Ο τραγουδιστής & λαουτιέρης των ΓΚΙΝΤΙΚΙ Τάσος Κοφοδήμος μιλά στην Πρωινή

Συνέντευξη στην Ηρώ Ρήγα

Με τους Γκιντίκι γνωριστήκαμε το 2019, όταν με την Collectiva Artenativa τους φιλοξενήσαμε για πρώτη φορά στην Ηλεία σε μια συναυλία στον Πύργο. Ήταν τότε μια παρέα μουσικών από τη Θεσσαλονίκη, που έφερνε στη σκηνή τη δική της ματιά πάνω στην παράδοση. Εκείνη η βραδιά έχει χαραχτεί έντονα στη μνήμη μας, όχι μόνο για τη μουσική, αλλά κυρίως για την αμεσότητα με την οποία κατάφεραν να συνδεθούν με τον κόσμο. Από τότε πέρασαν χρόνια. Οι Γκιντίκι ταξίδεψαν σε όλη την Ελλάδα και στο εξωτερικό, μεγάλωσαν το κοινό τους και καθιερώθηκαν ως ένα από τα πιο ξεχωριστά σχήματα της νέας ελληνικής μουσικής σκηνής. Λίγο πριν επιστρέψουν στην Ηλεία, αυτή τη φορά για τη συναυλία της Δευτέρας στην Κρέστενα, που διοργανώνουν ο Σύλλογος Φιλοπροόδων Κρεστένων και ο Πολιτιστικός Όμιλος «Δρώμενα», ξαναμιλήσαμε με τον Τάσο Κοφοδήμο (λαουτιέρη και τραγουδιστή των Γκιντίκι) για τη διαδρομή τους, τη μουσική που τους ενώνει και τον τρόπο με τον οποίο η παράδοση συνεχίζει να βρίσκει χώρο στο σήμερα.

Οι περισσότεροι γνωρίζουν τους Γκιντίκι ως ένα συγκρότημα που έφερε την παραδοσιακή μουσική πιο κοντά σε ένα νέο κοινό. Πώς γεννήθηκε όμως αυτή η ιδέα; Πώς βρέθηκε μια παρέα νέων ανθρώπων να επιλέγει αυτόν τον δρόμο, αντί για ένα πιο «εύκολο» ή πιο εμπορικό μουσικό είδος;

Στην πραγματικότητα δεν υπήρξε ποτέ κάποια πρόθεση να κάνουμε κάτι διαφορετικό ή να «συστήσουμε» την παράδοση στους νέους. Όλα ξεκίνησαν από την προσωπική μας σχέση με αυτή τη μουσική. Στην αρχή ήταν ένα σχετικά άγνωστο πεδίο για εμάς, οπότε όσο περισσότερο την ανακαλύπταμε και τη γνωρίζαμε, τόσο περισσότερο συνειδητοποιούσαμε πόσο ζωντανή και ανεξάντλητη είναι.

Όταν αρχίσαμε να παίζουμε μαζί, καταλάβαμε ότι αυτά τα τραγούδια μπορούν να επικοινωνήσουν με τον σημερινό κόσμο με πηγαίο και άμεσο τρόπο. Δεν μας απασχόλησε ποτέ αν η επιλογή αυτή ήταν εμπορική. Το σημαντικό ήταν να παίξουμε μια μουσική που μας συγκινούσε πραγματικά.

Ακούγοντας τους Γκιντίκι, γίνεται αμέσως αντιληπτό ότι δεν αντιμετωπίζετε την παράδοση ως κάτι μουσειακό ή στατικό. Πού τελειώνει ο σεβασμός στην αυθεντική μορφή ενός τραγουδιού και από πού αρχίζει η δική σας καλλιτεχνική παρέμβαση;

Για εμάς ο σεβασμός δεν σημαίνει πιστή αντιγραφή. Η παράδοση δεν δημιουργήθηκε για να μείνει αναλλοίωτη, αλλά για να περνά από γενιά σε γενιά και να αποκτά κάθε φορά νέα χαρακτηριστικά.

Αυτό που προσπαθούμε να διατηρήσουμε είναι ο χαρακτήρας και η ψυχή κάθε τραγουδιού. Από εκεί και πέρα, είναι αναπόφευκτο να περάσει μέσα από τις δικές μας εμπειρίες, τις μουσικές επιρροές και τον τρόπο που παίζουμε σήμερα. Έτσι βλέπουμε την εξέλιξη της παράδοσης, δηλαδή όχι ως αλλοίωση, αλλά ως μια φυσική συνέχεια που μεταπλάθεται με τα χρόνια.

Από τις πρώτες εμφανίσεις στη Θεσσαλονίκη μέχρι τη μετακόμιση στην Αθήνα και τις κατάμεστες συναυλίες των τελευταίων χρόνων, τι πιστεύετε ότι έχει αλλάξει περισσότερο; Οι ίδιοι οι Γκιντίκι ή το κοινό που άρχισε να σας ανακαλύπτει;

Είναι δύσκολο να ξεχωρίσουμε το ένα από το άλλο. Εμείς, μέσα από τα χρόνια, μαθαίνουμε να επικοινωνούμε καλύτερα μεταξύ μας και να διαχειριζόμαστε διαφορετικές σκηνές και κοινά.

Ταυτόχρονα, όμως, βλέπουμε ότι έχει αλλάξει και η στάση του κόσμου απέναντι στην παραδοσιακή μουσική. Σήμερα έρχεται πολύ περισσότερος κόσμος στις συναυλίες, όχι από νοσταλγία, αλλά επειδή ανακαλύπτει ότι αυτή η μουσική μπορεί να τον εκφράσει και στο παρόν.

