Οι αλλεπάλληλες εξάρσεις μεταδοτικών νοσημάτων κάνουν τους κτηνοτρόφους να χάνουν τα κοπάδια και εισόδημά τους. Τώρα οι επιπτώσεις περνάνε στην αγορά, στην επάρκεια γάλακτος και κρέατος, στην τιμή της φέτας και των υπόλοιπων τυροκομικών προϊόντων.
Τρία χρόνια τώρα, η ελληνική κτηνοτροφία βρίσκεται σε καθεστώς συναγερμού. Πρώτα η πανώλη, μετά η ευλογιά και στη συνέχεια ο αφθώδης πυρετός θερίζουν κοπάδια και κτηνοτροφικές μονάδες.
Στη Λέσβο, εξαιτίας του αφθώδους πυρετού, έχουν γίνει περισσότερες από 50.000 θανατώσεις ζώων, ενώ η ευλογιά που προηγήθηκε, με κρούσματα σε 30 περιφερειακές ενότητες δεν έχει ακόμη εξαλειφθεί. Πριν από δύο μέρες, εντοπίστηκαν νέες εστίες στην Αρκαδία και στις Σέρρες και η τελευταία καταγραφή του υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης ανέφερε 488.754 θανατώσεις αιγοπροβάτων εξαιτίας της νόσου σε 2.681 εκτροφές.
Οι κτηνίατροι των δημόσιων κτηνιατρικών υπηρεσιών υποστηρίζουν ότι, λόγω της υποστελέχωσης, βρίσκονται μονίμως πίσω από τις ασθένειες. Μέχρι να ληφθούν δείγματα, να αποτυπωθεί η διασπορά και να χαραχθούν οι ζώνες επιτήρησης, η ευλογιά και ο αφθώδης πυρετός δημιουργούν νέες εστίες και χτυπούν νέες κτηνοτροφικές μονάδες και κοπάδια.
Όσο διάστημα είναι ενεργές οι νόσοι και το ζωικό κεφάλαιο της χώρας αποδεκατίζεται, το δίλημμα «εμβολιάζουμε ή δεν εμβολιάζουμε» μπαίνει ξανά και ξανά στη δημόσια συζήτηση, από κτηνοτρόφους, επιστήμονες αλλά και από ευρωπαϊκές εκθέσεις και παρεμβάσεις της Κομισιόν.
«Στη Λέσβο έχουμε ξεπεράσει τις 50.000 θανατώσεις και κοντεύουμε τις 60.000. Είναι μια τεράστια απώλεια, που αγγίζει σημαντικό ποσοστό του συνολικού ζωικού κεφαλαίου του νησιού και ανατρέπει πλήρως την παραγωγική μας βάση».
Το υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης επιμένει προς το παρόν στη μαζική θανάτωση ως αποκλειστική στρατηγική ελέγχου του αφθώδους πυρετού και της ευλογιάς, μαζί με περιορισμούς στις μετακινήσεις ζώων και μέτρα βιοασφάλειας, επικαλούμενο τον κίνδυνο περιορισμών στις εξαγωγές προϊόντων και ειδικά της φέτας, οι εξαγωγές της οποίας για το 2024 έφτασαν περίπου τους 97.000 τόνους και τα 785 εκατ. ευρώ, ενώ οι εκτιμήσεις για το 2025 αναφέρουν εξαγωγές 100.000 τόνων, ύψους 850 εκατ. ευρώ.
Όμως το για ποια νοσήματα δεν εμβολιάζουμε ή εμβολιάζουμε, και, αν το κάνουμε, με ποιο εμβόλιο, για ποιον λόγο και με ποιον στόχο, είναι μια διαφορετική και δύσκολη, από ό,τι φαίνεται, συζήτηση, τουλάχιστον όπως καταλάβαμε από τα δεδομένα που μας παρουσίασαν οι επιστήμονες με τους οποίους μιλήσαμε.

Ακόμη και στην περίπτωση που η χώρα θα αποφάσιζε να εμβολιάσει, θεωρώντας πιθανή μια τέτοια εκδοχή, κυρίως για την αντιμετώπιση του αφθώδους πυρετού, θέτουν το ερώτημα πώς μπορεί να οργανωθεί εμβολιαστικό σχέδιο όταν δεν υπάρχει στη χώρα σαφής και πλήρης εικόνα ούτε για το ζωικό κεφάλαιο ούτε για την πραγματική έκταση της διασποράς των επιζωοτιών, όπως ονομάζονται επιστημονικά οι μολυσματικές, μεταδοτικές αυτές νόσοι.
Ειδικά για την ευλογιά, τα πράγματα περιπλέκονται ακόμη περισσότερο, όπως μας λένε, λόγω των παράνομων εμβολιασμών. Σύμφωνα με δημόσια παραδοχή του υπουργείου, έχουν πραγματοποιηθεί περίπου 1 εκατομμύριο παράνομοι εμβολιασμοί. «Αν κανείς δεν ξέρει ποια ζώα έχουν εμβολιαστεί και πού, τότε δεν είναι βέβαιο ότι η επιδημιολογική εικόνα πάνω στην οποία χαράσσεται η στρατηγική είναι η πραγματική», λένε.
Όταν η χώρα τρέχει πίσω από την ευλογιά και τον αφθώδη πυρετό
Ο Βασίλης Δελησταμάτης, στα πολλά χρόνια που εργάζεται ως κτηνίατρος του Δημοσίου στον Έβρο, έχει κληθεί να διαχειριστεί τρεις φορές αφθώδη πυρετό και οκτώ φορές τη νόσο της ευλογιάς. Είναι μέλος του Γεωτεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδος (ΓΕΩΤΕΕ), με μακρά εμπειρία σε επιζωοτίες.

