Η αύξηση του ακατάσχετου ορίου κατά 28% ήταν πάγιο αίτημα των επαγγελματικών φορέων, ενώ είχε εδώ και χρόνια εξαγγλεθεί αό την κυβέρνηση. Πλέον γίνεται νόμος, ακολουθώντας βέβαια και τη σωρευτική άνοδο του πληθωρισμού των τελευταίων μεταπανδημικών ετών
Η αύξηση του ακατάσχετου ορίου κατά 28% ήταν πάγιο αίτημα των επαγγελματικών φορέων, ενώ είχε εδώ και χρόνια εξαγγελθεί από την κυβέρνηση. Πλέον γίνεται νόμος, ακολουθώντας βέβαια και τη σωρευτική άνοδο του πληθωρισμού των τελευταίων μεταπανδημικών ετών.
Σε μια περίοδο έντονης πληθωριστικής πίεσης, η επικείμενη αύξηση του ακατάσχετου τραπεζικού λογαριασμού από τα 1.250 στα 1.600 ευρώ δίνει ένα σχετικά μεγαλύτερο περιθώριο οικονομικού χώρου για κάλυψη βασικών αναγκών.
Έτσι, για χιλιάδες φορολογούμενους με ληξιπρόθεσμες οφειλές, το μέτρο που ανακοινώθηκε από τον υπουργό Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Κυριάκο Πιερρακάκη, το πρωί της Παρασκευής, στη Βουλή στο πλαίσιο του κοινοβουλευτικού ελέγχου, διευρύνει το δίχτυ προστασίας απέναντι σε κατασχέσεις, σε μια περίοδο κατά την οποία το ιδιωτικό χρέος εξακολουθεί να κινείται σε υψηλά επίπεδα.
Τι σημαίνει;
Πιο συγκεκριμένα, η αύξηση του ακατάσχετου ορίου κατά 28%, κάτι που κινείται, βέβαια, κάτω από τη σωρευτική άνοδο του πληθωρισμού των τελευταίων μεταπανδημικών ετών, σημαίνει ότι ένα μεγαλύτερο μέρος ποσού σε καθορισμένο τραπεζικό λογαριασμό, θα παραμένει προστατευμένο από μέτρα αναγκαστικής είσπραξης που επιβάλλουν η φορολογική διοίκηση, τα ασφαλιστικά ταμεία ή οι τράπεζες.
Όπως άλλωστε έχει αναφερθεί πολλάκις από φορείς αλλά και την πολιτεία, ο ακατάσχετος λογαριασμός αποτελεί βασικό εργαλείο προστασίας για τους οφειλέτες, καθώς διασφαλίζει ένα ελάχιστο χρηματικό ποσό για την κάλυψη βασικών αναγκών διαβίωσης, ακόμη και όταν υπάρχουν ληξιπρόθεσμα χρέη.
Τα αναγκαία βήματα
Ωστόσο, η προστασία αυτή δεν ενεργοποιείται αυτόματα. Προϋπόθεση είναι η ηλεκτρονική δήλωση ενός και μόνο τραπεζικού λογαριασμού στο πληροφοριακό σύστημα της ΑΑΔΕ. Μόνο, δηλαδή, ο λογαριασμός που έχει δηλωθεί ως ακατάσχετος απολαμβάνει τη σχετική προστασία και μάλιστα σε ένα μόνο πιστωτικό ίδρυμα.
Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται στις περιπτώσεις λογαριασμών μέσω των οποίων καταβάλλονται μισθοί, συντάξεις ή ασφαλιστικά βοηθήματα. Οι δικαιούχοι θα πρέπει να δηλώνουν αποκλειστικά αυτόν τον λογαριασμό ως ακατάσχετο, τόσο στην ΑΑΔΕ όσο και στην τράπεζα, ώστε να διασφαλίζεται η πλήρης εφαρμογή της προστασίας.
