Μια λύση με επώδυνους όρους αλλά και κρίσιμες εγγυήσεις βρίσκεται στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων για την Ιερά Μονή του Σινά, μετά τα δυσμενή δεδομένα που δημιούργησε η απόφαση του αιγυπτιακού δικαστηρίου.

Η πρόταση που βρίσκεται στο τραπέζι για το ιδιοκτησιακό και την περιουσία της Μονής Σινά, η αναζήτηση ρεαλιστικής διεξόδου μετά τα δυσμενή νομικά δεδομένα που δημιούργησε η απόφαση του Εφετείου της Ισμαηλίας, οι κόκκινες γραμμές της Σιναϊτικής Αδελφότητας και οι λεπτές διπλωματικές, εκκλησιαστικές και γεωπολιτικές ισορροπίες γύρω από το μοναστήρι που λειτουργεί αδιάλειπτα επί δεκαπέντε αιώνες στην έρημο του Σινά συνθέτουν μια δύσκολη εξίσωση.

Την τρέχουσα περίοδο βρίσκονται σε κρίσιμη φάση οι διαπραγματεύσεις για το μέλλον της Ιεράς Μονής Αγίας Αικατερίνης του Σινά. Στο τραπέζι υπάρχει πλέον συγκεκριμένη πρόταση για τη διευθέτηση του ιδιοκτησιακού και τη νομική κατοχύρωση της μοναστικής παρουσίας, χωρίς ωστόσο να έχει κλείσει η συζήτηση για το σύνολο των όρων της.

Η πρόταση αντιμετωπίζεται από πρόσωπα που έχουν γνώση των διαπραγματεύσεων ως η πιο ρεαλιστική βάση για την αναζήτηση λύσης, με δεδομένο το δυσμενές νομικό τοπίο που διαμόρφωσε η απόφαση του Εφετείου της Ισμαηλίας για την ακίνητη περιουσία της μονής.

Η Σιναϊτική Αδελφότητα προσπαθεί να διαφυλάξει την αυτονομία και την ιστορική συνέχεια της μονής, ενώ η Αθήνα καλείται να αναλάβει το διπλωματικό κόστος μιας ουσιαστικής παρέμβασης, επιδιώκοντας να επηρεάσει τους όρους της διευθέτησης, χωρίς όμως να διαταράξει τη στρατηγική της σχέση με την Αίγυπτο.

Στο επίκεντρο βρίσκεται το καθεστώς υπό το οποίο θα συνεχίσει να λειτουργεί το παλαιότερο χριστιανικό μοναστήρι στον κόσμο, το οποίο ιδρύθηκε τον 6ο αιώνα και διατηρεί αδιάλειπτη μοναστική παρουσία εδώ και περίπου δεκαπέντε αιώνες.

Όπως επισημαίνουν πρόσωπα με γνώση των διαπραγματεύσεων, ερώτημα παραμένει πώς, μέσα στη νέα νομική πραγματικότητα που διαμόρφωσε η δικαστική απόφαση, θα διαφυλαχθεί το ιστορικά εδραιωμένο ιδιοκτησιακό καθεστώς της ελληνορθόδοξης μονής.

Η απόδοση της κυριότητας της περιουσίας της μονής στο αιγυπτιακό Δημόσιο αναδεικνύει, κατά τις ίδιες πηγές, ένα υπαρξιακό ζήτημα για τη μονή ως παγκόσμιο κέντρο ορθόδοξης πνευματικότητας.

Στο τραπέζι λύση για το Σινά;
«Η μονή πρέπει να αξιοποιήσει τη διεθνή της ακτινοβολία και το βάρος της μακραίωνης παρουσίας της, χωρίς να οδηγηθεί σε μετωπική σύγκρουση με την Αίγυπτο». Φωτ.: Britannica

Παράλληλα, γύρω από το παγκόσμιο αυτό προσκύνημα είναι προφανές ότι συμπλέκονται πολύ περισσότερα από μια ιδιοκτησιακή διαφορά. Η Αίγυπτος επιδιώκει τον πλήρη έλεγχο μιας περιοχής που έχει πλέον ενταχθεί στον πυρήνα μιας μεγάλης τουριστικής επένδυσης γύρω από την Αγία Αικατερίνη.

Η Σιναϊτική Αδελφότητα προσπαθεί να διαφυλάξει την αυτονομία και την ιστορική συνέχεια της μονής, ενώ η Αθήνα καλείται να αναλάβει το διπλωματικό κόστος μιας ουσιαστικής παρέμβασης, επιδιώκοντας να επηρεάσει τους όρους της διευθέτησης, χωρίς όμως ταυτόχρονα να διαταράξει τη στρατηγική της σχέση με την Αίγυπτο, καθώς από την αρχή δεν φάνηκε διατεθειμένη να ενεργοποιήσει ισχυρότερα εργαλεία πίεσης.