Το γεγονός ότι η χώρα διανύει τον τρίτο χρόνο χωρίς να έχει καταφέρει να απαλλαγεί από την ευλογιά είναι κάτι που, όπως λέει, δεν έχει ξανασυμβεί: «Κάθε φορά που είχαμε ευλογιά, άντε να διαρκούσε οκτώ με εννέα μήνες. Ξεκινούσαμε Ιούλιο και τελειώναμε Δεκέμβριο, Γενάρη», λέει. Τον ρωτάμε γιατί μπαίνουμε στον τρίτο χρόνο κρίσης, με διαδοχικά κύματα και εκατοντάδες χιλιάδες θανατώσεις. «Τρέχουμε πίσω από την ασθένεια», απαντά, δείχνοντας την υποστελέχωση των κτηνιατρικών υπηρεσιών.
Ο Β. Δελησταμάτης πήγε στη Λέσβο 15 περίπου μέρες μετά την ανίχνευση των πρώτων κρουσμάτων αφθώδους πυρετού, για να ενισχύσει την ομάδα πεδίου. Στη Λέσβο, όπως περιγράφει, οι δυνάμεις πεδίου δεν επαρκούσαν για να γίνει γρήγορα η ιχνηλάτηση. «Όταν έφτασα στο νησί, ήταν στο πεδίο επτά άτομα, που είναι οι μόνιμοι συνάδελφοι, δύο άτομα εποχικοί, τρεις συνάδελφοι από το κτηνιατρικό εργαστήριο στη Θεσσαλονίκη και δύο στρατιωτικοί κτηνίατροι. Είμασταν 12-13 άτομα. Με τόσα άτομα δεν μπορείς να κάνεις ιχνηλάτηση και επιδημιολογική διερεύνηση σε ένα νησί με 480.000 ζωικού κεφαλαίου, στο οποίο είναι καταγεγραμμένες τρεις χιλιάδες εκτροφές, δηλαδή κτηνοτροφικές μονάδες». Και προσθέτει: «Φανταστείτε ότι όταν έχουμε υπόνοια μίας εστίας αφθώδους πυρετού πρέπει να ετοιμάσουμε γύρω στα 15 χαρτιά για κάθε εστία. Αυτό τι σημαίνει; Ότι για τους επτά κτηνιάτρους που έχω μόνιμους, οι δύο τουλάχιστον είναι παροπλισμένοι και ασχολούνται με τη γραφειοκρατία».

Τι σημαίνει ιχνηλάτηση και πόσο σημαντική είναι μάς εξηγεί ο Γεώργιος Αρσένος, καθηγητής στο Τμήμα Κτηνιατρικής και διευθυντής του Εργαστηρίου Ζωικής Παραγωγής και Προστασίας Περιβάλλοντος: «Έγκαιρη ιχνηλάτηση μιας επιζωοτίας σημαίνει ότι αποκτούμε σαφή εικόνα της διασποράς προτού προλάβει ο ιός να δημιουργήσει νέες εστίες. Δηλαδή, από τη στιγμή που θα γίνει εργαστηριακή επιβεβαίωση ενός κρούσματος, οι εκτροφές που είναι επιδημιολογικά συνδεδεμένες με αυτή στην οποία εντοπίστηκε το 1ο κρούσμα (κρούσμα 0) πρέπει να εντοπίζονται και να ελέγχονται μέσα σε 24-72 ώρες από την επιβεβαίωση και όχι μετά από εβδομάδες ή και μήνες, όπως φαίνεται να συμβαίνει στη χώρα. Σε ό,τι αφορά τα δείγματα, αυτά πρέπει να λαμβάνονται άμεσα από ύποπτα ζώα και ταυτόχρονα θα πρέπει να γίνονται δειγματοληψίες σε ευρύτερη κλίμακα στο πλαίσιο ενεργητικής επιτήρησης. Το εργαστήριο πρέπει να δίνει τα αποτελέσματα μέσα σε 24 ώρες και όχι πέρα από 48 ώρες από την παραλαβή των δειγμάτων. Η διαχείριση μιας επιζωοτίας είναι μια αλυσίδα γεγονότων και διαδικασιών και η αποτελεσματικότητά της εξαρτάται από το αν υπάρχει αδύναμος κρίκος! Αν υπάρχει, η διαχείριση αποτυγχάνει».
Αντί γι’ αυτό, σήμερα, δυόμισι μήνες μετά, έχει ιχνηλατηθεί μόλις το ένα τρίτο των εκτροφών του νησιού, μας λέει ο Β. Δελησταμάτης. Δηλαδή, οι κτηνίατροι έχουν μπει σε αυτές τις μονάδες, έχουν πάρει δείγματα και έχουν ελέγξει ποια ζώα είναι αρνητικά και ποια θετικά. «Η ιχνηλασιμότητα έχει αργήσει υπερβολικά», λέει.
Οι αργοί ρυθμοί στις δειγματοληψίες και στον έλεγχό τους δεν βοήθησε να εντοπιστούν οι εστίες της νόσου στη Λέσβο ώστε να δημιουργηθούν ζώνες επιτήρησης για να μην εξαπλωθεί: «Φτάσαμε στον Μεσότοπο, φτάσαμε στην Καλλονή. Δεν την προλαβαίνουμε. Κυνηγάμε την ασθένεια, αντί να είμαστε μπροστά της, να την κλείσουμε, να την περιορίσουμε, να πούμε: μέχρι εδώ έχουμε, από εδώ και πέρα δεν έχουμε. Και αυτή είναι η βασική παράμετρος που θα μας έδινε το δικαίωμα να πάρουμε τα επόμενα μέτρα», λέει ο Β. Δελησταμάτης.
