Έχοντας διαγράψει μια πορεία που εκτείνεται σε περισσότερες από έξι δεκαετίες, ο Σωτήρης Σόρογκας ανοίγει το εργαστήριό του και μιλά για τη ζωή, τη ζωγραφική, τον Γιάννη Μόραλη και την ελληνική πνευματική παράδοση.

Δεν είναι εύκολο να αποφασίσεις που να αρχίσεις να κοιτάζεις, μόλις περάσεις το κατώφλι του εργαστηρίου του Σωτήρη Σόρογκα. Βιβλία που υψώνονται σε κάθε γωνιά του χώρου, έργα που βρίσκονται σε αναμονή, περιμένοντας την επόμενη πινελιά, φωτογραφίες της αγαπημένης του κόρης, Εριφύλης, επιστολές της Κικής Δημουλά, του Μάνου Ελευθερίου και του Γιώργου Σεφέρη, όπου με υποδειγματική ιερότητα διατηρεί στο αρχείο του, φωτογραφίες των μαθητών του από τη σχολή αρχιτεκτόνων του Ε.Μ.Πολυτεχνείου, που ακόμη και μετά την συνταξιοδότησή τους, συνεχίζουν να τον επισκέπτονται με περισσή αγάπη, κατάλογοι εκθέσεων και πορτραίτα όλων «εκείνων που μας παίδεψαν• και που βαραίνουν μέσα μας πιο πολύ», όπως λέει και ο ποιητής.

Και κάπως έτσι, μέσα σε λίγα λεπτά, ο χώρος που δουλεύει ο Σωτήρης Σόρογκας, μοιάζει να μεταμορφώνεται σε πολλά περισσότερα από ένα απλό εργαστήριο ζωγράφου. Με έναν χώρο όπου η ελληνική πνευματική ζωή των τελευταίων εξήντα χρόνων εξακολουθεί να αναπνέει σιωπηλά και να συνομιλεί τόσο με την αισθητική, όσο και με την πηγή της εμπνεύσεως του.

Ο ίδιος, κινείται ανάμεσα σε όλα αυτά χωρίς την παραμικρή διάθεση επίδειξης. Σαν να μην πρόκειται για προσωπικά του κειμήλια αλλά για αντικείμενα που εξακολουθούν να έχουν θέση στην καθημερινότητά του.

Είναι από εκείνες τις σπάνιες συναντήσεις όπου, πολύ γρήγορα, η ιδιότητα του δημοσιογράφου υποχωρεί μπροστά στην ιδιότητα του ακροατή. Ο Σωτήρης Σόρογκας αφηγείται τη ζωή του με μια γενναιοδωρία, που δύσκολα συναντά κανείς σήμερα.

Μιλάει για τους δασκάλους του αλλά και τους ανθρώπους που τον διαμόρφωσαν με την ίδια τρυφερότητα που μιλάει για τη ζωγραφική, χωρίς ποτέ να ξεχωρίζει το έργο από τη ζωή κι όταν η συζήτηση φτάνει στο τέλος της, σηκώνεται αθόρυβα, διαλέγει μερικά από τα βιβλία του, τα ανοίγει στην πρώτη σελίδα και γράφει, με το γνώριμο, εκ βαθέων ύφος του, μια προσωπική αφιέρωση.

Πινέλα εν αναμονή για το επόμενο έργο

Λίγο αργότερα και ξεφυλλίζοντας το βιβλίο του, στο μυαλό μου επιστρέφει διαρκώς μου μια φράση του, που στα εφηβικά μου χρόνια με είχε σημαδέψει: «Ένας από τους λόγους που λυπάμαι που θα πεθάνω είναι που δεν θα μπορώ να διαβάσω ξανά». Κοιτάζοντας ξανά εκείνον τον χώρο, είναι εύκολο να καταλάβει κανείς ότι τα βιβλία δεν είναι απλώς η βιβλιοθήκη ενός ζωγράφου, αλλά η πιο αντιπροσωπευτική πινελιά στο πορτρέτο του ίδιου του Σωτήρη Σόρογκα.

