Φοβερή δυσφορία επικρατούσε την 20/07, στις 13:30 στην πόλη του Πύργου. Σύμφωνα με τον μετεωρολογικό σταθμό του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών, η θερμοκρασία ανερχόταν στους 36,7°C, με τη σχετική υγρασία στο 53%, με αποτέλεσμα η αισθητή θερμοκρασία να φτάνει τους 45,9°C.

Εξαιρετικά υψηλή δυσφορία επικρατούσε και σε άλλες περιοχές της Δυτικής Ελλάδας. Στην Πρέβεζα, ο μετεωρολογικός σταθμός κατέγραφε 33°C με 75% σχετική υγρασία, ενώ η αισθητή θερμοκρασία άγγιζε τους 48°C, δημιουργώντας εξαιρετικά αποπνικτικές συνθήκες.

Οι συνθήκες αυτές αυξάνουν σημαντικά την καταπόνηση του ανθρώπινου οργανισμού, είναι ιδιαίτερα επικίνδυνες για την ανθρώπινη υγεία, καθώς ο συνδυασμός υψηλής θερμοκρασίας και αυξημένης υγρασίας δυσχεραίνει σημαντικά τη φυσιολογική αποβολή θερμότητας από τον οργανισμό. Αυξάνεται έτσι ο κίνδυνος σοβαρής αφυδάτωσης, θερμικής εξάντλησης και θερμοπληξίας, με πιθανές εκδηλώσεις έντονης αδυναμίας, ζάλης, σύγχυσης ή ακόμη και απώλειας συνείδησης. Ιδιαίτερα ευάλωτοι είναι οι ηλικιωμένοι, τα παιδιά, τα άτομα με χρόνια νοσήματα και όσοι εργάζονται σε εξωτερικούς χώρους. Απαιτείται περιορισμός των μετακινήσεων και της σωματικής δραστηριότητας, συχνή ενυδάτωση και παραμονή σε δροσερούς ή κλιματιζόμενους χώρους.

Παρόμοιο, αν και όχι τόσο ισχυρό, επεισόδιο δυσφορίας είχε καταγραφεί την 1η Αυγούστου 2020, όταν ο συνδυασμός υψηλών θερμοκρασιών και αυξημένης υγρασίας είχε επίσης δημιουργήσει ιδιαίτερα επιβαρυμένες βιομετεωρολογικές συνθήκες στην Δυτική Ελλάδα.

Για ακόμη μία φορά αναδεικνύεται, σε τοπικό επίπεδο, το σοβαρό έλλειμμα έγκαιρης ενημέρωσης και προειδοποίησης στον τομέα της Πολιτικής Προστασίας. Δυστυχώς, δεν φαίνεται να υπάρχει συστηματική παρακολούθηση των τρεχουσών μετεωρολογικών συνθηκών και των κινδύνων που αυτές συνεπάγονται για τη δημόσια υγεία και ασφάλεια.

Όπως επισημαίνω εδώ και δεκαετίες, κάθε Περιφέρεια —και ιδανικά κάθε Περιφερειακή Ενότητα— θα πρέπει να διαθέτει τον δικό της μετεωρολόγο, με θεσμικό ρόλο στη συνεχή παρακολούθηση των καιρικών συνθηκών, στην έγκαιρη εκτίμηση των κινδύνων και στην άμεση ενημέρωση της Πολιτικής Προστασίας και των πολιτών. Η πρόληψη δεν μπορεί να βασίζεται σε αποσπασματικές ανακοινώσεις, αλλά απαιτεί συνεχή επιστημονική παρακολούθηση, επιχειρησιακή ετοιμότητα και ουσιαστική τοπική γνώση, ώστε οι αποφάσεις να λαμβάνονται έγκαιρα και οι πολίτες να προστατεύονται αποτελεσματικά.