Στη 15η θέση η χώρα μας μεταξύ των 19 χωρών της ευρωζώνης σε καθαρό πλούτο και στην προτελευταία θέση σε ακαθάριστο διαθέσιμο εισόδημα ανά κάτοικο – Το ελληνικό οικονομικό παράδοξο και το ασφαλές καταφύγιο της φοροδιαφυγής δεκαετιών στην ακίνητη περιουσία

Στη 15η θέση η Ελλάδα μεταξύ των 19 χωρών της ευρωζώνης σε καθαρό πλούτο και στην προτελευταία θέση σε ακαθάριστο διαθέσιμο εισόδημα ανά κάτοικο – Το ελληνικό οικονομικό παράδοξο και το ασφαλές καταφύγιο της φοροδιαφυγής δεκαετιών στην ακίνητη περιουσία

Το ελληνικό οικονομικό παράδοξο, η καταγεγραμμένη μεγαλύτερη και ταχύτερη αύξηση του πλούτου έναντι των εισοδημάτων και της αγοραστικής δύναμης των νοικοκυριών, έχει την εξήγησή του, που δεν είναι άλλη από τη διαρκή επένδυση των Ελλήνων σε ακίνητα. Το στοκ ακινήτων που έχει συσσωρευθεί στη μεταπολεμική Ελλάδα δίδει τις απαντήσεις για την οικονομική ιδιομορφία και ιδιαιτερότητα που χαρακτηρίζει τον τόπο μας και τα επικρατήσαντα σε αυτόν επενδυτικά και αποταμιευτικά ήθη.

Είναι εντυπωσιακό το γεγονός ότι ο πλούτος των Ελλήνων ξεπέρασε σε τρέχουσες τιμές το 1 τρισ. ευρώ στα τέλη του 2025 και πλέον σύμφωνα με στοιχεία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας μετριέται σε 1.161 δισ. ευρώ, καταγράφοντας αύξηση της τάξης του 19% την τελευταία διετία. Εχει δε ξεχωριστό ενδιαφέρον ότι αυτός ο πλούτος είναι σχεδόν κατά 65% τοποθετημένος σε ακίνητα και μόλις κατά 35% σε χρηματοοικονομικές τοποθετήσεις και επενδύσεις, όπως καταθέσεις, αμοιβαία κεφάλαια, ομόλογα και μετοχές.

Το καταφύγιο

Αποτέλεσμα κυρίως της φοροδιαφυγής δεκαετιών, το προϊόν της οποίας έβρισκε ασφαλές καταφύγιο στην ακίνητη περιουσία, σε αντίθεση με τις χρηματοοικονομικές επενδύσεις οι οποίες είναι ιστορικά συνδεδεμένες με εμπειρίες κρίσεων και απωλειών και άφησαν μνήμες οικονομικών καταστροφών στη μνήμη και συνείδηση των Ελλήνων.

Οπως σημειώνει ο οικονομικός σύμβουλος της Αlpha Bank Παναγιώτης Καπόπουλος, οι τοποθετήσεις σε ακίνητα λειτουργούν στην ελληνική περίπτωση ως τέταρτος πυλώνας ασφάλισης, πέρα δηλαδή από τις συντάξεις, τα αποταμιευτικά και επαγγελματικά ταμεία, τα οποία κυριαρχούν στις οικονομίες των βορειο-ευρωπαϊκών χωρών.

Στη βάση αυτής της ιδιαιτερότητας ο πλούτος των ελληνικών νοικοκυριών ορίζεται από τα ακίνητα, η αξία των οποίων αυξάνεται έντονα από τα μέσα του 2022, και μάλιστα επιταχύνθηκε περαιτέρω στη διάρκεια της τελευταίας διετίας. Αποτέλεσμα κυρίως της ταχείας ανατίμησης των υφιστάμενων περιουσιακών στοιχείων και μερικώς από τη δημιουργία νέου πλούτου.

Η σχέση

Είναι ενδεικτικό το γεγονός ότι η αξία του μη χρηματοοικονομικού πλούτου αυξήθηκε κατά 16% την τελευταία διετία και του χρηματοοικονομικού κατά 13%, παρότι τα αμοιβαία κεφάλαια υπερδιπλασίασαν την αξία τους και οι μετοχές είδαν τις τιμές τους να εκτοξεύονται και να ξεπερνούν τη στασιμότητα των πολλών προηγούμενων χρόνων. Η σχέση μεταξύ χρηματοοικονομικού και μη χρηματοοικονομικού πλούτου μπορεί να βελτιώθηκε τα τελευταία χρόνια υπέρ του πρώτου, ωστόσο παραμένει κυρίαρχη η υπεροχή των ακινήτων.

Στο τέταρτο τρίμηνο του 2018, χρονιά κατά την οποία ξεκίνησε η ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας μετά την ύφεση μακράς διαρκείας που συνόδευσε τη μεγάλη κρίση του 2009, η αξία του χρηματοοικονομικού πλούτου αντιστοιχούσε μόλις στο 26%. Έκτοτε, βαίνει αυξανόμενη και πλέον στα τέλη του 2025 έφθασε να καλύπτει το 37% του συνολικού ακαθάριστου πλούτου των νοικοκυριών και τα ακίνητα το 63%.

Οι επιδόσεις

Έτσι, σύμφωνα με την τελευταία ανάλυση της Alpha Bank, η Ελλάδα έφθασε να βρίσκεται στη 15η θέση μεταξύ των 19 χωρών της ευρωζώνης με τη διάμεσο του καθαρού πλούτου των νοικοκυριών να διαμορφώνεται σε περίπου 118.000 ευρώ μπροστά από την Κροατία, τη Λετονία, τη Λιθουανία και την Εσθονία. Στην πρώτη θέση βρίσκεται το Λουξεμβούργο και ακολουθούν η Μάλτα, η Ιρλανδία και το Βέλγιο.

