Εταιρείες-κελύφη, εικονικά τιμολόγια, αχυράνθρωποι και δίκτυα συναλλαγών • Πώς στήνονται οι μηχανισμοί για ξέπλυμα χρήματος
Όχημα για τη νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες μπορεί, υπό συγκεκριμένες συνθήκες, να αποτελέσει η ίδρυση και λειτουργία εταιρειών.
Πρόκειται για ένα υπαρκτό φαινόμενο οικονομικού εγκλήματος, το οποίο έχει καταγραφεί διεθνώς από την Ομάδα Χρηματοπιστωτικής Δράσης (FATF) και βρίσκεται στο μικροσκόπιο των φορολογικών, τραπεζικών και δικαστικών αρχών.
Στις περιπτώσεις αυτές, οι εταιρείες δεν χρησιμοποιούνται μόνο για την πραγματοποίηση νόμιμων συναλλαγών. Μπορεί να αξιοποιούνται για να αποκρύπτεται η πραγματική προέλευση χρημάτων, να συγκαλύπτεται η ταυτότητα των προσώπων που τα ελέγχουν ή να εμφανίζονται παράνομα κεφάλαια ως έσοδα από κανονική επιχειρηματική δραστηριότητα.
Το ξέπλυμα χρήματος δεν προϋποθέτει πάντοτε μια επιχείρηση που υπάρχει μόνο στα χαρτιά. Μπορεί να αφορά και πραγματικές εταιρείες, με προσωπικό, εγκαταστάσεις, πελάτες και νόμιμες συναλλαγές, εφόσον αποδειχθεί ότι χρησιμοποιούνται εν γνώσει των εμπλεκομένων για τη συγκάλυψη εγκληματικών εσόδων.
Η FATF αναγνωρίζει ως σημαντικό κίνδυνο την κατάχρηση νομικών προσώπων και εταιρικών σχημάτων, ιδίως όταν η πολυπλοκότητα της ιδιοκτησίας δυσχεραίνει τον εντοπισμό των πραγματικών δικαιούχων.
Η βασική επιδίωξη ενός μηχανισμού νομιμοποίησης εσόδων είναι να απομακρυνθούν τα χρήματα από την εγκληματική δραστηριότητα που τα παρήγαγε και να εμφανιστούν ως περιουσία με νόμιμη οικονομική προέλευση.
Στη διεθνή βιβλιογραφία η διαδικασία περιγράφεται συνήθως σε τρία στάδια: την εισαγωγή των παράνομων κεφαλαίων στην οικονομία, τη διακίνησή τους μέσα από συναλλαγές που δυσχεραίνουν την ιχνηλάτησή τους και την επανεμφάνισή τους ως φαινομενικά νόμιμης περιουσίας. Τα στάδια αυτά αποτελούν αναλυτικό μοντέλο. Στις πραγματικές υποθέσεις μπορεί να αλληλοεπικαλύπτονται ή να μην εμφανίζονται με σαφή χρονική σειρά.
Χωρίς ουσιαστική δραστηριότητα
Μία από τις μορφές που εξετάζουν οι Αρχές είναι οι λεγόμενες εταιρείες-κελύφη (shell companies).
Πρόκειται για εταιρικά σχήματα που ενδέχεται να έχουν νόμιμη σύσταση, τραπεζικούς λογαριασμούς και τυπική εταιρική παρουσία, αλλά περιορισμένη ή ανύπαρκτη πραγματική οικονομική δραστηριότητα.
Τέτοιες εταιρείες μπορούν να εξυπηρετούν απολύτως νόμιμους σκοπούς. Γίνονται αντικείμενο έρευνας όταν υπάρχουν ενδείξεις ότι χρησιμοποιούνται για αδικαιολόγητες μεταφορές κεφαλαίων, απόκρυψη πραγματικών δικαιούχων ή συναλλαγές χωρίς επαρκή οικονομική αιτιολόγηση.
Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι απλώς εάν μια εταιρεία διαθέτει γραφεία ή εργαζομένους, αλλά εάν οι συναλλαγές της ανταποκρίνονται σε πραγματικές υπηρεσίες, εμπορεύματα ή επιχειρηματικές ανάγκες.