«Τρέχουμε πίσω από τις ζωονόσους», θα μας πει και η Βασιλική Ζαφειροπούλου, αντιπρόεδρος της Πανελλήνιας Ένωσης Κτηνιάτρων Δημοσίων Υπαλλήλων. «Η υποστελέχωση είναι συντριπτική. Το 2009 ήταν 1.200 οι κτηνίατροι, σήμερα είναι κάτω από 600 στις κτηνιατρικές υπηρεσίες της χώρας. Φυσικά και τότε ήταν ελλιπής για τους ελέγχους. Δεν ανατάχθηκε η υπηρεσία».
Η ίδια προειδοποιεί ότι το κόστος της υποστελέχωσης θα είναι τελικά πολλαπλάσιο. «Τσιγκουνεύονται 500 κτηνιάτρους για να στελεχώσουν τις κτηνιατρικές υπηρεσίες και θα το πληρώσει η χώρα με την καταστροφή της κτηνοτροφίας, που θα είναι πολλαπλάσια σε κόστος, ακόμη και με τους οικονομίστικους όρους που χρησιμοποιεί και η κυβέρνηση».

Η Βασιλική Ζαφειροπούλου μάς εξηγεί ότι η ιχνηλάτηση δεν έχει ακόμη τελειώσει. Το κτηνιατρικό εργαστήριο της Αθήνας που ασχολείται με τον αφθώδη πυρετό έχει συγκεκριμένο όριο, με βάση το προσωπικό και τα μηχανήματα που διαθέτει. «Από το υπουργείο λένε ότι επεξεργάζεται περίπου 1.200 δείγματα την ημέρα. Ναι, αλήθεια είναι αυτό. Αλλά όταν πρέπει να πάρουμε δείγματα από 3.000 εκτροφές μέσα σε έναν μήνα και έχουν περάσει μήνες από τις 15 Μαρτίου που εντοπίστηκε ο αφθώδης, χωρίς να τα έχουμε δειγματίσει όλα, το πρόβλημα παραμένει». Κατά την ίδια, η καθυστέρηση στην αρχή της κρίσης ήταν καθοριστική. «Εάν είχαμε πάρει μέσα σε μία εβδομάδα τα δείγματα από τη ζώνη των τριών χιλιομέτρων, τώρα μπορεί να μην είχε εξαπλωθεί», λέει.
Ο καθηγητής Κτηνιατρικής του ΑΠΘ Γιώργος Αρσένος επισημαίνει ότι «στη χώρα έπρεπε να υπάρχουν περισσότερα από ένα εργαστήρια αναφοράς για συγκεκριμένα νοσήματα, με σωστή χωρική διάταξη σε περιοχές όπου υπάρχει κίνδυνος εισόδου τέτοιων νοσημάτων. Οι περιοχές αυτές είναι ο Έβρος και τα νησιά του Βόρειου Αιγαίου».
Στα νησιά του Βόρειου Αιγαίου τέτοια υποδομή δεν δημιουργήθηκε ποτέ. Στον Έβρο, αντίθετα, δημιουργήθηκε το Κέντρο Εξωτικών Νοσημάτων των Ζώων, στην Ορεστιάδα, στις αρχές του 2000. Παρότι αγοράστηκε και τοποθετήθηκε ο εξοπλισμός, το κέντρο δεν λειτούργησε γιατί δεν προσλήφθηκε ποτέ προσωπικό.
Για τη χρόνια υποστελέχωση και εν όψει των επειγουσών αναγκών που δημιούργησαν οι απανωτές ζωονόσοι, το υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων παρουσιάζει ως ενίσχυση των υπηρεσιών τις μετακινήσεις προσωπικού, με τη διάθεση 97 στρατιωτικών κτηνιάτρων και δύο προσκλήσεις για συμβασιούχους με οκτάμηνες συμβάσεις. Η πρώτη πρόσκληση προέβλεπε 49 θέσεις, ενώ η δεύτερη 45 θέσεις μεικτών ειδικοτήτων. Για τους δημόσιους κτηνιάτρους, όμως, αυτά δεν συνιστούν πραγματική στελέχωση, καθώς η ευλογιά και ο αφθώδης πυρετός «δεν εκριζώνονται με μουσικές καρέκλες κτηνιάτρων», όπως λένε, καταγγέλλοντας πως τα κενά καλύπτονται με προσωρινές λύσεις αντί με μόνιμες προσλήψεις.
Αντιδράσεις υπήρξαν και για τη διάθεση στρατιωτικών κτηνιάτρων, με τον Πανελλήνιο Κτηνιατρικό Σύλλογο να υπενθυμίζει ότι οι συνάδελφοί τους έχουν ήδη κρίσιμα καθήκοντα στις Ένοπλες Δυνάμεις. Αντίστοιχες ενστάσεις διατυπώνονται και για τους εξουσιοδοτημένους ιδιώτες κτηνιάτρους. Οι δημόσιοι κτηνίατροι θέτουν ζήτημα σύγκρουσης συμφερόντων και αποσπασματικής επιτήρησης, υποστηρίζοντας ότι η αντιμετώπιση επιζωοτιών απαιτεί ενιαίο δημόσιο συντονισμό και όχι ένα μωσαϊκό προσωρινών λύσεων.
Εμβολιάζουμε ή δεν εμβολιάζουμε;
Και ενώ οι μολυσματικές νόσοι συνεχίζουν να πλήττουν το ζωικό κεφάλαιο της χώρας, η συζήτηση για τους εμβολιασμούς παραμένει ανοιχτή. Όχι μόνο ως επιστημονικό ερώτημα, αλλά και ως πολιτικό και επιχειρησιακό δίλημμα. Όσοι γνωρίζουν το θέμα προειδοποιούν ότι ο εμβολιασμός δεν είναι μαγικό ραβδί. Ο Β. Δελησταμάτης δεν δηλώνει «υπέρ» του εμβολιασμού γενικά. Για την ευλογιά, ειδικά, είναι αρνητικός. Υποστηρίζει ότι χώρες που μπήκαν σε διαδικασία εμβολιασμού δεν κατάφεραν εύκολα να απαλλαγούν από τη νόσο και φέρνει ως παράδειγμα την Τουρκία, η οποία, παρότι εμβολιάζει, εξακολουθεί να αποτελεί πηγή κινδύνου για τον Έβρο και τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου.