Η επίδοση αυτή ωστόσο αλλοιώνεται δραματικά όταν επιχειρηθεί κατάταξη με βάση το ακαθάριστο διαθέσιμο εισόδημα ανά κάτοικο. Τα διαθέσιμα στοιχεία του 2024 δείχνουν ότι η Ελλάδα βρίσκεται στην προτελευταία θέση, καταγράφοντας υψηλότερη επίδοση μόνο από τη Λετονία, καθώς απουσιάζουν στοιχεία για τη Βουλγαρία, η οποία το 2022 κατέγραφε το χαμηλότερο κατά κεφαλήν διαθέσιμο εισόδημα.

Η εν λόγω σύγκριση βάσει του κατά κεφαλήν διαθέσιμου εισοδήματος δείχνει ότι η Ελλάδα υστερεί σημαντικά έναντι των άλλων χωρών της ευρωζώνης και προφανώς το ετήσιο εισόδημα είναι αναντίστοιχο του διάμεσου πλούτου. Πράγμα που εξηγεί και τη δυσκολία σημαντικής μερίδας του πληθυσμού, η οποία δηλώνει εισοδηματικά φτωχή και δυσκολεύεται να καλύψει τις ανάγκες της σύγχρονης ζωής.

Ο πληθωρισμός

Τα στατιστικά στοιχεία φανερώνουν ότι το διαθέσιμο εισόδημα των Ελλήνων αυξάνεται μεν, αλλά με αργούς ρυθμούς. Στην τελευταία διετία, επηρεαζόμενο κυρίως από την αύξηση της απασχόλησης και την ενίσχυση του τουριστικού ρεύματος, παραμένει αυξανόμενο με ρυθμό κοντά στο 5%, τάση που συνεχίστηκε και στο πρώτο τρίμηνο του τρέχοντος έτους όπου κατεγράφη αύξηση της τάξης του 3,2% σε ετήσια βάση.

Για τους αναλυτές η αύξηση ήταν κατά τι υψηλότερη του ύψους του πληθωρισμού, αλλά όχι ικανή να επιτρέψει την πλήρη ανάκτηση των εισοδηματικών απωλειών που υπέστησαν τα νοικοκυριά μεταξύ 2022 και 2023 από το κύμα ακρίβειας που συνόδευσε τους πολέμους πρώτα της Ουκρανίας και ακολούθως του Περσικού Κόλπου.

Η συσσωρευμένη ακρίβεια είναι αυτή που κατατρώγει τα εισοδήματα των νοικοκυριών και δεν επιτρέπει την ανάκαμψή τους, παρότι η οικονομία σε μακροοικονομική βάση δείχνει και είναι ακμαία, σταθεροποιημένη και ικανή να αντιμετωπίζει τις κατά καιρούς εμφανιζόμενες κρίσεις. Είναι ενδεικτικό το γεγονός ότι ο πληθωρισμός των ενεργειακών αγαθών, των καυσίμων, του φυσικού αερίου και του ηλεκτρικού ρεύματος, ανέρχεται σε 18%, όπως μαρτυρούν και τιμές της βενζίνης και του πετρελαίου κίνησης που διατηρούνται στη ζώνη των 2 ευρώ το λίτρο στην αιχμή της αυγουστιάτικης τουριστικής κίνησης και των μαζικών μετακινήσεων από τα αστικά κέντρα στην ύπαιθρο και νησιωτική χώρα.

Εναλλακτικές πηγές

Το έτερο παράδοξο αύξησης της κατανάλωσης σε ποσοστά υψηλότερα της αύξησης των διαθέσιμων εισοδημάτων εξηγείται από το γεγονός ότι ένα μέρος της καταναλωτικής δαπάνης εξακολουθεί να χρηματοδοτείται από εναλλακτικές πηγές, όπως οι αποταμιεύσεις που συσσωρεύτηκαν κατά την περίοδο της πανδημίας και ο τραπεζικός δανεισμός. Είναι ενδεικτικό το γεγονός ο ρυθμός αύξησης των καταναλωτικών δανείων είναι εσχάτως έντονα ανοδικός, όπως φανερώνουν τα στοιχεία του περασμένου Ιουνίου που δείχνουν ότι αυξάνονται κατά 6,9% σε δωδεκάμηνη βάση.

Επιπλέον, σύμφωνα με τους οικονομικούς αναλυτές, όσο αυξάνεται η αξία των περιουσιακών στοιχείων των νοικοκυριών, τόσο ενισχύεται το αίσθημα οικονομικής ασφάλειας, που από μόνο του μπορεί να οδηγήσει σε αύξηση της κατανάλωσης.

Όπως και να έχει, η ελληνική οικονομία κυριαρχείται από παράδοξα και ιδιαιτερότητες, που αμβλύνουν τις συνέπειες της καθυστέρησής της. Το τεράστιο απόθεμα ακινήτων, για παράδειγμα, που ακινητοποιήθηκε, υποτιμήθηκε και αδράνησε στα πρώτα χρόνια της κρίσης, χρειάστηκε μόλις μια πενταετία για να ανακάμψει και να δημιουργήσει περιβάλλον ταχέως αυξανόμενων αξιών και δημιουργίας νέου πλούτου. Όσο και αν φαντάζει αντιπαραγωγική επένδυση, προσφέρει μια κάποια λύση που θα έλεγε και ο Αλεξανδρινός…

tovima.gr