Εικονικές συναλλαγές και τιμολόγια
Μια δεύτερη κατηγορία αφορά την αξιοποίηση εικονικών ή ανακριβών συναλλαγών.
Οι Αρχές εξετάζουν περιπτώσεις στις οποίες εμφανίζονται τιμολόγια για υπηρεσίες ή αγαθά που δεν παρασχέθηκαν πραγματικά ή συναλλαγές των οποίων η αξία δεν ανταποκρίνεται στην οικονομική πραγματικότητα.
Με αυτόν τον τρόπο μπορεί να δημιουργείται μια φαινομενικά νόμιμη λογιστική αιτιολογία για τη μετακίνηση κεφαλαίων μεταξύ επιχειρήσεων. Δεν σημαίνει, βεβαίως, ότι κάθε υψηλή αμοιβή συμβούλου ή κάθε συναλλαγή μεταξύ συνδεδεμένων εταιρειών είναι ύποπτη. Για τη διαπίστωση παράβασης απαιτείται εξέταση συμβάσεων, παραστατικών, τραπεζικών κινήσεων και πραγματικών οικονομικών δεδομένων.
Πραγματικές επιχειρήσεις με μεγάλη διακίνηση μετρητών
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τους ελεγκτικούς μηχανισμούς παρουσιάζουν δραστηριότητες στις οποίες πραγματοποιείται μεγάλος αριθμός καθημερινών συναλλαγών, ιδίως όταν σημαντικό μέρος τους γίνεται με μετρητά.
Σε τέτοιους κλάδους οι Αρχές ελέγχουν εάν ο δηλωμένος κύκλος εργασιών συμφωνεί με την πραγματική δραστηριότητα της επιχείρησης.
Για παράδειγμα, μπορούν να συνεκτιμηθούν οι αγορές πρώτων υλών, η κατανάλωση ενέργειας, το προσωπικό, οι εισπράξεις μέσω ηλεκτρονικών πληρωμών και τα φορολογικά παραστατικά.
Μεγάλες ή ανεξήγητες αποκλίσεις μπορεί να αποτελέσουν αφορμή περαιτέρω ελέγχου. Δεν αποτελούν όμως αυτοτελή απόδειξη ξεπλύματος χρήματος.
Ένας ακόμη μηχανισμός που καταγράφεται διεθνώς αφορά εταιρικές δομές στις οποίες δυσχεραίνεται η αναγνώριση των φυσικών προσώπων που τελικά ελέγχουν την περιουσία.
Η ύπαρξη διαδοχικών εταιρικών συμμετοχών, παρένθετων προσώπων ή εταιρειών σε διαφορετικές δικαιοδοσίες μπορεί να είναι απολύτως νόμιμη. Αποκτά ελεγκτικό ενδιαφέρον όταν η δομή δεν δικαιολογείται από πραγματικές επιχειρηματικές ανάγκες ή όταν υπάρχουν ενδείξεις ότι έχει χρησιμοποιηθεί για την απόκρυψη του πραγματικού δικαιούχου.
Περισσότερες από μία εταιρείες
Η ύπαρξη πολλών εταιρειών υπό κοινό έλεγχο δεν είναι παράνομη. Αποτελεί συνηθισμένη πρακτική για την οργάνωση επενδύσεων, τη διαχείριση διαφορετικών δραστηριοτήτων και τον περιορισμό επιχειρηματικών κινδύνων.
Ωστόσο, σε υποθέσεις οικονομικού εγκλήματος οι ερευνητές εξετάζουν εάν διαφορετικά εταιρικά σχήματα λειτουργούν ως ενιαίο δίκτυο διακίνησης κεφαλαίων.
Η έρευνα μπορεί να επικεντρωθεί στο εάν οι εταιρείες πραγματοποιούν πραγματικές συναλλαγές μεταξύ τους, εάν οι χρηματορροές δικαιολογούνται οικονομικά και εάν τα πρόσωπα που εμφανίζονται ως διαχειριστές ασκούν πράγματι τον έλεγχο.