Την ίδια ώρα, η Ουάσινγκτον έχει δείξει ότι αποδίδει ιδιαίτερη πολιτική σημασία στη διατήρηση του ιστορικού καθεστώτος της μονής. Η συνάντηση του νέου Αρχιεπισκόπου και Ηγουμένου της Ιεράς Μονής με τον Μασάντ Μπούλος, ανώτερο σύμβουλο του Τραμπ για αραβικά και μεσανατολικά θέματα, λειτούργησε ως μήνυμα προς το Κάιρο ότι το ζήτημα δεν αντιμετωπίζεται ως μια στενά ιδιοκτησιακή διαφορά, αλλά ως υπόθεση με ευρύτερη θρησκευτική και γεωπολιτική διάσταση.

Παράλληλα, η προσέγγιση Αιγύπτου και Τουρκίας μεταβάλλει τις περιφερειακές ισορροπίες, ενώ στο εκκλησιαστικό πεδίο η γεωπολιτική της Ορθοδοξίας και η μακρά ρωσική παρουσία στις χριστιανικές κοινότητες της Μέσης Ανατολής προσθέτουν ένα ακόμη επίπεδο ανταγωνισμών. Τι μπορεί να γίνει λοιπόν: «Η μονή πρέπει να αξιοποιήσει τη διεθνή της ακτινοβολία και το βάρος της μακραίωνης παρουσίας της, χωρίς να οδηγηθεί σε μετωπική σύγκρουση με την Αίγυπτο, από τις αποφάσεις των αρχών της οποίας εξαρτώνται σήμερα η θεσμική της αναγνώριση, η διοικητική της λειτουργία, η παραμονή των μοναχών, τα περιουσιακά της δικαιώματα και, τελικά, οι όροι συνέχισης της ιστορικής της παρουσίας στο Σινά», επισημαίνουν πρόσωπα που έχουν σχέση με την Ιερά Μονή.

Η λύση που συζητείται και οι διαπραγματεύσεις

Το διάστημα αυτό βρίσκεται σε εξέλιξη εντατική διαπραγμάτευση. Οι διαθέσιμες πληροφορίες συγκλίνουν ότι ο βασικός άξονας της υπό συζήτηση λύσης προβλέπει την κατοχύρωση της κυριότητας υπέρ του αιγυπτιακού Δημοσίου για όλους τους χώρους της Ιεράς Μονής του Σινά που θα χαρακτηριστούν αρχαιολογικοί, με παράλληλη διασφάλιση υπέρ της μονής της κατοχής και χρήσης τους χωρίς χρονικό περιορισμό και χωρίς οικονομικό αντάλλαγμα, «εις το διηνεκές», όπως αναφέρουν χαρακτηριστικά πηγές που έχουν εικόνα των διαπραγματεύσεων. Η συζήτηση αφορά το σύνολο των κτισμάτων και εγκαταστάσεων εντός των τειχών, αλλά και συγκεκριμένα προσκυνήματα έξω από αυτά.

Για τους Κήπους και άλλες εκτάσεις εκτός των τειχών συζητείται μακροχρόνια μίσθωση με συμβολικό τίμημα. Ανοιχτό παραμένει το ακριβές εύρος της ρύθμισης για τα 71 επίδικα ακίνητα, καθώς και οι εγγυήσεις που θα συνοδεύουν τη χρήση κάθε χώρου. Οι όροι αυτοί εξακολουθούν να αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης και δεν πρέπει να παρουσιάζονται ως τελική συμφωνία.

Στο τραπέζι λύση για το Σινά;
Φωτ.: Getty Images/ Ideal Image
Στο τραπέζι λύση για το Σινά;
Φωτ.: Shady Hassan/ Unsplash

Η αξία της πρότασης, σύμφωνα με όσους τη στηρίζουν, έγκειται στο γεγονός ότι «για πρώτη φορά μετά την ίδρυση του σύγχρονου αιγυπτιακού κράτους επιχειρείται να αποτυπωθεί σε δεσμευτικό κείμενο η νομική υπόσταση της μονής και να καθοριστούν συγκεκριμένες υποχρεώσεις του αιγυπτιακού κράτους απέναντι στη λειτουργία της Ιεράς Μονής». Πηγές που γνωρίζουν τις συνομιλίες υποστηρίζουν ακόμη ότι επιδιώκεται η ρύθμιση να κλείσει οριστικά το πεδίο για νέες δικαστικές διεκδικήσεις και πως το κείμενο της συμφωνίας θα είναι ανθεκτικό σε μελλοντικές διοικήσεις και διαφορετικές ερμηνείες.