Οι κοινοί τραπεζικοί λογαριασμοί
Ιδιαίτερη, επίσης, προσοχή θα πρέπει να δείξουν οι ενδιαφερόμενοι στις περιπτώσεις και κοινών τραπεζικών λογαριασμών. Το ακατάσχετο όριο ισχύει για κάθε συνδικαιούχο ξεχωριστά, υπό την προϋπόθεση ότι όλοι έχουν προχωρήσει στη σχετική δήλωση. Αν, όμως, κάποιος από τους συνδικαιούχους δεν έχει δηλώσει τον λογαριασμό ως ακατάσχετο, ενδέχεται να κατασχεθούν ποσά ακόμη και χαμηλότερα από το προβλεπόμενο όριο. Για παράδειγμα, σε κοινό λογαριασμό όπου κατατίθεται σύνταξη 1.000 ευρώ, εφόσον ένας από τους συνδικαιούχους είναι οφειλέτης και δεν έχει προβεί στη σχετική δήλωση, η τράπεζα μπορεί να δεσμεύσει το μερίδιο που του αναλογεί, δηλαδή 500 ευρώ.
Στις περιπτώσεις, επίσης, όπου ένας πολίτης λαμβάνει εισοδήματα από περισσότερες πηγές, όπως μισθούς ή συντάξεις από διαφορετικούς φορείς, το ακατάσχετο όριο υπολογίζεται επί του συνολικού αθροίσματος των αποδοχών του.
Παράλληλα, για όσους έχουν ενταχθεί σε ρυθμίσεις οφειλών και εξυπηρετούν κανονικά τις δόσεις τους, προβλέπεται η δυνατότητα σταδιακής αύξησης του ακατάσχετου ποσού, ως επιβράβευση της συνέπειάς τους.
Οι εξαιρέσεις
Αξίζει να σημειωθεί ότι η νομοθεσία προβλέπει συγκεκριμένες εξαιρέσεις. Ακατάσχετα παραμένουν τα ποσά που καταβάλλονται ως διατροφή, ενώ ειδικό καθεστώς ισχύει για μισθούς, συντάξεις και ασφαλιστικά βοηθήματα.
Εφόσον οι μηνιαίες αποδοχές δεν υπερβαίνουν τα 1.000 ευρώ, δεν επιτρέπεται κατάσχεση. Για το τμήμα των αποδοχών από 1.000 έως 1.500 ευρώ μπορεί να κατασχεθεί το 50%, ενώ για το ποσό που υπερβαίνει τα 1.500 ευρώ επιτρέπεται η κατάσχεση του συνόλου του υπερβάλλοντος ποσού. Έτσι, σε μηνιαίο μισθό 1.600 ευρώ, μπορούν να κατασχεθούν συνολικά 350 ευρώ.
Επιπλέον, προστατεύονται τα τέσσερα πέμπτα των ημερομισθίων, ενώ κατάσχεση μπορεί να επιβληθεί μόνο στο ένα πέμπτο. Αντίστοιχα, από τα εφάπαξ βοηθήματα που καταβάλλονται κατά την αποχώρηση από την εργασία ή το επάγγελμα, προστατεύεται το 50%, με δυνατότητα κατάσχεσης μόνο στο υπόλοιπο μισό.
Εκτός του πεδίου των κατασχέσεων βρίσκονται επίσης μια σειρά κοινωνικών επιδομάτων και οικονομικών ενισχύσεων. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται το Ελάχιστο Εγγυημένο Εισόδημα, το επίδομα ανεργίας, το επίδομα θέρμανσης, τα προνοιακά επιδόματα, η επιδότηση ενοικίου, τα επιδόματα εκπαίδευσης και επαγγελματικής κατάρτισης ανέργων, οι οικονομικές ενισχύσεις προς χαμηλοσυνταξιούχους, η διατροφή ανήλικων τέκνων, τα έπαθλα της φορολοταρίας, οι παροχές του ΕΛΓΑ, καθώς και έκτακτα χρηματικά βοηθήματα που χορηγούνται από δήμους σε ειδικές περιπτώσεις. Προστατεύεται επίσης κάθε παροχή που η νομοθεσία χαρακτηρίζει ρητά ως ακατάσχετη.