Κύριε Σόρογκα, ανήκετε στην καθοριστική μεταπολεμική γενιά που εμφανίστηκε στα εικαστικά πράγματα τη δεκαετία του ’60. Πώς βιώσατε εκείνη την περίοδο της έντονης πολιτικής και πνευματικής αναζήτησης στην Αθήνα και ποιοι σταθμοί καθόρισαν την πορεία σας;

Αναλογιζόμενος εκείνα τα χρόνια της πράγματι έντονης, ανήσυχης αλλά και περιέργως ελπιδοφόρας εποχής, θυμάμαι τις απειλητικές δυσκολίες της επιβιώσεως από μια τέχνη που ποτέ δε σου υπόσχεται τίποτα. Ωστόσο, τα χρόνια εκείνα ήταν γόνιμα και ευτυχισμένα με κορυφώσεις ιδεολογικών και καλλιτεχνικών προβληματισμών με διαβάσματα και καλλιτεχνικούς ονειροφόρους ορίζοντες.

Μετά το στρατό, το ’63, άρχισε μια ιδιάζουσα πύκνωση δραστηριοτήτων. Ήμουν σαν κάποιος που ανακαλύπτει σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής, ένα κρυμμένο θαύμα. Αυτή η έκπληξη με συνοδεύει ακόμα και σήμερα για αυτό η συνείδηση πώς πέρασε η ζωή μεγαλώνει τη θλίψη της αναχωρήσεως.

Σπουδάσατε στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών με δασκάλους όπως ο Γιάννης Μόραλης. Τι κουβαλάτε ακόμα μέσα σας από τη διδασκαλία του Μόραλη και πώς καταφέρατε να αποστασιοποιηθείτε από τη δική του τεράστια εικαστική ματιά και να βρείτε τη δική σας απόλυτα αναγνωρίσιμη και γοητευτική φωνή;

Ο Μόραλης ήταν ένας εξαιρετικά σπουδαίος δάσκαλος με απίστευτες γνώσεις μιας δύσκολης τέχνης όπως η ζωγραφική. Γνώριζε πολλά για το πώς συγκροτείται μια σύνθεση από σχήματα των χρωμάτων και του φωτός, των οποίων η αποκάλυψη σου άνοιγε θύρες δημιουργικότητος, αν η επιθυμία σου ήταν να εκφραστείς. Γνώριζε, δηλαδή νόμους και κανόνες αυτών των συνθέσεων. Μιλούσε για απλοποιήσεις επιφανειών, μυστικές ανταποκρίσεις σημείων στη σύνθεση, χρωματικές αρμονίες και ειδικές χρήσεις του φωτός.

Να πράττει ο καθένας, ό,τι δε θα τον κάνει να ντρέπεται αργότερα.

Η διδασκαλία αυτή ήταν των ανοικτών οριζόντων, για αυτό και κανένας δε αντέγραφε τη ζωγραφική του δασκάλου. Νομίζω ότι ελάχιστοι μαθητές του τον μιμήθηκαν. Προσπάθησα να συνεχίσω κι εγώ τη διδασκαλία του στα 40 χρόνια που δίδαξα στη Σχολή Αρχιτεκτόνων. Μια περιληπτική καταγραφή αυτής της διδασκαλίας, πριν δημοσιευθεί, έδωσα στο Μόραλη να διαβάσει, για να διαπιστώσω αν συμφωνούσε. Θυμάμαι με συγκίνηση τη τελευταία αυτή συνάντησή μας στο Μουσείο Μπενάκη, λίγους μήνες πριν αναχωρήσει. Ήταν μαζί μου η Βάσω Κυριάκη και ο Αντώνης Κυριακούλης.

Για δεκαετίες διδάξατε Σχέδιο και Χρώμα στην Αρχιτεκτονική Σχολή του ΕΜΠ. Πώς λειτούργησε αυτή η διαρκής επαφή με τους νέους;

Η επαφή μου με τους σπουδαστές της Αρχιτεκτονικής Σχολής υπήρξε από τα πλέον ευτυχή συμβάντα στη ζωή μου. Η αγάπη και το ενδιαφέρον μου για αυτούς ήταν αληθινά μεγάλα, γεγονός που δημιουργούσε αμοιβαιότητα. Είχα καλέσει και τον Δημήτρη Μυταρά να τους κάνει λίγα μαθήματα σαν επισκέπτης καθηγητής και χωρίς να συνεννοηθούμε, αναφέρθηκε και εκείνος, σαν μαθητής του Μόραλη, ακριβώς στην ίδια διδασκαλία.