Αιγυπτιακά δημοσιεύματα ανέφεραν ότι η πρόταση παρουσιάστηκε στον Αρχιεπίσκοπο Συμεών στις αρχές Ιουλίου σε επτάωρη συνάντηση με εκπροσώπους των υπουργείων Οικονομικών και Δικαιοσύνης της Αιγύπτου. Κατά τις ίδιες πληροφορίες, ο Αρχιεπίσκοπος ζήτησε χρόνο ώστε να ενημερωθεί η Αδελφότητα και να εξεταστούν οι όροι. Η πληροφορία αυτή συμβαδίζει με την εικόνα που μεταφέρουν στη LiFO πηγές που γνωρίζουν τα θέματα της μονής, ότι πράγματι υπάρχει διαπραγμάτευση με συγκεκριμένη βάση και καμία ειλημμένη απόφαση.

«Πρόκειται για πρόταση. Δεν σημαίνει ότι η μονή θα τη δεχθεί», επισημαίνει πρόσωπο με μακρά γνώση της υπόθεσης. «Η μονή», προσθέτει, «δεν προσέρχεται ως παθητικός αποδέκτης μιας έτοιμης πρότασης. Ασκεί τη δική της εκκλησιαστική και διπλωματική πολιτική, σταθμίζει τι μπορεί πράγματι να εξασφαλιστεί υπό τις σημερινές συνθήκες και επιμένει σε κόκκινες γραμμές που αφορούν τη συνέχεια της μοναστικής ζωής, το αυτοδιοίκητο, την ασφάλεια της κατοχής και τη λειτουργική ενότητα των χώρων. Ο συμβιβασμός δεν μπορεί να είναι άνευ όρων».

Στην ίδια διαπραγματευτική εξίσωση εντάσσεται και η αναγνώριση του νέου Αρχιεπισκόπου. Ο Συμεών γίνεται δεκτός από την αιγυπτιακή ηγεσία και συνομιλεί με τις αρχές, όμως το προεδρικό διάταγμα που θα αναγνωρίζει θεσμικά την εκλογή του δεν έχει ακόμη εκδοθεί. Πηγή που παρακολουθεί το θέμα εκτιμά ότι η εκκρεμότητα λειτουργεί ως μοχλός πίεσης: «Χωρίς την τυπική αναγνώριση δυσχεραίνονται ζητήματα εκπροσώπησης και καθημερινής διοίκησης, από τις συναλλαγές με τράπεζες έως την υπογραφή πράξεων», λέει.

Ο ρεαλισμός, η λύση του εφικτού και οι ενστάσεις

Η συζήτηση μέσα και γύρω από τη μονή κινείται ανάμεσα σε πολλές αντίθετες αναγνώσεις. Η πρώτη ξεκινά από το σημείο στο οποίο έχει φτάσει η υπόθεση: μετά την απόφαση του Εφετείου της Ισμαηλίας, η αναγνώριση κατοχής και χρήσης στο διηνεκές, η διαμόρφωση ειδικού καθεστώτος και η ρητή ανάληψη υποχρεώσεων από το αιγυπτιακό κράτος μπορεί να αποτελούν, υπό όρους ρεαλισμού, την ισχυρότερη προστασία που είναι σήμερα εφικτή. Οι υποστηρικτές αυτής της γραμμής θεωρούν ότι το μείζον είναι να αποκτήσει η μονή ειδική, συμβατικά κατοχυρωμένη θέση.

Στο τραπέζι λύση για το Σινά;
«Στην Ιερά Μονή Αγίας Αικατερίνης του Όρους Σινά υπάρχουν δικαιώματα αιώνων, τα οποία σεβάστηκαν όλες οι εξουσίες που πέρασαν από την ταραχώδη αυτή περιοχή».

Η αντίθετη άποψη απορρίπτει την ιδέα ότι πρόκειται για απλή νομική προσαρμογή που μπορεί να κατοχυρώσει τη μονή: «Στην Ιερά Μονή Αγίας Αικατερίνης του Όρους Σινά υπάρχουν δικαιώματα αιώνων, τα οποία σεβάστηκαν όλες οι εξουσίες που πέρασαν από την ταραχώδη αυτή περιοχή. Πρώτα απ’ όλα, χάνεται η κυριότητα της ίδιας της μονής», λέει πρόσωπο που γνωρίζει την υπόθεση και αντιμετωπίζει επικριτικά την πρόταση. «Δεν θα τους ανήκει· θα ανήκει στο αιγυπτιακό κράτος ως αρχαιολογικός χώρος. Αυτό σημαίνει ότι αύριο μπορεί να μπει η Αρχαιολογική Υπηρεσία και να πει στους μοναχούς: “Συντήρηση, όλοι έξω”. Τι θα κάνουν; Και τα κτήματα που επί αιώνες στήριζαν την τροφοδοσία και την αυτάρκεια της κοινότητας θα τα μισθώνουν με χαμηλό τίμημα. Δηλαδή θα είναι φιλοξενούμενοι», αναφέρει.

