Το πλοίο χρονολογείται στους ύστερους κλασικούς χρόνους, σύμφωνα με την ανακοίνωση του υπουργείου Πολιτισμού, και προσφέρει νέα στοιχεία για το εμπόριο στα τέλη του 5ου και τις αρχές του 4ου αιώνα π. Χ.

Η Εφορεία Εναλίων Αρχαιοτήτων του Υπουργείο Πολιτισμού πραγματοποίησε αυτοψία ύστερα από υπόδειξη ιδιώτη σε θαλάσσια περιοχή της νήσου Άνδρου, όπου εντόπισε το φορτίο ενός αρχαίου πλοίου.

Το ναυάγιο εντοπίστηκε σε βάθος 39-44 μέτρων και το φορτίο του συνίσταται από εμπορικούς οξυπύθμενους αμφορείς (φωτ. 1, 2). Διαπιστώθηκε η ύπαρξη τουλάχιστον τριών διαφορετικών τύπων εμπορικών οξυπύθμενων αμφορέων (Μένδης, Πεπαρήθου και Solokha 2 (φωτ. 3).

1. Φωτομωσαϊκό του ναυαγίου

2. Η συγκέντρωση των αμφορέων σε βάθος -44μ.

Κατά τη διάρκεια της αυτοψίας ανελκύσθηκαν δειγματοληπτικά ένας αμφορέας από κάθε τύπο (φωτ. 4). Το χρονολογικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσονται οι εν λόγω αμφορείς ορίζεται στα τέλη του 5ου και τις αρχές του 4ου αιώνα π. Χ.

Στον χώρο του ναυαγίου εντοπίσθηκε επίσης τμήμα μολύβδινου στύπου άγκυρας, καθώς και ολιγάριθμοι λίθοι οι οποίο ενδεχομένως να σχετίζονται με το έρμα του πλοίου. Κατά μία πρώτη εκτίμηση καταμετρήθηκαν περίπου 600-650 αμφορείς.

Δειγματοληπτική ανέλκυση εμπορικού οξυπύθμενου αμφορέα

Το ιδιαίτερα ενδιαφέρον εύρημα εμπλουτίζει τις γνώσεις μας για το εμπόριο και τη ναυσιπλοΐα στη περίοδο των ύστερων κλασσικών χρόνων. Η περαιτέρω μελέτη του ευρήματος θα προσφέρει προφανώς και άλλες ενδιαφέρουσες πληροφορίες τόσο για το φορτίο του όσο και για την προέλευσή του.

Το κλιμάκιο της Εφορείας Εναλίων Αρχαιοτήτων αποτελούσαν οι Ευαγγελιστής Διονύσιος, καταδυόμενος αρχαιολόγος, Τσομπανίδης Άγγελος, καταδυόμενος συντηρητής αρχαιοτήτων και Μερσενιέ Λούι, τεχνικός βυθού.

tovima.gr