Για τον αφθώδη πυρετό αναφέρει ότι θα μπορούσε, υπό προϋποθέσεις, να γίνει κατασταλτικός εμβολιασμός. Οι προϋποθέσεις αυτές όμως, μας εξηγεί, συνίστανται στο να εντοπίσεις με ακρίβεια πού βρίσκεται η ασθένεια, να οριοθετήσεις ζώνες και να εμβολιάσεις συγκεκριμένο πληθυσμό-στόχο γύρω από τις ζώνες αυτές, ενώ θανατώνεις αργότερα και τα εμβολιασμένα ζώα, ώστε να βγεις καθαρά από τη διαδικασία. Αυτό, σύμφωνα με τον Β. Δελησταμάτη, έκαναν χώρες όπως η Τσεχία, η Σλοβακία και η Γερμανία στις αρχές του 2025: εντόπισαν την περιοχή, έστησαν ζώνη, θανάτωσαν τα ευπαθή ζώα στην κρίσιμη ακτίνα και χρησιμοποίησαν τον εμβολιασμό ως τείχος, όχι ως μόνιμη λύση.

Εδώ όμως, όπως μας λέει, βρίσκεται το ελληνικό αδιέξοδο. Ακόμη κι αν η χώρα αποφάσιζε ότι πρέπει να εμβολιάσει, «θα μπορούσε να το κάνει; Ξέρει με ακρίβεια πόσα ζώα έχει; Ξέρει ποια έχουν σήμανση; Ξέρει ποια θα εμβολιάσει; Έχει διαθέσιμες δόσεις για το συγκεκριμένο στέλεχος; Έχει στείλει εγκαίρως το στέλεχος στα ευρωπαϊκά εργαστήρια που διαθέτουν τράπεζες αντιγόνων; Έχει προσωπικό για να εφαρμόσει το σχέδιο;» διερωτάται.
Ο Θωμάς Μόσχος, κτηνοτρόφος, τεχνικός σύμβουλος του Συνδέσμου Ελληνικής Κτηνοτροφίας, κάνει μια πιο αιχμηρή ανάγνωση. Επικαλείται και την έκθεση της Ευρωπαϊκής Αρχής για την Ασφάλεια των Τροφίμων (EFSA) για την ευλογιά, η οποία εξετάζει τον εμβολιασμό ως πιθανό πρόσθετο εργαλείο ελέγχου της επιδημίας, και λέει ότι η άρνηση δεν εξηγείται μόνο με υγειονομικούς ή εμπορικούς όρους. Κατά τη δική του εκτίμηση, υπάρχει κι ένας άλλος λόγος: «Ένας οργανωμένος εμβολιασμός θα ανάγκαζε το κράτος να μετρήσει πραγματικά το ζωικό κεφάλαιο».

Η λογική του είναι απλή: αν μπεις σε πρόγραμμα εμβολιασμού, ειδικά με ευρωπαϊκή εμπλοκή, δεν παίρνεις απλώς εμβόλια και τα μοιράζεις. Πας σε κάθε εκτροφή, ζητάς τα ζώα, ελέγχεις αν έχουν σήμανση, τα εμβολιάζεις ένα προς ένα και κρατάς κατάσταση με τους αριθμούς τους. Όσες δόσεις περισσέψουν, πρέπει να επιστραφούν για καταστροφή. Εκεί ισχυρίζεται ότι θα φανούν οι πραγματικοί αριθμοί, «ποιοι έχουν περισσότερα ζώα από αυτά που δηλώνουν, όπως συμβαίνει με όλους τους καλούς κτηνοτρόφους, αλλά και ποιοι έχουν δηλώσει ζώα που στην πραγματικότητα δεν υπάρχουν».
Έτσι, κατά τον Θ. Μόσχο, η συζήτηση για τον εμβολιασμό αγγίζει αναγκαστικά και το μεγάλο πρόβλημα των δηλώσεων ζωικού κεφαλαίου. Δεν είναι μόνο η Κρήτη ή οι πιο ακραίες περιπτώσεις που αποκαλύφθηκαν με τον ΟΠΕΚΕΠΕ. Είναι ένα ευρύτερο σύστημα δηλώσεων, ενισχύσεων και ελέγχων που, αν έμπαινε στη δοκιμασία ενός πραγματικού εμβολιαστικού προγράμματος, θα βρισκόμασταν, όπως υποστηρίζει, μπροστά σε νέες, μεγάλες εκπλήξεις.
Όμως ακόμη και εκεί που ο εμβολιασμός μπορεί επιστημονικά να μπει στο τραπέζι, παραμένει το ερώτημα αν μπορεί να εφαρμοστεί σωστά. Ο Γ. Αρσένος είναι κατηγορηματικός: «Η απόφαση για εφαρμογή κατασταλτικού εμβολιασμού προϋποθέτει να ξέρουμε ακριβώς ποιος είναι ο πληθυσμός-στόχος με απόλυτη ακρίβεια, να έχουμε τη δυνατότητα πλήρους ιχνηλασιμότητας, να γίνει αξιόπιστη καταγραφή των εμβολιασμένων ζώων, συνεχής επιτήρηση των εκτροφών στη συνέχεια.Προϋποθέτει, επίσης, κατάλληλο και σε επαρκή αριθμό ανθρώπινο δυναμικό για την εφαρμογή και τον έλεγχο του κατασταλτικού εμβολιασμού», λέει.