Οι αντιδράσεις, πάντως, δεν αποτελούν ενιαίο μέτωπο. Πρόσωπα με γνώση των συζητήσεων διακρίνουν, αφενός, φωνές που χρησιμοποιούν την υπόθεση για εσωτερική πολιτική ή εκκλησιαστική αντιπαράθεση, αφετέρου ανθρώπους καλής πίστης οι οποίοι, ακούγοντας μόνο ότι «η κυριότητα περνά στο αιγυπτιακό κράτος», θεωρούν αυτονόητο ότι η μονή χάνεται. Υπάρχουν επίσης εισηγήσεις για προσφυγή σε διεθνή φόρα, χωρίς πάντοτε να προσδιορίζεται ποιο δικαιοδοτικό όργανο θα μπορούσε να εξετάσει μια τέτοια διαφορά και σε ποια νομική βάση.

Η έλλειψη μιας προφανούς διεθνούς δικαστικής οδού δεν σημαίνει, ωστόσο, ότι η υπόθεση στερείται διεθνούς διάστασης. Άλλο η δυνατότητα δικαστικής προσφυγής και άλλο το διεθνές ενδιαφέρον που γεννούν η ιστορία, ο χαρακτήρας και η παγκόσμια αναγνώριση της μονής.

«Η μονή, αν και δεν αποτελεί διεθνές νομικό πρόσωπο με τυπική κυριαρχία, διαθέτει υπερεθνική ακτινοβολία και η τύχη της αποτελεί υπόθεση με σαφές διεθνές νομικό και πολιτιστικό ενδιαφέρον», μας λέει άλλο πρόσωπο με γνώση της υπόθεσης. Το ενδιαφέρον αυτό δεν απορρέει από κυριαρχικά δικαιώματα, αλλά από τη μοναδική ιστορική, θρησκευτική και πολιτιστική της βαρύτητα. Από το 2002 η μονή της Αγίας Αικατερίνης περιλαμβάνεται στον Κατάλογο Μνημείων Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO. Η αναγνώριση αυτή δεν αφορά μόνο τα κτίσματα και τους ανεκτίμητους θησαυρούς της μονής, αλλά και την αδιάλειπτη μοναστική της λειτουργία από τον 6ο αιώνα, καθώς και τον άρρηκτο δεσμό της με το σιναϊτικό τοπίο. Ως κράτος-μέρος της Σύμβασης για την Παγκόσμια Κληρονομιά, η Αίγυπτος έχει την πρωταρχική ευθύνη να προστατεύει, να διατηρεί και να παραδίδει το μνημείο στις επόμενες γενιές. Η υποχρέωση αυτή δεν εξαντλείται στη συντήρηση των κτιρίων, αλλά εκτείνεται και στα χαρακτηριστικά που διατηρούν ζωντανή την ιστορική, θρησκευτική και πνευματική φυσιογνωμία της μονής.

Από την άλλη πλευρά, όσοι υποστηρίζουν μία λύση «με όρους του εφικτού», μας θυμίζουν ότι η διεθνοποίηση του ζητήματος δεν καταργεί τη γεωγραφία. Η μονή θα εξακολουθήσει την επόμενη ημέρα να εξαρτάται από τις υπηρεσίες του αιγυπτιακού κράτους. «Το βασικό για μια χριστιανική μειονότητα στη Μέση Ανατολή είναι η καλή συνύπαρξη και η καλή γειτονία», λέει πρόσωπο που συνδέεται επί χρόνια με τη μονή. «Οι Σιναΐτες», προσθέτει, «αντιμετωπίζουν την Αίγυπτο ως δεύτερη πατρίδα τους». Αυτό δεν ακυρώνει όμως, όπως λέει, τις κόκκινες γραμμές, εξηγώντας γιατί η διαπραγμάτευση δεν μπορεί να γίνει με όρους μετωπικής σύγκρουσης.

Η χαμένη ευκαιρία και το δικαστικό βάρος

Η σημερινή διαπραγμάτευση λοιπόν δεν ξεκινάει από μηδενική βάση, αλλά με άκρως αρνητικά δεδομένα. Η δικαστική αντιδικία είχε ανοίξει το 2012, σε μια περίοδο κατά την οποία η Αίγυπτος βρισκόταν υπό την πολιτική κυριαρχία των εξτρεμιστών Αδελφών Μουσουλμάνων και στον δημόσιο λόγο είχαν ενισχυθεί ακραίες φωνές που δεν αμφισβητούσαν απλώς τη μακραίωνη παρουσία της μονής, αλλά ζητούσαν την παύση της λειτουργίας της και τη δήμευση της περιουσίας της. Η υπόθεση παρέμεινε επί χρόνια εγκλωβισμένη σε ένα θολό νομικό τοπίο, χωρίς η μονή να έχει διαμορφώσει εγκαίρως μια ενιαία, συνεκτική και επαρκώς τεκμηριωμένη στρατηγική για την υπεράσπιση των δικαιωμάτων της.