Συνδυασμούς ενδείξεων αναζητούν οι ελεγκτές
Οι ελεγκτικές και χρηματοπιστωτικές αρχές αναζητούν συνδυασμούς ενδείξεων, όπως εταιρείες με σημαντικές χρηματορροές, αλλά περιορισμένη εμφανή δραστηριότητα, συναλλαγές που δεν συμβαδίζουν με τον επιχειρηματικό σκοπό, δυσκολία ταυτοποίησης των πραγματικών δικαιούχων και ανεξήγητες μεταβολές στην ιδιοκτησία ή στη διοίκηση.
Εξετάζονται επίσης περιπτώσεις στις οποίες εταιρείες συνεχίζουν να εμφανίζουν τραπεζική δραστηριότητα χωρίς αντίστοιχες φορολογικές δηλώσεις ή επαρκή τεκμηρίωση των συναλλαγών τους.
Η FATF περιλαμβάνει τέτοια δεδομένα στους παράγοντες που μπορούν να αξιοποιούν οι αρμόδιες αρχές για την αξιολόγηση κινδύνων κατάχρησης νομικών προσώπων.
Κανένα από τα παραπάνω χαρακτηριστικά δεν αρκεί μόνο του για να χαρακτηριστεί μια εταιρεία ύποπτη ή να στοιχειοθετηθεί ποινικό αδίκημα. Η αξιολόγηση απαιτεί συνδυασμό ευρημάτων και εξατομικευμένη έρευνα.
Στο μεταξύ, η φοροδιαφυγή και η νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες είναι διακριτά αδικήματα, τα οποία μπορεί υπό προϋποθέσεις να συνδέονται. Στη φοροδιαφυγή το βασικό ζήτημα είναι η παράνομη αποφυγή καταβολής φόρων. Στο ξέπλυμα χρήματος εξετάζεται εάν περιουσιακά στοιχεία που προέρχονται από εγκληματική δραστηριότητα αποκρύπτονται, μεταβιβάζονται ή χρησιμοποιούνται με τρόπο που αποσκοπεί στη συγκάλυψη της προέλευσής τους ή πληροί άλλη προβλεπόμενη μορφή του αδικήματος.
Η ύπαρξη φορολογικής παράβασης δεν σημαίνει αυτομάτως ότι τελέστηκε και ξέπλυμα χρήματος. Αντίστοιχα, η ίδρυση νέων εταιρειών από πρόσωπα που ερευνώνται για φοροδιαφυγή δεν αποτελεί από μόνη της ένδειξη νομιμοποίησης παράνομων εσόδων.
Για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα πρέπει να συντρέχουν οι ειδικές προϋποθέσεις του Ν. 4557/2018 και να υπάρχουν αποδεικτικά στοιχεία.
Η νομοθεσία, οι διαδρομές και οι πρόσφατες υποθέσεις
Το βασικό νομοθετικό πλαίσιο στην Ελλάδα είναι ο Ν. 4557/2018, όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει.
Ο νόμος καλύπτει —μεταξύ άλλων— την εν γνώσει μετατροπή ή μεταβίβαση περιουσίας που προέρχεται από εγκληματική δραστηριότητα με σκοπό την απόκρυψη της παράνομης προέλευσής της, καθώς και άλλες μορφές απόκρυψης, κατοχής ή χρησιμοποίησης εγκληματικών εσόδων υπό τις προβλεπόμενες προϋποθέσεις.
Σημαντικό μέρος του συστήματος πρόληψης αποτελεί η υποχρέωση συγκεκριμένων επαγγελματιών και επιχειρήσεων να εφαρμόζουν μέτρα δέουσας επιμέλειας, να γνωρίζουν τους πελάτες τους και να αναφέρουν ύποπτες συναλλαγές όταν συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις.
Η ΑΑΔΕ έχει εποπτικές αρμοδιότητες, μεταξύ άλλων, για εξωτερικούς λογιστές-φοροτεχνικούς, ορισμένες επιχειρήσεις παροχής λογιστικών υπηρεσιών, μεσίτες ακινήτων και εμπόρους αγαθών μεγάλης αξίας.
Η Τράπεζα της Ελλάδος εποπτεύει την εφαρμογή του πλαισίου από τα ιδρύματα που υπάγονται στην αρμοδιότητά της.
Κεντρικό ρόλο στη διερεύνηση ύποπτων χρηματοοικονομικών συναλλαγών έχει η Αρχή Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες, η οποία μπορεί, σύμφωνα με τις νόμιμες αρμοδιότητές της, να προχωρά σε αναλύσεις, διαβίβαση στοιχείων και μέτρα δέσμευσης περιουσιακών στοιχείων.