Το 1972 λάβατε την ετήσια χορηγία του Ιδρύματος Ford, γεγονός που σας επέτρεψε να ταξιδέψετε και να μελετήσετε τη σύγχρονη τέχνη στη Νέα Υόρκη και την Ευρώπη. Πώς επέδρασε αυτή η διεθνής εμπειρία σε μια περίοδο που η Ελλάδα βρισκόταν υπό το καθεστώς της Δικτατορίας;

Για την Ευρωπαϊκή τέχνη φροντίζαμε να μαθαίνουμε ήδη από τα σπουδαστικά μας χρόνια και αρκετοί από μας είχαν ήδη πάει στο Παρίσι και την Ιταλία. Η Χούντα, πιστεύω ότι δε σταμάτησε την επιθυμία μας να εκφραστούμε. Αντιθέτως, ενέτεινε τη δραστηριότητα μας δοκιμάζοντας τα όρια μιας ακίνδυνης, ει δυνατόν, μορφής αντιστάσεως. Άλλοι έφευγαν έξω.

Στα θέματα της ζωγραφικής μου προσπαθώ να μεταγγίσω, μέσω εξομολογήσεως, το πώς υπάρχει ο κόσμος για εμένα.

Η χορηγία του ιδρύματος Ford, δόθηκε σχεδόν πάντοτε, περιέργως, σε πρόσωπα ή ιδρύματα με «αντιστασιακό» χαρακτήρα. Η αείμνηστη Καίτη Μυριβήλη ήταν στην Ελλάδα ο κύριος κριτής αυτών των επιλογών. Της άρεσε η εργασία μου την οποία είχα μόλις παρουσιάσει στην πρώτη μου έκθεση. Με τη χορηγία αυτή, επισκέφθηκα τα σπουδαιότερα μουσεία στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ και γνώρισα ανθρώπους του συναφιού.

Πιστεύω πως η εμπειρία μου αυτή στάθηκε γόνιμη για τη συνέχεια της εργασίας μου. Την Μυριβήλη δεν τη γνώριζα, αλλά έκτοτε γίναμε καλοί φίλοι και έτσι είχα την τύχη να συναντήσω στις υπέροχες βραδινές συναντήσεις μας στο σπίτι της, τον Μαρωνίτη, τον Ταχτσή, τον Ζογγολόπουλο, τον Καρά, τον Κεχαΐδη, τον Λευτέρη Πούλιο και πολλούς ακόμα.

Τα έργα σας, είτε πρόκειται για τα παλιά σκουριασμένα μέταλλα, τα θαλασσόξυλα, τις πέτρες, είτε για τα πηγάδια, είναι μια σπουδή πάνω στη φθορά και το πέρασμα του χρόνου. Τι σας οδήγησε στο να επιλέξατε να δώσετε «φωνή» σε αντικείμενα που η κοινωνία θεωρεί άχρηστα ή εγκαταλελειμμένα;

Είναι δύσκολο να μιλήσει κανείς για τέτοιες ιδιαιτερότητες οι οποίες, όπως νομίζω, πηγάζουν από τον ψυχισμό του καθενός μας και τον τρόπο με τον οποίο ερμηνεύει τη ζωή. Δε διστάζω να σας πω ότι η αγάπη μου για τη ζωή ίσως και να ξεπερνάει το μέτρο, αφού η ματιά μου συντροφεύει σχεδόν πάντοτε θνήσκοντα πράγματα, κοντά στην απώλεια. Φέρτε στο νου σας ό,τι θυμάστε από αυτά που ζωγράφισα. Ακόμα και τα πορτρέτα είναι σαν επιτύμβια.

Το λευκό χρώμα, ή μάλλον το «αρνητικό» του λευκού καμβά, είναι ένας συν-πρωταγωνιστής στο έργο σας. Τι συμβολίζει για εσάς;

Είναι το αιώνιο παιχνίδι του φωτός με το σκότος. Η αμφισημία και το δισυπόστατο. Είναι το αγγελικό και μαύρο φως στην ποίηση του Σεφέρη, του Κάλβου, των βυζαντινών εικόνων και της αρχαίας τραγωδίας. Είναι ο καμβάς πάνω στον οποίο νομίζω ότι συνομιλεί ολόκληρη η τέχνη. Στα θέματα της ζωγραφικής μου προσπαθώ να μεταγγίσω, μέσω εξομολογήσεως, το πώς υπάρχει ο κόσμος για εμένα.

Είναι εύκολο να καταλάβει κανείς ότι τα βιβλία δεν είναι απλώς η βιβλιοθήκη ενός ζωγράφου, αλλά η πιο αντιπροσωπευτική πινελιά στο πορτρέτο του ίδιου του Σωτήρη Σόρογκα.