Προτού εκδοθεί η απόφαση του Εφετείου της Ισμαηλίας, είχε προηγηθεί συνεννόηση για εξωδικαστική διευθέτηση. Εκπρόσωποι του αιγυπτιακού Δημοσίου και της μονής είχαν επεξεργαστεί κείμενο που, σύμφωνα με τις πληροφορίες της εποχής, προσέφερε ευρύτερη αναγνώριση των περιουσιακών δικαιωμάτων και επιβεβαίωνε την εσωτερική αυτονομία της Σιναϊτικής Αδελφότητας. Η υπογραφή καθυστέρησε και η δικαστική απόφαση εκδόθηκε στο μεταξύ, μεταφέροντας στο αιγυπτιακό Δημόσιο τη γη που η μονή κατείχε επί δεκαπέντε αιώνες, αλλάζοντας έτσι δραστικά τη βάση της διαπραγμάτευσης.

Στο τραπέζι λύση για το Σινά;
Η απόδοση της κυριότητας της περιουσίας της μονής στο αιγυπτιακό Δημόσιο αναδεικνύει ένα υπαρξιακό ζήτημα για τη μονή ως παγκόσμιο κέντρο ορθόδοξης πνευματικότητας. Φωτ.: Getty Images/ Ideal Image

Αυτό εξηγεί, σύμφωνα με τους συνομιλητές μας, γιατί η σημερινή πρόταση είναι περισσότερο αμυντική: «Δεν συζητείται πλέον η πλήρης αναγνώριση των παλαιών αξιώσεων, αλλά η εξασφάλιση ειδικού καθεστώτος κατοχής, χρήσης και λειτουργίας πάνω στη νομική πραγματικότητα που δημιούργησε το Εφετείο και δυστυχώς αποτυπώνει το κόστος του χρόνου που χάθηκε και των τετελεσμένων που μεσολάβησαν», λένε.

Η υπόθεση εκκρεμεί τώρα ενώπιον του αιγυπτιακού Δικαστηρίου Αναίρεσης. Όμως, όπως ο Άρειος Πάγος στην ελληνική έννομη τάξη, το δικαστήριο αυτό δεν επαναλαμβάνει τη δίκη ούτε επανεκτιμά από την αρχή όλα τα πραγματικά περιστατικά· ελέγχει κυρίως αν ο νόμος και οι δικονομικοί κανόνες εφαρμόστηκαν ορθά.

Γι’ αυτό πηγές της μονής δεν αναμένουν ότι η αναίρεση θα ανατρέψει αυτομάτως τον πυρήνα της απόφασης. Εντούτοις, μια νέα δικαστική κρίση λένε ότι μπορεί να παγιώσει ακόμη περισσότερο τη σημερινή νομική βάση και να στενέψει τα περιθώρια μιας πολιτικής συμφωνίας. Σε αυτό στηρίζεται και η άποψη ότι οι συνομιλίες πρέπει να ολοκληρωθούν προτού κλείσει και αυτό το παράθυρο.

Ο νέος φάκελος και τα 71 ακίνητα της μονής

Η κρίση υποχρέωσε τη μονή να κάνει μια δουλειά που θα έπρεπε να είχε ολοκληρωθεί πολύ νωρίτερα. Δημιουργήθηκε ενιαίος τεχνικός και ιστορικός φάκελος, στον οποίο αντιστοιχίζονται οι χώροι με τοπογραφικά, συμβόλαια, παλαιές αναφορές, διοικητικά έγγραφα και αρχειακά τεκμήρια. Μέχρι τότε, κρίσιμα στοιχεία βρίσκονταν διάσπαρτα, χωρίς μια ολοκληρωμένη εικόνα που να μπορεί να χρησιμοποιηθεί με συνέπεια τόσο στο δικαστήριο όσο και στη διαπραγμάτευση.

Στην εργασία συνέβαλαν επιστήμονες και ειδικοί που διατηρούσαν σχέσεις μετη μονή, αρκετοί χωρίς οικονομικό αντάλλαγμα. Το αποτέλεσμα δεν αναιρεί την απόφαση του Εφετείου, ενισχύει όμως ουσιαστικά την ικανότητα της νέας διοίκησης να γνωρίζει τι ακριβώς υπερασπίζεται και ποια ακίνητα συνδέονται οργανικά με τη λειτουργία της.

Η καθυστέρηση φωτίζει και τις ευθύνες της προηγούμενης περιόδου. Ο Αρχιεπίσκοπος Δαμιανός διοίκησε τη μονή επί περισσότερο από μισό αιώνα, όμως η νομική της προετοιμασία αποδείχθηκε ανεπαρκής όταν η υπόθεση έφτασε στα αιγυπτιακά δικαστήρια. Η σημερινή ηγουμενία της μονής διαπραγματεύεται μέσα σε ένα πολύ στενότερο πλαίσιο από εκείνο που υπήρχε πριν από την απόφαση του δικαστηρίου της Ισμαηλίας.