Η περίπτωση της Λέσβου
Στο ερώτημά μας αν ο κατασταλτικός εμβολιασμός είναι επιστημονικά σωστός ή λάθος, μας απαντά ότι «επιστημονικά είναι κοινώς αποδεκτό ότι αποτελεί το μόνο εργαλείο για τη διαχείριση του αφθώδους πυρετού σε περιπτώσεις όπου η διασπορά της νόσου έχει ξεπεράσει την ικανότητα ελέγχου μόνο με μέτρα βιοασφάλειας, περιορισμούς μετακινήσεων και θανατώσεις ζώων, οι οποίες γίνονται οριζόντια».
Για την περίπτωση της Λέσβου, ακριβώς επειδή πρόκειται για νησί όπου μπορεί θεωρητικά να υπάρξει έλεγχος και οριοθέτηση των απαραίτητων προϋποθέσεων, ο καθηγητής Αρσένος θεωρεί ότι ο κατασταλτικός εμβολιασμός «θα αποτελέσει την τελική και πολύ αργοπορημένη επιλογή», καθώς η κατάσταση έχει οδηγηθεί σε αδιέξοδο.
Όμως η κρίσιμη παρατήρησή του είναι άλλη: «Το θέμα δεν είναι ο κατασταλτικός εμβολιασμός αλλά αν η χώρα έχει την επιχειρησιακή ικανότητα και τους σωστούς ανθεκτικούς κρίκους για να συνθέσει την αλυσίδα και να τον εφαρμόσει σωστά. Η άποψή μου πλέον είναι ότι η χώρα δυστυχώς δεν έχει όλους αυτούς τους κρίκους και επομένως οποιαδήποτε στρατηγική ακολουθεί, είτε βασίζεται αποκλειστικά στην εφαρμογή μέτρων “βιοασφάλειας” και “εκρίζωσης” είτε θα εντάξει σε αυτή και τον κατασταλτικό εμβολιασμό, στην πράξη κινδυνεύει με αποτυχία».
Για τη Λέσβο ειδικά, η διάσωση του ζωικού κεφαλαίου περιλαμβάνει και μια ακόμη κρίσιμη πτυχή. Κοινό υπόμνημα που δημοσιοποίησαν πέντε πανεπιστημιακοί αναφέρεται στη σημασία της αυτόχθονης φυλής προβάτου του νησιού ως ζωικού γενετικού πόρου στρατηγικής σημασίας. Ο καθηγητής Γενετικής Βελτίωσης Αγροτικών Ζώων Α. Κομινάκης, ο αν. καθηγητής Εκτροφής, Ηθολογίας και Ευζωίας Αγροτικών Ζώων Π. Σιμιτζής, η αν. καθηγήτρια Γονιδιακής Τεχνολογίας Α. Χάγερ, ο καθηγητής Υγιεινής Αγροτικών Ζώων Γ. Χριστοδουλόπουλος και ο αναπληρωτής καθηγητής Βιοστατιστικής Ν. Δεμίρης αναφέρουν ότι «η φυλή Λέσβου λειτουργεί ως ένα “βιολογικό οχυρό” για την ελληνική κτηνοτροφία, διασφαλίζοντας την αυριανή επισιτιστική μας ασφάλεια».

Προειδοποιούν, μάλιστα, ότι «η ενδεχόμενη απώλεια αυτού του γενετικού υλικού θα σήμαινε τον οριστικό αφανισμό ενός βιολογικού πλούτου που είναι αδύνατον να αναπαραχθεί τεχνητά ή να αντικατασταθεί από εισαγόμενες φυλές, οι οποίες στερούνται της απαραίτητης ανθεκτικότητας». Οι συντάκτες του υπομνήματος δεν αντιμετώπιζαν τη μαζική θανάτωση ως βιώσιμη αποκλειστική στρατηγική για τη Λέσβο. Αντίθετα, προέκριναν τον «εμβολιασμό για επιβίωση» (vaccinate-to-live) ως εργαλείο ελέγχου της νόσου, σε συνδυασμό με βιοεπιτήρηση και στοχευμένες θανατώσεις, ώστε να περιοριστούν τόσο η εξάπλωση της επιδημίας όσο και οι απώλειες για τους κτηνοτρόφους και την τοπική κοινωνία.
Ο Στρατής Κόμβος, γενικός γραμματέας της Ομοσπονδίας Αγροτικών Συλλόγων Λέσβου, μας μιλάει κι αυτός για τη σημασία της λεσβιακής φυλής. «Η λεσβιακή φυλή προβάτων είναι μια σπάνια φυλή. Θα μπορούσαμε, κατά τη γνώμη μου, να έχουμε μπει από την πρώτη στιγμή σε εμβολιασμό. Δεν είμαι κτηνίατρος, αλλά από την πρώτη ώρα το καταλαβαίναμε ότι έπρεπε να εξεταστεί σοβαρά αυτή η επιλογή. Στη Λέσβο έχουμε ξεπεράσει τις 50.000 θανατώσεις και κοντεύουμε τις 60.000. Είναι μια τεράστια απώλεια, που αγγίζει σημαντικό ποσοστό του συνολικού ζωικού κεφαλαίου του νησιού και ανατρέπει πλήρως την παραγωγική μας βάση», λέει.

