Η τελευταία πτήση του δημιουργού του «Μικρού Πρίγκιπα», οι θεωρίες για την εξαφάνισή του και τα ευρήματα που εντοπίστηκαν περισσότερο από μισό αιώνα αργότερα
Στις 31 Ιουλίου 1944, στη διάρκεια μιας αναγνωριστικής αποστολής πάνω από την κατεχόμενη Γαλλία, ο Αντουάν ντε Σεντ-Εξιπερί εξαφανίστηκε μαζί με το αεροπλάνο του, αφήνοντας πίσω του ένα μυστήριο που παρέμεινε άλυτο για δεκαετίες.
Οι περισσότεροι γνωρίζουν το όνομά του χάρη στον «Μικρό Πρίγκιπα», ένα από τα πιο αγαπημένα βιβλία της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Ο Σεντ-Εξιπερί υπήρξε μία από τις πιο ξεχωριστές μορφές των γαλλικών γραμμάτων του 20ού αιώνα.

Υπήρξε, όμως, και έμπειρος αεροπόρος. Για εκείνον η αεροπορία αποτελούσε τρόπο ζωής και βασική πηγή έμπνευσης. Στα βιβλία του μετέφερε τις εμπειρίες των πτήσεων, τη μοναξιά του ουρανού και την αγωνία του κινδύνου, μετατρέποντάς τες σε ένα έργο που μιλούσε για τη φιλία, την ευθύνη, την απώλεια, την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και την ανάγκη για επικοινωνία.
Το πρωί της 31ης Ιουλίου 1944, ο Αντουάν ντε Σεντ-Εξιπερί μπήκε στο αεροπλάνο του για ακόμη μία πολεμική αποστολή. Ήταν 44 ετών, καταπονημένος από παλαιότερα αεροπορικά ατυχήματα και πολύ μεγαλύτερος από τους περισσότερους πιλότους που εξακολουθούσαν να πετούν σε συνθήκες πολέμου.
Παρά τις αντιρρήσεις των ανωτέρων και των φίλων του, δε δεχόταν να μείνει στο έδαφος.
Ο συγγραφέας του «Μικρού Πρίγκιπα», της «Νυχτερινής πτήσης» και της «Γης των ανθρώπων» απογειώθηκε από την Κορσική με ένα Lockheed P-38 Lightning, με αποστολή να φωτογραφίσει και να καταγράψει τις κινήσεις των γερμανικών δυνάμεων στην κατεχόμενη Γαλλία.
Ο συγγραφέας που επέμενε να πετά
Σύμφωνα με «ΤΟ ΒΗΜΑ» της 8ης Νοεμβρίου 1998, ο Σεντ-Εξιπερί απογειώθηκε στις 8.45 το πρωί της 31ης Ιουλίου 1944:
«Ήταν υπερβολικά μεγάλος για πιλότος πολεμικής αεροπορίας και μονάχα η επιμονή του είχε πείσει τον αμερικανό διοικητή να του εμπιστευτεί την αναγνωριστική αποστολή στους ουρανούς της γαλλικής Γκρενόμπλ, πάνω από την κατεχόμενη Γαλλία.
»Επρόκειτο για ένα δύσκολο έργο, καθώς το αριστερό χέρι του ήταν εν μέρει παράλυτο. »Λίγο πριν από την απογείωση εξομολογείται στον φίλο του Πιερ Νταλός, που τον προέτρεπε να σταματήσει πια τις πτήσεις:
“Δεν μετανιώνω για τίποτε”.