Η Ιερά Μονή Αγίας Αικατερίνης του Όρους Σινά διαθέτει 71 ακίνητα, τα οποία δεν αποτελούν μία ενιαία και εκτεταμένη ακίνητη περιουσία. Στην πραγματικότητα πρόκειται για διαφορετικού μεγέθους διάσπαρτες εκτάσεις και κτίσματα, ιστορικά παρεκκλήσια, κελιά και κτίσματα ασκητών, αποθήκες, κήπους, μικρές γεωργικές εκτάσεις και ορισμένα μεγαλύτερα μοναστηριακά σύνολα. Το μέγεθός τους κυμαίνεται από λίγα τετραγωνικά μέτρα έως δεκάδες στρέμματα.

Μάλιστα, άνθρωποι που έχουν καλή γνώση της ακίνητης περιουσίας της μονής μάς εξηγούν ότι ο αριθμόςτων κτημάτων είναι σχετικός. Κι αυτό γιατί ένα ενιαίο λειτουργικό σύνολο μπορεί να εμφανίζεται ως δύο ακίνητα επειδή μεσολαβεί ένα μονοπάτι ή ένας μαντρότοιχος. Πρόσωπο με πολύ καλή γνώση σχετικά με το θέμα σημειώνει ότι στα επίδικα περιλαμβάνονται δεκαπέντε ιστορικά παρεκκλήσια, παλαιά κελιά, μικροί κήποι και εκτάσεις περιορισμένης εμπορικής αξίας, αλλά μεγάλης σημασίας για τη μοναστική συνέχεια, την τροφοδοσία και την παρουσία της μονής στο ευρύτερο ιερό τοπίο.

Στο τραπέζι λύση για το Σινά;
Ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης στην τελετή ενθρόνισης του νέου Αρχιεπισκόπου Σινά, Φαράν και Ραϊθώ και Ηγουμένου της Ιεράς Μονής Αγίας Αικατερίνης Όρους Σινά, κ. Συμεών. Φωτ.: EUROKINISSI

Ο Αρχιεπίσκοπος Συμεών και οι εσωτερικές πληγές

Ο Αρχιεπίσκοπος Συμεών ανέλαβε τη διοίκηση μετά τη βαθιά εσωτερική κρίση που σημάδεψε το τέλος της μακράς περιόδου του Αρχιεπισκόπου Δαμιανού. Βρέθηκε αντιμέτωπος ταυτόχρονα με τη δικαστική εκκρεμότητα, την αμφισβήτηση του ιδιοκτησιακού καθεστώτος και τις πληγές που άφησε η σύγκρουση μέσα στην Αδελφότητα.

Πρόσωπο που τον γνωρίζει τον περιγράφει ως ιδιαιτέρως ευφυή, προσεκτικό και λιγότερο προβλέψιμο από όσο αφήνει να εννοηθεί η χαμηλών τόνων δημόσια παρουσία του. Η επιλογή του να ενημερώνει τους μοναχούς για κάθε στάδιο της διαπραγμάτευσης απαντά στην ανάγκη να μην επαναληφθούν αποφάσεις που εμφανίζονται ως προσωπικές επιλογές του ηγουμένου και στη συνέχεια διχάζουν την Αδελφότητα.

Οι πληροφορίες για την πραγματική συνοχή της κοινότητας παραμένουν αντιφατικές. Από τη μία πλευρά, πηγές αναφέρουν ότι οι μοναχοί που βρίσκονται σήμερα στο Σινά στηρίζουν τη γραμμή του Συμεών. Από την άλλη, η προηγούμενη κρίση δεν έχει σβήσει, μοναχοί εξακολουθούν να βρίσκονται εκτός μονής και γύρω από τις διαφορετικές πλευρές κινούνται σύμβουλοι, δικηγόροι και πρόσωπα με διαφορετικές επιδιώξεις.

«Τα κάστρα πέφτουν από μέσα», παρατηρεί πηγή που αντιμετωπίζει ιδιαίτερα επικριτικά τη σημερινή πρόταση. Κατά την εκτίμησή της, ο χρόνος που χάθηκε επί Δαμιανού, η έλλειψη ενιαίας νομικής στρατηγικής και η εσωτερική σύγκρουση επέτρεψαν στις εξελίξεις να προχωρήσουν μέχρι το σημείο όπου οι διαθέσιμες λύσεις είναι πλέον όλες επώδυνες.

Η διπλωματική και εκκλησιαστική σκακιέρα

Η Αθήνα δηλώνει ότι η τελική απόφαση ανήκει στον Αρχιεπίσκοπο και στη Σιναϊτική Αδελφότητα και ότι η υπόθεση δεν αποτελεί τυπικά διμερή ελληνοαιγυπτιακή διαφορά. Η θέση αυτή, ωστόσο, δεν την απαλλάσσει από την ανάγκη να διαθέσει ουσιαστικό διπλωματικό κεφάλαιο, εφόσον θέλει να επηρεάσει τους όρους της τελικής διευθέτησης για να διαφυλαχθεί η ιερή οντότητα αυτού του μοναδικού παγκόσμιου ελληνορθόδοξου προσκυνήματος στην έρημο του Σινά, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τα θρησκευτικά και πολιτιστικά συμφέροντα της Ελλάδας, και την ήπια ισχύ που αυτά προσδίδουν στη χώρα μας. Πρόσωπο με γνώση των επαφών υπογραμμίζει ότι η ελληνική διπλωματική συνδρομή είναι αναγκαία, καθώς, πέραν όλων των άλλων παραμέτρων, «η μονή δεν θα μπορούσε να σηκώσει μόνη της το βάρος μιας τόσο σύνθετης διαπραγμάτευσης».