Τα τελευταία χρόνια βλέπουμε την παραδοσιακή μουσική να κερδίζει συνεχώς έδαφος, ιδιαίτερα στις νεότερες ηλικίες. Πιστεύετε ότι πρόκειται για μια παροδική τάση ή ότι η ελληνική μουσική αναζητά ξανά τις ρίζες της με πιο ουσιαστικό τρόπο;

Θα ήταν εύκολο να το χαρακτηρίσει κανείς μόδα, αλλά νομίζουμε ότι συμβαίνει κάτι βαθύτερο. Βλέπουμε όλο και περισσότερους νέους να πλησιάζουν την παράδοση χωρίς προκαταλήψεις και να την αντιμετωπίζουν ως μια ζωντανή μορφή έκφρασης.

Αυτό γίνεται χωρίς στερεότυπα και χωρίς την ανάγκη να μπουν ταμπέλες στο τι είναι «παλιό» και τι «σύγχρονο». Ίσως σήμερα να υπάρχει μεγαλύτερη ανάγκη για μουσική που έχει αμεσότητα, συναίσθημα και ουσία. Αν η παράδοση μπορεί να εμπνεύσει νέους ανθρώπους και να αποτελέσει αφετηρία για καινούργιες δημιουργίες, τότε μιλάμε για μια εξέλιξη που έχει πραγματικό βάθος και όχι για μια πρόσκαιρη τάση.

Το καλοκαίρι η Ελλάδα γεμίζει συναυλίες και φεστιβάλ, όμως τον χειμώνα, ειδικά στην επαρχία, οι ευκαιρίες για ζωντανή μουσική είναι πολύ πιο περιορισμένες. Εσείς που ταξιδεύετε σε όλη τη χώρα, πώς βιώνετε αυτή την πραγματικότητα; Και τι πιστεύετε ότι χρειάζεται ώστε οι μικρότερες πόλεις να αποκτήσουν μια πιο σταθερή και ζωντανή μουσική ζωή όλον τον χρόνο;

Το διαπιστώνουμε σχεδόν σε κάθε περιοδεία. Υπάρχει μεγάλη διάθεση από τον κόσμο, αλλά οι ευκαιρίες δεν είναι πάντα οι ίδιες σε όλες τις περιοχές της χώρας. Το καλοκαίρι η πολιτιστική δραστηριότητα είναι έντονη, ενώ τον χειμώνα αρκετές πόλεις δυσκολεύονται να διατηρήσουν μια σταθερή μουσική κίνηση.

Πιστεύουμε ότι χρειάζονται περισσότεροι χώροι, συνεργασίες και πρωτοβουλίες που θα στηρίζουν τη ζωντανή μουσική σε μόνιμη βάση. Όπου υπάρχει συνέπεια, βλέπουμε ότι το κοινό ανταποκρίνεται και δημιουργείται μια πραγματική μουσική κοινότητα.

Έχετε παίξει σχεδόν σε κάθε γωνιά της Ελλάδας, από μεγάλα φεστιβάλ μέχρι μικρές πόλεις σαν τη δική μας. Τι είναι αυτό που κάνει το κοινό της επαρχίας να ξεχωρίζει; Είναι διαφορετική η σχέση που χτίζεται εκεί σε σύγκριση με την Αθήνα ή ακόμα και με το εξωτερικό;

Κάθε συναυλία έχει τη δική της προσωπικότητα, όμως στις μικρότερες πόλεις πολλές φορές αισθανόμαστε μια πιο άμεση σύνδεση με τον κόσμο. Υπάρχει μια αμεσότητα που θυμίζει περισσότερο γλέντι παρά τυπική συναυλία.

Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι στην Αθήνα ή στο εξωτερικό η ανταπόκριση είναι μικρότερη. Απλώς κάθε τόπος εκφράζει διαφορετικά τον ενθουσιασμό του. Για εμάς, το σημαντικό είναι να δημιουργείται εκείνη η στιγμή που μουσικοί και κοινό γίνονται μία παρέα.

Αν μετά από μία συναυλία κάποιος που δεν γνώριζε μέχρι σήμερα τους Γκιντίκι φύγει έχοντας κρατήσει μόνο ένα πράγμα από αυτή την εμπειρία, ποιο θα θέλατε να είναι;

Θα θέλαμε να φύγει με την αίσθηση ότι η παραδοσιακή μουσική δεν είναι κάτι μακρινό ή ξεπερασμένο. Ότι μπορεί να σε συγκινήσει, να σε κάνει να χορέψεις, να τραγουδήσεις και να νιώσεις μέρος μιας κοινής εμπειρίας, ακόμη κι αν την ακούς για πρώτη φορά.

Αν μετά τη συναυλία κάποιος θελήσει να ψάξει περισσότερο αυτή τη μουσική, τότε πιστεύουμε ότι έχουμε πετύχει κάτι ουσιαστικό.

Έχετε ήδη αφήσει το στίγμα σας τόσο στις ζωντανές εμφανίσεις όσο και στη δισκογραφία. Τι να περιμένουμε από τους Γκιντίκι το επόμενο διάστημα;

Δεν μας αρέσει να προγραμματίζουμε την εξέλιξή μας με βάση τις προσδοκίες. Προσπαθούμε κάθε καινούργια δουλειά να προκύπτει φυσικά, μέσα από όσα ζούμε στις συναυλίες και στη μεταξύ μας δημιουργική διαδικασία. Σίγουρα υπάρχουν νέες ιδέες και νέο υλικό που επεξεργαζόμαστε, όμως αυτό που θέλουμε να παραμείνει σταθερό είναι η φιλοσοφία μας, το να προσεγγίζουμε την παράδοση με μια διάθεση εξέλιξης και πειραματισμού.