Πώς εντοπίζεται το χρήμα
Η διερεύνηση μιας πιθανής υπόθεσης «ξεπλύματος» μέσω εταιρειών δεν περιορίζεται στην εξέταση των ιδρυτικών πράξεων και των φορολογικών δηλώσεων. Απαιτείται συνδυασμός στοιχείων από διαφορετικές πηγές.
Οι αρμόδιες αρχές μπορούν, με τις νόμιμες διαδικασίες, να συσχετίζουν τις εταιρικές συμμετοχές, τις μεταβολές στη διοίκηση, τις φορολογικές εγγραφές, τις τραπεζικές συναλλαγές και τα διαθέσιμα δεδομένα για την πραγματική οικονομική δραστηριότητα.
Ιδιαίτερη σημασία έχει η αναζήτηση του πραγματικού δικαιούχου: του φυσικού προσώπου που τελικά κατέχει ή ελέγχει μια εταιρεία, ανεξάρτητα από το ποιο πρόσωπο εμφανίζεται τυπικά ως διαχειριστής.
Η εξέταση αυτών των δεδομένων επιτρέπει να διαπιστωθεί εάν οι κινήσεις κεφαλαίων συνδέονται με πραγματική επιχειρηματική δραστηριότητα ή εάν υπάρχουν ενδείξεις ότι εξυπηρετούν διαφορετικό σκοπό.
Οργανωμένη φοροδιαφυγή
Οι πρόσφατες έρευνες για φερόμενη οργανωμένη φοροδιαφυγή σε δίκτυα επιχειρήσεων επαναφέρουν στο προσκήνιο τη σημασία της παράλληλης διερεύνησης της προέλευσης και της διακίνησης κεφαλαίων.
Στις υποθέσεις Pizza Fan και «Χωριάτικο», για τις οποίες έχουν δημοσιοποιηθεί στοιχεία αστυνομικών ερευνών και ενεργειών των αρμόδιων Αρχών, το ενδιαφέρον δεν περιορίζεται στις καταγγελλόμενες φορολογικές παραβάσεις, αλλά επεκτείνεται και σε ενδεχόμενες χρηματοοικονομικές διαδρομές.
Ωστόσο, δεν μπορεί να συναχθεί μόνο από την ύπαρξη περισσότερων εταιρειών, επιχειρηματικών συναλλαγών ή δεσμεύσεων περιουσιακών στοιχείων ότι εφαρμόστηκε συγκεκριμένος μηχανισμός ξεπλύματος χρήματος.
Για να συνδεθεί δημοσιογραφικά οποιοδήποτε συγκεκριμένο εταιρικό σχήμα με τέτοια πρακτική απαιτούνται τεκμηριωμένα ευρήματα της δικογραφίας, επίσημες ανακοινώσεις ή άλλα επαληθεύσιμα στοιχεία.
Σύνδεση με εγκληματική δραστηριότητα
Η καταπολέμηση του ξεπλύματος χρήματος μέσω εταιρειών δεν συνίσταται στην αντιμετώπιση της επιχειρηματικής δραστηριότητας ως ύποπτης.
Αντίθετα, στηρίζεται στη διάκριση ανάμεσα στις πραγματικές οικονομικές συναλλαγές και στις περιπτώσεις όπου εταιρικές δομές χρησιμοποιούνται για τη συγκάλυψη εγκληματικών εσόδων.
Τα βασικά ερωτήματα των Αρχών είναι ποιος ελέγχει πραγματικά την εταιρεία, ποια είναι η οικονομική προέλευση των κεφαλαίων της, εάν οι συναλλαγές έχουν πραγματικό αντικείμενο και εάν η επιχειρηματική δραστηριότητα δικαιολογεί τις χρηματορροές.
Σε κάθε περίπτωση, το ξέπλυμα χρήματος μέσω εταιρειών αποτελεί υπαρκτό και αναγνωρισμένο διεθνώς φαινόμενο. Η απόδειξή του, όμως, προκύπτει από τη σύνδεση των κεφαλαίων με εγκληματική δραστηριότητα.