Τα περιθώρια πίεσης της Αθήνας, πάντως, είναι περιορισμένα και κάθε κίνηση έχει πολιτικό κόστος. Ελλάδα και Αίγυπτος έχουν οικοδομήσει στρατηγική συνεργασία στην Ανατολική Μεσόγειο, στην ενέργεια, στην άμυνα και στις σχέσεις Καΐρου και Ευρωπαϊκής Ένωσης. Μέσα σε αυτήν τη λεπτή ισορροπία εντάσσεται η συνάντηση του Συμεών στο Μετόχι του Καΐρου με τον Μασάντ Μπούλος. Η επαφή κατέδειξε ότι η Ουάσιγκτον αποδίδει πολιτική σημασία στη διατήρηση του ιστορικού καθεστώτος και της ιδιαίτερης φυσιογνωμίας της μονής. Δεν συνιστά επίσημη αμερικανική διαμεσολάβηση, στέλνει όμως προς το Κάιρο το μήνυμα ότι η υπόθεση δεν αντιμετωπίζεται ως μια στενά ιδιοκτησιακή εκκρεμότητα.

Την ίδια στιγμή, όπως επισημαίνουν πηγές με γνώση των περιφερειακών εξελίξεων, το ευρύτερο γεωπολιτικό περιβάλλον μεταβάλλεται. «Η Αίγυπτος και η Τουρκία, έπειτα από χρόνια αντιπαράθεσης, έχουν περάσει σε φάση ταχείας στρατιωτικής και πολιτικής επαναπροσέγγισης. Η εξέλιξη δεν συνδέεται άμεσα με τους όρους της συμφωνίας για τη μονή. Καταδεικνύει όμως ότι το Κάιρο διευρύνει τις περιφερειακές του επιλογές και ότι η δυνατότητα της Αθήνας να επηρεάσει τις αιγυπτιακές αποφάσεις πιθανότατα να δοκιμάζεται πλέον σε ένα πιο σύνθετο και λιγότερο ευνοϊκό περιβάλλον», λένε.

Και στο βάθος… ο ρωσικός παράγοντας

Στην εκκλησιαστική διάσταση, η μονή είναι αυτοδιοίκητη. Η Αδελφότητα εκλέγει τον ηγούμενο και Αρχιεπίσκοπό της, ο οποίος χειροτονείται από τον Πατριάρχη Ιεροσολύμων. Η σχέση με τα Ιεροσόλυμα είναι κανονική και πνευματική, αλλά η ιδιαίτερη αυτονομία του Σινά αποτελεί θεμελιώδες στοιχείο της ταυτότητάς του. Γι’ αυτό και το ιδιοκτησιακό δεν μπορεί να αποσυνδεθεί πλήρως από τη γεωπολιτική της Ορθοδοξίας, όπου κάθε εσωτερική κρίση ή μεταβολή ισορροπίας προσελκύει το ενδιαφέρον διαφορετικών εκκλησιαστικών κέντρων, όπως για παράδειγμα το ρωσικό.

Όπως μας εξηγεί άνθρωπος που γνωρίζει πολύ καλά την ιστορία και τα τεκταινόμενα στην περιοχή, η ρωσική προσπάθεια να αποκτήσει επιρροή στους ορθόδοξους πληθυσμούς της Μέσης Ανατολής είναι μακρά και εκδηλωνόταν μέσα από την εκκλησιαστική διπλωματία, την οικονομική στήριξη και την αξιοποίηση τοπικών ή εσωτερικών αντιθέσεων.

Στο τραπέζι λύση για το Σινά;
Η συζήτηση για την περιουσία της μονής εξελίσσεται την ώρα που το αιγυπτιακό κράτος ολοκληρώνει ένα εκτεταμένο πρόγραμμα τουριστικής και οικιστικής ανάπτυξης γύρω από την Αγία Αικατερίνη με τον τίτλο «Great Transfiguration – Land of Peace». Φωτ.: ejatlas.org

Ανάλογη σύγκρουση επιρροής εκδηλώθηκε στην Αφρική. Μετά την αναγνώριση της αυτοκεφαλίας της Ουκρανικής Εκκλησίας από το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας το 2019, η Μόσχα ανέπτυξε δικές της εκκλησιαστικές δομές στην αφρικανική ήπειρο και προσέλκυσε τοπικούς κληρικούς. Η ρωσική πλευρά υποστηρίζει ότι ανταποκρίθηκε σε αιτήματα ιερέων που διαφωνούσαν με τη στάση της Αλεξάνδρειας στο ουκρανικό ζήτημα. Το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας, αντίθετα, αντιμετωπίζει την κίνηση αυτή ως οργανωμένη παρέμβαση στη δική του εκκλησιαστική δικαιοδοσία. Το αποτέλεσμα είναι ότι μια ήδη ευαίσθητη ισορροπία μετατράπηκε σε ανοιχτό πεδίο ανταγωνισμού επιρροής.

