει νέα στοιχεία, δείχνοντας ότι η λήψη στιγμιότυπων οθόνης επηρέασε αρνητικά τη μνήμη των συμμετεχόντων σε επτά διαφορετικά πειράματα.
Η θεωρία ότι η συνεχής φωτογράφιση μπορεί να αποδυναμώνει τη μνήμη μας δεν είναι κάτι καινούργιο- το φαινόμενο έχει καταγραφεί σε έρευνες εδώ και δεκαετίες. Ωστόσο, ο ακριβής λόγος για τον οποίο εμφανίζεται το λεγόμενο «photo-taking impairment effect», δηλαδή η αρνητική επίδραση της λήψης φωτογραφιών στη μνήμη, παραμένει ασαφής.
Οι επιστήμονες έχουν προτείνει αρκετές πιθανές εξηγήσεις. Μία από αυτές υποστηρίζει ότι η χρήση της κάμερας ή του κινητού μπορεί να αποσπά την προσοχή ή να μας αποσυνδέει από όσα συμβαίνουν γύρω μας, με αποτέλεσμα ο εγκέφαλος να αφιερώνει λιγότερους πόρους στην κωδικοποίηση της ίδιας της εμπειρίας στη μνήμη μας.
Η επικρατέστερη υπόθεση, ωστόσο, είναι αυτή που ονομάζεται «γνωστική εκφόρτωση» (cognitive offloading). Με απλά λόγια, ο εγκέφαλος μπορεί να καταβάλλει λιγότερη προσπάθεια για να αποθηκεύσει μια πληροφορία, όταν «γνωρίζει» ότι αυτή έχει ήδη καταγραφεί με τη μορφή φωτογραφίας.
Και φαίνεται πως δεν έχει ιδιαίτερη σημασία αν αυτή η διαδικασία είναι συνειδητή ή ασυνείδητη. Πρόκειται για μηχανισμό παρόμοιο με το λεγόμενο «φαινόμενο Google» (Google effect): γιατί να μπεις στη διαδικασία να αποθηκεύσεις μια πληροφορία στη μνήμη σου, όταν μπορείς να τη βρεις μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα στο διαδίκτυο; Γι’ αυτό και πολλοί άνθρωποι δεν απομνημονεύουν πλέον αριθμούς τηλεφώνου, αλλά ανατρέχουν στη λίστα επαφών που είναι αποθηκευμένη στο κινητό τους.
Τι έδειξαν τα πειράματα
Για να εξετάσει αυτές τις θεωρίες, η ερευνητική ομάδα του Πανεπιστημίου Binghamton στρατολόγησε 892 συμμετέχοντες οι οποίοι συμμετείχαν σε επτά πειράματα. Σε όλα τα πειράματα, ωστόσο, τα αποτελέσματα ήταν σε γενικές γραμμές τα ίδια.
Οι συμμετέχοντες παρουσίαζαν σταθερά χειρότερες επιδόσεις στα τεστ μνήμης αφού είχαν τραβήξει φωτογραφίες. Στο πρώτο πείραμα, οι συμμετέχοντες είδαν 44 φωτογραφίες έργων τέχνης και κλήθηκαν είτε να τις αποθηκεύσουν στο κινητό τους ως στιγμιότυπο οθόνης, είτε απλώς να την παρατηρήσουν. Στη συνέχεια, υποβλήθηκαν σε τεστ μνήμης όπου κλήθηκαν να αναγνωρίσουν τις αρχικές εικόνες ανάμεσα σε τρεις παρόμοιες εκδοχές της καθεμιάς. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι οι συμμετέχοντες δυσκολεύονταν περισσότερο να ανακαλέσουν το περιεχόμενο που είχαν καταγράψει.
Στη δεύτερη δοκιμή, το τεστ μνήμης περιλάμβανε ένα επιπλέον ερώτημα: οι συμμετέχοντες έπρεπε να θυμηθούν αν είχαν δει κάθε εικόνα ή αν την είχαν αποθηκεύσει ως στιγμιότυπο οθόνης. Διαπιστώθηκε ότι οι συμμετέχοντες θυμόντουσαν λιγότερα στοιχεία από τις εικόνες που είχαν αποθηκεύσει σε σχέση με εκείνες που είχαν απλώς δει.
Η «γνωστική εκφόρτωση» στο επίκεντρο
Σε μεταγενέστερα πειράματα, οι ερευνητές εξέτασαν τι συνέβαινε όταν οι συμμετέχοντες γνώριζαν εκ των προτέρων ότι θα υποβάλλονταν σε τεστ μνήμης και ότι θα είχαν τη δυνατότητα να ξαναδούν τα στιγμιότυπα που είχαν τραβήξει.
Σε κάποιους είπαν ότι το τεστ θα γινόταν μέσα σε 30 λεπτά, ενώ άλλοι ενημερώθηκαν ότι θα επέστρεφαν έναν μήνα αργότερα για την αξιολόγηση. Στην πραγματικότητα, όμως, και οι δύο ομάδες υποβλήθηκαν στο τεστ 10 λεπτά μετά την προβολή των εικόνων. Οι ερευνητές υπέθεταν ότι όσοι πίστευαν πως θα μεσολαβούσε μεγαλύτερο χρονικό διάστημα μέχρι το τεστ, θα βασίζονταν περισσότερο στη γνωστική εκφόρτωση από εκείνους που γνώριζαν ότι θα εξεταστούν αμέσως.
Ωστόσο, το αποτέλεσμα ήταν διαφορετικό. Οι δύο ομάδες παρουσίασαν ελάχιστες διαφορές. Και στις δύο περιπτώσεις, οι συμμετέχοντες εμφάνισαν ασθενέστερη μνήμη για τις εικόνες που είχαν αποθηκεύσει ως στιγμιότυπα σε σύγκριση με εκείνες που είχαν απλώς παρατηρήσει.
«Συνοψίζοντας, η παρούσα μελέτη υποδηλώνει μια έντονη εξασθένιση της μνήμης που συνδέεται με τη λήψη στιγμιότυπων οθόνης, ενώ παρατηρήθηκαν μόνο μέτρια οφέλη για τη μετέπειτα μάθηση, υπό πολύ συγκεκριμένες συνθήκες και με συγκεκριμένους δείκτες μέτρησης της απόδοσης της μνήμης», καταλήγουν οι συγγραφείς της μελέτης.
Πηγή: Science Alert