Η λύση κάποτε ήταν να αλλάξεις κράτος. Να ενωθείς  είτε με το ρεύμα που διέσχιζε τον Ατλαντικό και κατέληγε στο Ελις Αϊλαντ είτε με εκείνο που σε οδηγούσε στις στοές και στις φάμπρικες της Κεντρικής Ευρώπης, ή ακόμη και στην εσχατιά της Αυστραλίας. Ένα έθνος μεταναστών δεν ήταν τότε η Ελλάδα;

Αυτό ήταν. Μέχρι που μια κάποια πρόοδος δημιούργησε ένα νέο μοτίβο. Στη μεταπολίτευση δεν αλλάζει κανείς κράτος. Αλλάζει κόμμα μήπως αλλάξει εκείνο το κράτος. Ανεβάζουμε και κατεβάζουμε κυβερνήσεις με μια γκάμα συναισθημάτων που ξεκινά συνήθως από την ελπίδα. Αλλά και που σχεδόν πάντοτε καταλήγει στην απογοήτευση.

Το κράτος όμως δεν άλλαξε, αναπαρήγαγε απλώς τις παθογένειές του. Έτσι απλώθηκε το πέπλο της συγκάλυψης και έτσι σκέπασε όλους τους θεσμούς του – την κυβέρνηση, τη Βουλή και τη Δικαιοσύνη. Κι έτσι, ακόμη και αν σηκωθεί το πέπλο και ξεθυμάνει η οργή, θα μείνει η απογοήτευση για ένα κράτος που όχι μόνο δεν μεταρρυθμίζεται και δεν εκσυγχρονίζεται. Αλλά και, σαν τον βασιλιά του παραμυθιού, παραμένει γυμνό.