Η ζωγραφική σας έχει μια βαθιά ποιητική και φιλοσοφική διάσταση, που πολλοί συνδέουν με την ελληνικότητα του Σεφέρη ή του Ελύτη. Αισθάνεστε ένας «ποιητής που ζωγραφίζει»;

Θα ήμουν ευτυχής εάν η εργασία μου έχει «μια βαθιά ποιητική και φιλοσοφική διάσταση» που συνδέεται, όπως λέτε, με την ελληνικότητα των δυο μεγάλων μας ποιητών. Πιστεύω ότι κάθε άνθρωπος που ζωγραφίζει, καταγράφει με τον τρόπο του μια εξομολόγηση του ψυχισμού του. Αυτό αντανακλάται στο έργο του, στο οποίο ταυτόχρονα επιδρούν διάφορα άλλα στοιχεία και περιστατικά. Αυτά, αρκετές φορές, τροποποιούν το σύνολο της προσπάθειάς του, αλλά και τη δυνατότητά του να αφηγηθεί τον κόσμο του.

Εκπροσωπήσατε την Ελλάδα στην Μπιενάλε του Σάο Πάολο το 1981 και το έργο σας έχει ταξιδέψει σε διεθνείς εκθέσεις. Πώς αντιλαμβάνονται οι ξένοι θεατές αυτή την τόσο εσωτερική, σχεδόν «ασκητική» ελληνικότητα των πινάκων σας;

Η ερώτηση σας νομίζω ότι απαιτεί απαντήσεις μιας εκλεπτυσμένης οπτικής για το αν και το πώς σε ένα μη ελληνικό κοινό λειτουργούν, άλλα κριτήρια που θα καθόριζαν την επικοινωνία του κοινού αυτού με τη ζωγραφική.

Πιστεύω ότι ένα τέτοιο κοινό είναι ανύπαρκτο ή εξαιρετικά σπάνιο λόγω χρόνιων εθισμών σε μια εμπορευματοποιημένη, λαϊκή, κιτς κουλτούρα που δεσπόζει προβαλλόμενη σε όλα σχεδόν τα μουσεία μοντέρνας τέχνης. Θα παρατηρήσατε και εσείς ότι η ζωγραφική σχεδόν απουσιάζει από αυτά. Σήμερα, νομίζω ότι λίγοι έχουν μείνει πιστοί σε αυτή την υπέροχη τέχνη των αποχρώσεων, των υπαινιγμών, των τρυφερών αισθημάτων και των στοχαστικών νοημάτων.

Τα μνημειώδη «κάρα» στον σταθμό του Μετρό «Λαρίσης» αποτελούν καθημερινό σημείο συνάντησης για χιλιάδες πολίτες. Πώς αισθάνεται ένας καλλιτέχνης όταν το έργο του βγαίνει από τη σιωπή του ατελιέ και της γκαλερί και γίνεται μέρος του δημόσιου χώρου και του καθημερινού βίου των ανθρώπων;

Θυμάμαι, ήμουν πολύ ευτυχής με την πρόταση του Μετρό να εκτεθούν εκεί έργα μου. Ήταν μια καλή ευκαιρία για έναν διάλογο της εργασίας μου, όχι μόνο με φιλότεχνους αλλά με κάθε πολίτη, που χωρίς καν να το επιθυμεί βρίσκεται μπροστά σε ένα έργο τέχνης.

Το θέμα για αυτά τα έργα το θεώρησα εξαιρετικά κατάλληλο. Οι παλιοί τρόποι μεταφοράς, ένα τρένο, ένα τραμ, ένα κάρο, θα θύμιζαν την αναπόφευκτη μοίρα των πάντων. Ίσως άλλωστε αυτή η υπόμνηση να συνιστά και τον αρχικό, τον βασικό πυρήνα όσων ζωγράφιζα τόσα χρόνια στη ζωή μου. Όσο για την αναγνώριση που ευγενικά αναφέρεστε, πάντοτε αυτή η ερώτηση με έβρισκε εν απορία

Έχετε εκφράσει συχνά τις ανησυχίες σας για την πορεία του σύγχρονου πολιτισμού. Σε μια εποχή απόλυτης ψηφιοποίησης, ταχύτητας και εφήμερης εικόνας, τι μπορεί να προσφέρει η ζωγραφική;

Πιστεύω ότι η ζωγραφική είναι μια εξόχως πνευματική τέχνη με άπειρες εκφραστικές δυνατότητες. Άλλωστε η ίδια η ιστορία του ανθρώπου είναι ταυτισμένη μαζί της. Διότι, έβρισκε τον τρόπο να αφηγηθεί και να υποστασιώσει, κάθε ανάγκη, κάθε θρησκεία, κάθε ιδεολογία, κάθε κουλτούρα.