«Δεν είμαστε Κρήτη. Ακόμη κι αν δεχθώ ότι υπάρχουν κάποια “πανωγραψίματα”, αυτά δεν αλλάζουν την πραγματική εικόνα: μιλάμε για ένα τεράστιο ζωικό κεφάλαιο, περίπου 450.000 ζώα. Όταν έχεις οκτώ κτηνιάτρους για έναν τέτοιο όγκο, τι μπορείς να κάνεις; Μπορείς να αναχαιτίσεις τη νόσο; Μπορείς να κάνεις ιχνηλάτηση;»
Πίσω από αυτόν τον αριθμό δεν είναι μόνο τα ζώα. Είναι η επιβίωση χιλιάδων οικογενειών, η παραγωγή του νησιού και μια ολόκληρη τοπική οικονομία που στηρίζεται στην κτηνοτροφία.
«Αν είχαμε περισσότερους κτηνιάτρους», μας λέει, θα είχαμε βρει το κρούσμα πολύ πιο γρήγορα. Τα πρώτα κρούσματα που εντοπίστηκαν είχαν ήδη αντισώματα, πράγμα που σημαίνει ότι η νόσος υπήρχε και διασπειρόταν πολύ νωρίτερα από τη στιγμή που την ανακαλύψαμε. Υπήρχε τουλάχιστον έναν μήνα πριν, και στο μεταξύ είχε ήδη γίνει διασπορά».
Στις αρχές Μαΐου, το υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης επιχείρησε να οριοθετήσει τη συζήτηση για ενδεχόμενο εμβολιασμό κατά του αφθώδους πυρετού στη Λέσβο. Το υπουργείο αναγνώριζε ότι «τα εμβόλια αποτελούν ένα χρήσιμο εργαλείο» για την αποτροπή μόλυνσης και περαιτέρω μετάδοσης του ιού, διευκρίνιζε όμως ότι δεν υποκαθιστούν τα μέτρα εκρίζωσης: οι θανατώσεις θετικών εκτροφών, οι περιορισμοί, οι απολυμάνσεις, η επιτήρηση και οι εργαστηριακοί έλεγχοι θα συνέχιζαν να εφαρμόζονται.
Το υγειονομικό καθεστώς και οι εξαγωγές
Το ΥΠΑΑΤ συνέδεε την απόφαση για εμβολιασμό με τον κίνδυνο «μακροχρόνιας υποβάθμισης του υγειονομικού καθεστώτος της χώρας». Με άλλα λόγια, άφηνε τον εμβολιασμό στο τραπέζι, αλλά ως επιλογή υψηλού κόστους, που θα μπορούσε να έχει συνέπειες πέρα από το πεδίο της επιδημίας, στην επιτήρηση, στις μετακινήσεις και στο εμπόριο.
Το επιχείρημα αυτό δεν εμφανίστηκε για πρώτη φορά στον αφθώδη πυρετό. Είχε προηγηθεί, στις αρχές του χρόνου, η αντίστοιχη συζήτηση για την ευλογιά των αιγοπροβάτων, μετά τη δημοσιοποίηση επιστολής του επιτρόπου Υγείας και Ευζωίας των Ζώων, Όλιβερ Βάρχεϊ, ο οποίος θεωρούσε τον εμβολιασμό αναγκαίο συμπληρωματικό μέτρο για την κατάσταση που είχε διαμορφωθεί στην Ελλάδα.
Η ελληνική απάντηση κινήθηκε στην αντίθετη κατεύθυνση: ένας εμβολιασμός, υποστήριζε η Εθνική Επιστημονική Επιτροπή Διαχείρισης και Ελέγχου της Ευλογιάς, θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο το καθεστώς της χώρας ως «ελεύθερης από ευλογιά» και να οδηγήσει σε περιορισμούς στις εξαγωγές ζώντων ζώων και προϊόντων.
Απέναντι σε αυτό το επιχείρημα, η Ομοσπονδία Αγροτικών Συλλόγων Λέσβου θέτει το ζήτημα από την πλευρά των κτηνοτρόφων που βλέπουν τα κοπάδια τους να χάνονται. Κατά την Ομοσπονδία, «ο κτηνοτροφικός κόσμος του νησιού καταστρέφεται προκειμένου να προστατευθούν οι εξαγωγές φέτας των μεγάλων επιχειρήσεων της ηπειρωτικής Ελλάδας».
Ο Σ. Κόμβος το λέει ευθέως: «Ο εμβολιασμός θα “λέρωνε” το πιστοποιητικό εξαγωγών της χώρας. Αυτά είναι εμπορικά πρωτόκολλα, συμφωνίες που έχουν υπογραφεί μεταξύ κρατών και τρίτων χωρών. Όταν μια χώρα εμβολιάζει, μπαίνει σε καθεστώς επιτήρησης ζωονόσου με εμβολιασμό. Δηλαδή προσπαθεί να διαχειριστεί τη ζωονόσο με εμβολιασμό, όχι αποκλειστικά με εκρίζωση. Εδώ επιλέξαμε τη διαχείριση με εκρίζωση, το stamping out. Όλα τα μέτρα που πάρθηκαν για το νησί μας, ο αποκλεισμός, ειδικά τον πρώτο μήνα, όταν δεν έφευγε τίποτε από εδώ, έγιναν για έναν λόγο: για να μη φύγει η νόσος και περάσει στην υπόλοιπη χώρα», αναφέρει. Και προσθέτει: «Όταν όμως στραγγαλίζεται ένα ολόκληρο νησί, τι άλλο μπορεί να σκεφτεί κανείς; Ότι οι μεγάλοι εξαγωγείς της φέτας δεν θέλουν να χάσουν την υπεραξία. Γιατί όταν μια χώρα μπει σε καθεστώς εμβολιασμού, η φέτα χάνει μέρος της υπεραξίας της έναντι άλλων λευκών τυριών», λέει.

Ο Θ. Μόσχος απορρίπτει το επιχείρημα ότι ο εμβολιασμός θα οδηγούσε αυτομάτως σε μπλόκο στις εξαγωγές φέτας. Κατά την άποψή του, το πρόβλημα για τις αγορές δεν γεννιέται από τον εμβολιασμό αλλά από την ίδια την εμφάνιση της νόσου.