«Ο ρωσικός παράγοντας επιδίωκε πάντοτε να έχει λόγο στους χριστιανούς της Μέσης Ανατολής», αναφέρει η ίδια πηγή. Κατά την εκτίμησή της, η ρωσική επιρροή δεν εκδηλώνεται πάντοτε με ευθεία παρέμβαση, αλλά συχνά μέσα από την αξιοποίηση ρωγμών που υπάρχουν ήδη στο εσωτερικό ενός εκκλησιαστικού θεσμού. «Αν βρει τη ρωγμή, την επόμενη ημέρα μπορεί να σου τα έχει κάνει όλα οικόπεδο», λέει χαρακτηριστικά, περιγράφοντας τον κίνδυνο η εσωτερική διαίρεση να ανοίξει τον δρόμο σε εξωτερικά κέντρα επιρροής.

Το Σινά και το τουριστικό πρότζεκτ

Η συζήτηση για την περιουσία της μονής εξελίσσεται την ώρα που το αιγυπτιακό κράτος ολοκληρώνει ένα εκτεταμένο πρόγραμμα τουριστικής και οικιστικής ανάπτυξης γύρω από την Αγία Αικατερίνη. Το πρότζεκτ με τον εύγλωττο τίτλο «Great Transfiguration – Land of Peace» περιλαμβάνει τουριστικά καταλύματα, μεγάλες οδικές παρεμβάσεις και άλλα έργα υποδομής, που μοιραία θα αλλοιώσουν το ιστορικό τοπίο. Τον Ιούνιο του 2026, η αιγυπτιακή κυβέρνηση ανακοίνωσε ότι οι επενδύσεις προσεγγίζουν τα 25 δισ. αιγυπτιακές λίρες και ότι το έργο έχει ολοκληρωθεί κατά 97,5%.

Η UNESCO, ωστόσο, έχει διατυπώσει σοβαρές επιφυλάξεις για την κλίμακα και τις συνέπειες των παρεμβάσεων. Το 2023 ζήτησε να ανασταλούν τα έργα που δεν είχαν τότε ακόμη υλοποιηθεί έως ότου εκπονηθεί και αξιολογηθεί μελέτη επιπτώσεων. Το 2025, παρότι η Αίγυπτος είχε υποβάλει αναθεωρημένη μελέτη, η Επιτροπή Παγκόσμιας Κληρονομιάς επέμεινε να μην προχωρήσουν νέες παρεμβάσεις προτού ολοκληρωθεί ο τεχνικός έλεγχος. Ζήτησε επίσης επείγουσα επιτόπια αποστολή εμπειρογνωμόνων, ολοκληρωμένα σχέδια διαχείρισης και συντήρησης και ειδική προστασία του φυσικού τοπίου, το οποίο θεωρεί αναπόσπαστο στοιχείο της αξίας του μνημείου.

«Αξιοποιείται η Χερσόνησος για τουριστικούς λόγους. Είναι οικονομικό το κίνητρο», υποστηρίζει η πιο επικριτική από τις πηγές που μίλησαν για το θέμα. Η εκτίμηση δεν αρκεί για να αποδείξει ότι η δικαστική διαμάχη οργανώθηκε αποκλειστικά προς εξυπηρέτηση του τουριστικού έργου. Η αντιδικία είχε άλλωστε ξεκινήσει χρόνια νωρίτερα, σε περιβάλλον ισλαμιστικής πίεσης και αμφισβήτησης της ελληνικής παρουσίας. Καταγράφει όμως μια νέα πραγματικότητα για τη γη, τις διαδρομές και τις χρήσεις γύρω από τη Μονή Σινά, εφόσον ένα επενδυτικό σχέδιο τέτοιας κλίμακας είναι νομοτελειακά αδύνατον να σεβαστεί την ιερότητα του τόπου και του τοπίου.

Η μονή βρίσκεται μπροστά σε επιλογές οι οποίες μάλλον δεν έχουν ανώδυνες εκδοχές. Μένει να φανεί αν η αποδοχή μιας συμφωνίας μπορεί να προσφέρει ισχυρή κατοχύρωση της ιστορικής μοναστικής παρουσίας, όπως προσδοκούν πηγές με γνώση των συνομιλιών, έχοντας όμως σε κάθε περίπτωση ως αφετηρία την κυριότητα του αιγυπτιακού Δημοσίου στην ιστορική Ιερά Μονή.

lifo.gr