»Στις 12.30 το μεσημέρι τα ραντάρ χάνουν το σήμα του αεροπλάνου. Ύστερα από κάποιες ώρες οι αξιωματικοί δηλώνουν την επίσημη εξαφάνισή του. Το αεροπλάνο χάθηκε μαζί με τον Εξυπερύ. Ο “Μικρός Πρίγκιπας” ορφάνεψε».
Για δεκαετίες, η εξαφάνισή του παρέμενε ένα από τα μεγαλύτερα μυστήρια της σύγχρονης λογοτεχνικής ιστορίας. Το αεροπλάνο δεν είχε εντοπιστεί, η σορός του δεν είχε βρεθεί και κανείς δεν μπορούσε να πει με βεβαιότητα τι είχε συμβεί στη διάρκεια της τελευταίας πτήσης.
Οι θεωρίες για την εξαφάνιση
Μετά τον πόλεμο διατυπώθηκαν πολλές θεωρίες για την τύχη του αεροπλάνου. «ΤΟ ΒΗΜΑ» ανέφερε:
«Τρεις υποθέσεις είχαν γίνει για την εξαφάνισή του: βλάβη στις φιάλες οξυγόνου, επίθεση από γερμανικό καταδιωκτικό ή αντιαεροπορικά πυρά».
Καμία από αυτές τις εκδοχές, όμως, δεν αποδείχθηκε οριστικά:
«Το 1972 δημοσιεύθηκαν, μετά θάνατον, τα απομνημονεύματα του γερμανού πιλότου Ρόμπερτ Χάιχελ: θυμόταν ότι είχε κυνηγήσει και χτυπήσει ένα Lightning P38 στις 31 Ιουλίου 1944. Θα μπορούσε να ήταν το αεροπλάνο του Σεντ-Εξυπερύ, γιατί σύμφωνα με τα αμερικανικά αρχεία μονάχα ένα Lightning P38 είχε πετάξει εκείνη την ημέρα.
»Εχει ειπωθεί επίσης ότι ο Σεντ-Εξυπερύ ίσως είναι θαμμένος στο νεκροταφείο της Καρκέραν στην Προβηγκία, όπου κείται το πτώμα -χωρίς το ένα χέρι και τα πόδια- ενός αγνώστου που βρέθηκε στις 3 Σεπτεμβρίου 1944. Η οικογένεια του συγγραφέα όμως είχε αντιταχθεί στην εκταφή του».
Για περισσότερο από μισό αιώνα, δεν υπήρχε ούτε ένα βέβαιο υλικό ίχνος από την τελευταία πτήση. Μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1998.
Το βραχιόλι στα δίχτυα ενός ψαρά
Στις 26 Σεπτεμβρίου 1998, ο γάλλος ψαράς Ζαν-Λουί Μπιάνκο ανέσυρε με τα δίχτυα του, στα ανοιχτά της Μασσαλίας, ένα ασημένιο βραχιόλι. Αρχικά δε γνώριζε σε ποιον ανήκε. Καθώς, όμως, άρχισε να το καθαρίζει, εμφανίστηκε πάνω του το όνομα «Antoine de Saint-Exupéry».
«Η θάλασσα είναι τόσο μεγάλη, και το βραχιόλι τόσο μικρό. Πρόκειται για θαύμα», έλεγε ο καπετάνιος Ζαν-Λουί Μπιάνκο.
Στο βραχιόλι ήταν χαραγμένα ακόμη το όνομα της συζύγου του συγγραφέα, Κονσουέλο, καθώς και το όνομα και η διεύθυνση του αμερικανού εκδότη του στη Νέα Υόρκη:
«Σκέφτηκα ότι δεν ήταν δυνατόν, ότι ονειρευόμουν. Αλλά το βραχιόλι έγραφε “Antoine de Saint-Exupery (Consuelo) – c/o Reynal and Hitchcock Inc – 386 4th Ave NY City – USA”».
Το εύρημα αποτελούσε την πρώτη ισχυρή ένδειξη ότι ο Σεντ-Εξιπερί είχε πέσει στη Μεσόγειο, σε περιοχή διαφορετική από εκείνη στην οποία επικεντρώνονταν μέχρι τότε οι περισσότερες έρευνες.

Τα συντρίμμια του Lightning
Τα επόμενα χρόνια, δύτες και ερευνητές εντόπισαν στον βυθό τμήματα ενός P-38 Lightning. Όπως έγραφαν «ΤΑ ΝΕΑ» της 8ης Απριλίου 2004, σε δημοσίευμα της Μαίρης Αδαμοπούλου, επιβεβαιώθηκε ότι τα συντρίμμια ανήκαν πράγματι στο αεροσκάφος του Σεντ-Εξιπερί.
Η ταυτοποίηση έγινε χάρη στον αριθμό κατασκευαστή 2734, ο οποίος αντιστοιχούσε στον στρατιωτικό αριθμό του αεροπλάνου του:
«Μου ήρθαν δάκρυα στα μάτια μόλις αντίκρισα τον αριθμό», δήλωνε τότε ο Πιερ Μπέκερ, επικεφαλής της εταιρείας που συνεργάστηκε με τη γαλλική υπηρεσία υποβρύχιας αρχαιολογίας.
Η ανακάλυψη είχε δώσει τέλος στο ερώτημα σχετικά με το πού είχε πέσει το αεροπλάνο. Δεν έδωσε, όμως, απάντηση στο γιατί.
Στα τμήματα που ανασύρθηκαν δεν εντοπίστηκαν εμφανή ίχνη από σφαίρες, ούτε κάποιο σαφές μηχανικό πρόβλημα. Οι ειδικοί οδηγήθηκαν στην εκτίμηση ότι το αεροπλάνο είχε πέσει στη θάλασσα σχεδόν κάθετα και με μεγάλη ταχύτητα.
«Δεν υπήρχε πρόβλημα στον έλικα, ούτε ίχνη από σφαίρες. Οδηγούμαστε στο συμπέρασμα πως έκανε μια σχεδόν κάθετη βουτιά με μεγάλη ταχύτητα. Ωστόσο δεν υπάρχουν άλλα στοιχεία», έλεγε ο ιστορικός της Πολεμικής Αεροπορίας Φιλίπ Καστελάνο, επισημαίνοντας πως «ίσως δεν μάθουμε ποτέ τα πραγματικά αίτια».
Στο αφιέρωμα του 1964, ο συγγραφέας και φίλος του Αντρέ Σαμσόν θυμόταν μια φράση από το κείμενο του Σεντ-Εξιπερί «Ο Αεροπόρος»:
«Μπροστά στον πιλότο που πέφτει, όπως στον βουτηχτή η θάλασσα, ξεπετιέται η γη».
Η φράση αυτή, όπως σημείωνε, έμοιαζε εκ των υστέρων προφητική. Ο Σαμσόν κατέληγε:
«Τίποτε δεν μπορεί να προστεθεί στην τελευταία αυτή πράξη. Μέσα από τον θάνατό του ο Σαιντ Εξυπερύ ξαναβρήκε το έργο του, γιατί το έργο του ήταν η γη. Εάν είχε ζήσει, ίσως θα είχε προσθέσει μερικά ακόμη βιβλία, αλλά, ευτυχώς για μας, ό,τι είχε να πει πρόφθασε να μας το πει».