«Δεν ισχύει ότι αν εμβολιάζαμε, δεν θα μπορούσαμε να εξάγουμε φέτα», λέει. «Ο κανονισμός αναφέρει με απλά λόγια ότι είτε είσαι ελεύθερος από μια ζωονόσο είτε την έχεις. Δεν υπάρχει ενδιάμεση κατάσταση. Από τη στιγμή που ήρθε η ευλογιά στην Ελλάδα, όποια αγορά ήταν να σε κόψει, θα σε έκοβε. Η Σερβία, για παράδειγμα, μας έκοψε επειδή είχαμε ευλογιά. Δεν θα έκανε διαφορά αν είχαμε εμβολιάσει ή όχι, γιατί ήδη εμφανίζαμε ότι έχουμε τη νόσο».
Ο ίδιος υποστηρίζει ότι το επιχείρημα περί κατάρρευσης των εξαγωγών υπερδιογκώνεται. «Από το περίπου 1 δισ. ευρώ τζίρου της φέτας, τα 747 εκατ. είναι εξαγωγές. Από αυτά, περίπου 700 εκατ. πάνε στην Ευρώπη, όπου δεν υπάρχει πρόβλημα αν εμβολιάσεις. Οι τρίτες χώρες είναι περίπου 47 εκατ. ευρώ, και είναι Αμερική, Αυστραλία, Κίνα και άλλες αγορές. Αλλά και αυτές, αν ήταν να μας κόψουν, θα μας είχαν κόψει λόγω της ευλογιάς, όχι λόγω του εμβολιασμού», λέει.
Με αυτήν τη λογική, ο Θ. Μόσχος θεωρεί ότι το δίλημμα «εμβολιασμός ή εξαγωγές» είναι παραπλανητικό. Για τον ίδιο, η πραγματική απειλή για τη φέτα δεν είναι ο εμβολιασμός αλλά η συνέχιση της νόσου, η απώλεια ζωικού κεφαλαίου και η συρρίκνωση της παραγωγής γάλακτος.
Τα μέτρα στήριξης και οι αποζημιώσεις
Σύμφωνα με τα στοιχεία που έχει δημοσιοποιήσει το υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης, η στήριξη προς τη Λέσβο περιλαμβάνει διαδοχικά ειδικά μέτρα: αποζημίωση για το γάλα που δεν μπορεί να διατεθεί λόγω των περιοριστικών μέτρων, ενίσχυση των τυροκομείων με 8 εκατ. ευρώ, αποζημιώσεις περίπου 726.000 ευρώ για θανατωθέντα ζώα και απαλλαγές από φορολογικές και ασφαλιστικές υποχρεώσεις. Σε πανελλαδικό επίπεδο, το υπουργείο αναφέρει ότι από το 2025 έως σήμερα έχουν καταβληθεί περίπου 213 εκατ. ευρώ, ενώ μόνο φέτος οι αποζημιώσεις για θανατωθέντα ζώα ξεπερνούν τα 26 εκατ. ευρώ.
Στο πεδίο, όμως, η εικόνα που μεταφέρουν οι κτηνοτρόφοι είναι διαφορετική. Ο γενικός γραμματέας της Ομοσπονδίας Αγροτικών Συλλόγων Λέσβου λέει ότι το γάλα που δεν μπορεί να τυροκομηθεί οδηγείται σε υγειονομική ταφή, με τους παραγωγούς να κόβουν παραστατικά και να περιμένουν την αποζημίωση.
«Η Λέσβος είναι η τρίτη περιφέρεια της χώρας σε δυναμικότητα παραγωγής γάλακτος. Βγάζουμε περίπου 52.000 τόνους γάλα τον χρόνο. Το γάλα πηγαίνει στα τυροκομεία για τυροκόμηση και, όταν δεν μπορεί να τυροκομηθεί λόγω των μέτρων, οδηγείται σε υγειονομική ταφή. Μας είπαν ότι θα αποζημιωθεί και αυτό το γάλα, αρκεί να υπάρχουν τα νόμιμα παραστατικά. Κόβουμε, λοιπόν, τα παραστατικά και περιμένουμε να δούμε πότε θα πληρωθούμε».
Ο ίδιος υποστηρίζει ότι, παρά τις ανακοινώσεις, οι πληρωμές δεν έχουν φτάσει ακόμη στους περισσότερους παραγωγούς. «Δεν έχει πάρει φράγκο κανένας. Ούτε τα 8 εκατ. που έλεγαν ότι θα δοθούν στα τυροκομεία έχουν φανεί, ούτε οι κτηνοτρόφοι έχουν πληρωθεί όπως πρέπει, ούτε καν όλοι όσοι θανατώθηκαν τα ζώα τους».
Σύμφωνα με τον Σ. Κόμβο, μέχρι στιγμής έχουν θανατωθεί κοπάδια σε περίπου 90 εκτροφές. «Μιλάμε για 90 κτηνοτρόφους που έχασαν τα κοπάδια τους. Από αυτούς, έχουν αποζημιωθεί μόνο οι 21, δηλαδή όσοι είχαν θανατώσεις από τις 17 έως τις 31 Μαρτίου. Και οι τιμές ήταν πολύ κάτω από αυτά που μας είχαν πει. Το υπουργείο μιλούσε για μέσο όρο 200 ευρώ στα πρόβατα και τελικά οι αποζημιώσεις βγήκαν περίπου στα 150 με 160 ευρώ. Για τα βοοειδή είχαν μιλήσει για 800 ευρώ και τελικά ήταν γύρω στα 500».