Σήμερα, νομίζω ότι λίγοι έχουν μείνει πιστοί σε αυτή την υπέροχη τέχνη των αποχρώσεων, των υπαινιγμών, των τρυφερών αισθημάτων και των στοχαστικών νοημάτων.

Στις μέρες μας «η κυριαρχία της εφήμερης εικόνας» όπως λέτε, έχει καταστήσει τη ζωγραφική, με την πυκνότητα των νοηματοδοτήσεων και της συγκίνησης που τη συνιστά, άβατη στην επικοινωνία της. Στα σύγχρονα μουσεία μοντέρνας τέχνης της κιτς κουλτούρας υπάρχει ένας όγκος σκουπιδιών που επιχειρούν ματαίως να υποκαταστήσουν επί ματαίω, όπως φάνηκε, μια τέχνη.

Πιστεύετε ότι έχουμε χάσει το ” νήμα” και την ουσία της καλλιτεχνικής δημιουργίας;

Σήμερα πιστεύω ότι η εμπορευματοποίηση των πάντων από έναν αρπακτικό καπιταλισμό όπως θα έλεγε ο Τσόμσκι, επέφερε την αποϊέρωση όλων των εκφάνσεων της ζωής μας. Η ακύρωση της αυταξίας του πνεύματος, εντάσσοντας το και αυτό στα αλισβερίσια της χρησιμοθηρίας, έχει διαβρώσει αν όχι και εξαφανίσει, τα νοήματα της ζωής, τους κώδικες επικοινωνίας και τις ηθικές αξίες.

Η τέχνη, ενταγμένη αναγκαστικά στο σύγχρονο, πολυσχιδές κοινωνικό μας πλαίσιο, πιστεύω ότι έγινε εκφραστής και σύμμαχος των σημερινών αδιεξόδων. Βιάζομαι να σας πω ότι οι σχηματοποιήσεις και οι γενικεύσεις τέτοιων ζητημάτων, για τα οποία σας μιλώ τώρα επιπολαίως, δεν απλοποιούνται ατιμώρητα.

Βλέποντας την ελληνική κοινωνία σήμερα, με τις αντιφάσεις, τις κρίσεις και την πνευματική της αναζήτηση, είστε αισιόδοξος για το μέλλον;

Πιστεύω ότι, εάν επιχειρούσα να απαντήσω στις ερωτήσεις σας, δεν θα ήμουν σοβαρός άνθρωπος, καθώς μέσα από τέτοιες απαντήσεις διακυβεύεται η μοίρα του τόπου. Το μόνο που μπορώ να σας πω είναι τί θα ήθελα να αλλάξει. Όχι, φυσικά, μέσα από μια ανάσχεση των τεχνολογικών επιτεύξεων, αλλά κυρίως μέσα από τη διαφύλαξη της ελληνικής πνευματικής μας παράδοσης.

Πιστεύω, όπως πολλοί Έλληνες —όχι όλοι— ότι πράγματι αυτή η παράδοση είναι μοναδική σε έκταση και βάθος σημασιών σε σχέση με κάθε άλλη πνευματική παράδοση στον κόσμο. Και η παράδοση αυτή δεν μπορεί να επιβιώσει, αν δεν προστατεύσουμε πρωτίστως την τρισχιλιετή γλώσσα της. Και ένα σχόλιο ακόμα: γιατί κυριαρχoύμεθα από αίσθημα εθνικής μειονεξίας;

Μπορεί η τέχνη να λειτουργήσει ως θεραπεία ή ως πυξίδα σε μια εποχή γενικευμένου προσανατολισμού;

Ο Εγγονόπουλος έλεγε ότι η τέχνη μας βοηθάει να πεθάνουμε.

Αν κοιτάζατε σήμερα τον νεαρό Σωτήρη Σόρογκα που ξεκινούσε τότε στην ΑΣΚΤ, τι θα του λέγατε;

Να πράττει ό,τι δε θα τον κάνει να ντρέπεται αργότερα.

tovima.gr