Οι ελλείψεις σε γάλα και οι αυξήσεις των τιμών
Ο Θ. Μόσχος βλέπει την κρίση να περνά πλέον από τα κοπάδια στην ίδια την αγορά. Οι απώλειες ζώων, οι θανατώσεις, οι περιορισμοί μετακίνησης και ο υποχρεωτικός εγκλεισμός των κοπαδιών, λέει, δεν μειώνουν μόνο το ζωικό κεφάλαιο. Ανεβάζουν και το κόστος παραγωγής.

Κατά την εκτίμησή του, η παραγωγή φέτας μπορεί να μειωθεί κατά περίπου 20%, δηλαδή πάνω από 20.000 τόνους. «Σίγουρα θα πάμε σε αύξηση της τιμής της φέτας γύρω στο 20% και σε αύξηση της τιμής των αμνοεριφίων, που μπορεί να φτάσει το 30%», λέει.
Τα εγκλωβισμένα ζώα
Το πρόβλημα, όπως εξηγεί, δεν είναι μόνο τα ζώα που θανατώθηκαν και χάθηκαν από την παραγωγή. Είναι και όσα μένουν εγκλωβισμένα στις εκτροφές λόγω των μέτρων. «Αναγκάζεσαι να έχεις τα ζώα μέσα, δεν μπορείς να τα βγάλεις έξω», σημειώνει. Αυτό σημαίνει περισσότερες ζωοτροφές, μεγαλύτερη πίεση στις εκμεταλλεύσεις και ένα κόστος που τελικά περνά σε όλη την αλυσίδα: από τον παραγωγό και το γάλα μέχρι τη φέτα και το κρέας.
Το πρόβλημα του εγκλεισμού των ζώων και του κόστους που αυτός προκαλεί αναδεικνύει και ο Γ. Αρσένος. Όπως λέει, έχει ήδη στείλει στο ΥΠΑΑΤ τεχνική έκθεση-γνωμάτευση, στις 25 Μαΐου 2026, με τίτλο «Επιστημονική αξιολόγηση των επιπτώσεων των περιοριστικών μέτρων για την ευλογιά των αιγοπροβάτων στη μετακίνησή τους προς θερινούς βοσκοτόπους και τεκμηριωμένη πρόταση τροποποίησης του ισχύοντος πλαισίου».
Στην έκθεση επισημαίνεται ότι η μετακινούμενη αιγοπροβατοτροφία αποτελεί διαχρονικά βασικό πυλώνα της ελληνικής κτηνοτροφίας, ιδιαίτερα στις ορεινές και μειονεκτικές περιοχές. Η εποχική μετακίνηση προς τους θερινούς βοσκοτόπους δεν είναι απλώς μια παραγωγική συνήθεια· συνδέεται με την ευζωία των ζώων, την αξιοποίηση των φυσικών βοσκοτόπων, τη βιοποικιλότητα των ορεινών περιοχών, τον έλεγχο της βιομάζας και τον περιορισμό του κινδύνου πυρκαγιών, τη μείωση του κόστους εκτροφής, τη βιωσιμότητα των ημιεκτατικών συστημάτων και την πολιτιστική κληρονομιά της μετακινούμενης κτηνοτροφίας.
Η εμφάνιση και εξάπλωση της ευλογιάς καθιστά αναγκαία τα αυστηρά μέτρα βιοασφάλειας και επιτήρησης. Όμως, σύμφωνα με την τεχνική έκθεση, οι οριζόντιοι περιορισμοί στις μετακινήσεις έχουν σοβαρές επιπτώσεις. Η παραμονή των μετακινούμενων κοπαδιών στα χειμερινά καταλύματα κατά τους θερινούς μήνες προκαλεί θερμική καταπόνηση, περιορίζει τη φυσική βόσκηση και την καθημερινή κινητικότητα των ζώων, τα ζώα είναι στριμωγμένα μέσα στις σταβλικές εγκαταστάσεις, γεγονός που επιβαρύνει την υγεία, την παραγωγικότητα και την ευζωία τους. Ταυτόχρονα, η σχεδόν πλήρης εξάρτηση από αγορασμένες ζωοτροφές ανεβάζει δραματικά το κόστος εκτροφής και πιέζει ιδιαίτερα τις μικρές και οικογενειακές εκμεταλλεύσεις.
Γι’ αυτό ο Γ. Αρσένος προτείνει την άμεση επανεξέταση του πλαισίου. Όχι την ανεξέλεγκτη μετακίνηση των κοπαδιών, αλλά την αντικατάσταση των καθολικών απαγορεύσεων από ένα σύστημα ελεγχόμενων και επιτηρούμενων μετακινήσεων, με αξιολόγηση κινδύνου ανά περιοχή, εκτροφή και σύστημα βόσκησης, κλινικούς και εργαστηριακούς ελέγχους, απολυμάνσεις, γεωγραφική καταγραφή των βοσκοτόπων και συνεχή κτηνιατρική παρακολούθηση.
Στην ίδια κατεύθυνση κινήθηκε και η επιστολή του περιφερειάρχη Θεσσαλίας Δημήτρη Κουρέτα προς το ΥΠΑΑΤ, με την οποία ζητούσε να δοθεί η δυνατότητα μετακίνησης των κοπαδιών στους θερινούς βοσκοτόπους. Ο Δ. Κουρέτας προειδοποιούσε ότι η παραμονή των ζώων στα χειμερινά πρόχειρα καταλύματα επηρεάζει τις αποδόσεις, μειώνει τη γαλακτοπαραγωγή, παραβιάζει βασικούς κανόνες ευζωίας λόγω υψηλών θερμοκρασιών, έλλειψης νερού και αδυναμίας άσκησης των φυσικών τους συνηθειών, ενώ μπορεί να οδηγήσει ακόμη και σε μαζικούς θανάτους και περαιτέρω μείωση του ζωικού κεφαλαίου.