Εκατομμύρια άνθρωποι μαθαίνουν να αντιμετωπίζουν μόνοι τους τα ζητήματα που προκύπτουν καθώς γερνούν
Η Εϊμι Καντ σκέφτηκε για πρώτη φορά ότι έπρεπε να ορίσει κάποιον πληρεξούσιο πριν από 10 χρόνια περίπου, όταν χρειάστηκε να φροντίσει μια ετοιμοθάνατη φίλη της. Δεν το έχει κάνει ακόμα. Η 65χρονη είναι ελεύθερη, χωρίς παιδιά, και αυτή η επιλογή για το ποιος θα πρέπει να λαμβάνει οικονομικές αποφάσεις για λογαριασμό της συνδέεται με άλλα μεγάλα ερωτήματα, τα οποία συχνά γίνονται πιο επιτακτικά όταν κανείς γερνάει μόνος. Ποιος θα τη φροντίσει όταν γεράσει; Τι θα γίνει με την περιουσία της; Πού θα ζήσει στα γεράματά της; «Πρέπει να φροντίσω για όλα εγώ» λέει.
Η Καντ εκτιμούσε ανέκαθεν την ελευθερία που προσφέρει η εργένικη ζωή. Περηφανευόταν μάλιστα για το ότι έκανε κατακόρυφο στη γιόγκα και περπατούσε 5 μίλια την ημέρα. Τελευταία, όμως, τη δυσκολεύει πολύ το γεγονός ότι είναι μόνη, και όχι μόνο λόγω των σημαντικών οικονομικών αποφάσεων που επικρέμανται πάνω από το κεφάλι της.
Η επέμβαση στην καρδιά
Μια επέμβαση στη μέση και μια αντικατάσταση καρδιακής βαλβίδας που έκανε τα τελευταία χρόνια μετέτρεψαν το διαμέρισμά της έξω από τη Βοστώνη σε κέντρο αποκατάστασης. Αυτόν τον καιρό περνά τον περισσότερο χρόνο της στο σπίτι, αναρρώνοντας από επιπλοκές της επέμβασης στην καρδιά, με φίλους που την επισκέπτονται. Βρίσκει παρηγοριά ζωγραφίζοντας σε ένα δεύτερο υπνοδωμάτιο που μετέτρεψε σε ατελιέ, αλλά γνωρίζει ότι τελικά θα αναγκαστεί να μετακομίσει σε έναν μικρότερο χώρο, όπου θα είναι ευκολότερο να κινηθεί.
Η Καντ είναι μία από τους εκατομμύρια Αμερικανούς που μαθαίνουν να αντιμετωπίζουν μόνοι τους τα ζητήματα που προκύπτουν καθώς γερνούν. Στις ΗΠΑ ζουν πάνω από 125 εκατομμύρια ενήλικοι άνω των 50 ετών. Από αυτούς, το 10% περίπου – δηλαδή τουλάχιστον 12,5 εκατομμύρια άνθρωποι – ανήκουν στην κατηγορία των «solo agers», δηλαδή ζουν μόνοι, δεν έχουν ούτε σύζυγο ούτε παιδιά, και γερνούν μόνοι, σύμφωνα με μια ανάλυση των δεδομένων της απογραφής που έκανε η AARP. Πρόκειται για μια πληθυσμιακή ομάδα που αυξάνεται και αφορά και τα δύο φύλα, εν μέρει εξαιτίας της αύξησης του ποσοστού των διαζυγίων μεταξύ των Αμερικανών μεγαλύτερης ηλικίας και του αριθμού των ενήλικων παιδιών που αποξενώνονται από τους γονείς τους.
Η Καντ δεν είχε εξαρχής κάποιο οργανωμένο σχέδιο για το μέλλον της. Από τα 20 ως τα 40, επέλεγε δουλειές σε μη κερδοσκοπικούς οργανισμούς με χαμηλότερες αποδοχές, προκειμένου να δώσει προτεραιότητα στην τέχνη της. Θυμάται τους φίλους της που τη ζήλευαν για την ελευθερία της: Ενώ εκείνοι ήταν δεσμευμένοι με το καθημερινό μαγείρεμα, τα μαθήματα των παιδιών και την αποταμίευση για τις σπουδές τους, η Καντ πέρναγε τα βράδια της ζωγραφίζοντας και δεν χρειαζόταν να το πολυσκεφτεί για να βγει έξω το βράδυ μια καθημερινή.
Κάποια στιγμή πήρε το MBA της. Στα 40 εργαζόταν πλέον στον τομέα της εξεύρεσης πόρων και είχε επιλέξει να πληρώνει τις ανώτατες εισφορές στα παραδοσιακά συνταξιοδοτικά προγράμματα, προκειμένου να είναι οικονομικά εξασφαλισμένη στα γεράματά της.
Όταν, μετά τα 50, μεταπήδησε επαγγελματικά στην παροχή συμβουλευτικών υπηρεσιών για εταιρείες, ως ελεύθερος επαγγελματίας, επέλεξε ένα πρόγραμμα solo 401(k), ένα ατομικό συνταξιοδοτικό-αποταμιευτικό πρόγραμμα για αυτοαπασχολούμενους.
Μετά τα 40 σκέφτηκε την υιοθεσία, αλλά τελικά την απέρριψε. Μια δεκαετία αργότερα, και ύστερα από τον θάνατο της μητέρας της, πέρασε μια περίοδο όπου αισθανόταν μετανιωμένη που είχε αποφασίσει να μη γίνει ανύπαντρη μητέρα.
Επιστροφή στην εργασία
Αν και η Καντ είναι ικανοποιημένη από τις οικονομίες της, ανησυχεί ότι το κεφάλαιό της μπορεί να συρρικνωθεί αν το χρηματιστήριο υποχωρήσει από τα επίπεδα-ρεκόρ στα οποία βρίσκεται σήμερα. Μόλις αναρρώσει πλήρως, σχεδιάζει να επιστρέψει στη μερική απασχόληση ως σύμβουλος, ώστε να κρατά το μυαλό της σε εγρήγορση και να νιώθει παραγωγική.
Οταν η Καντ συνειδητοποίησε για πρώτη φορά πόσο σημαντικό ήταν να ορίσει έναν πληρεξούσιο, δεν ήξερε ποιον να επιλέξει τότε και ανέβαλε την απόφαση. Πρόσφατα μόλις κατέληξε στο κατάλληλο φιλικό της πρόσωπο για να αναλάβει τον ρόλο αυτόν, αφού έγινε ξεκάθαρο, μετά τις περιπέτειες της υγείας της, ότι έπρεπε να λάβει τα μέτρα της. Η Καντ σχεδιάζει να μιλήσει σύντομα με αυτό το πρόσωπο για το συγκεκριμένο ζήτημα. Έχει ορίσει μια παλιά της φίλη από το πανεπιστήμιο ως πληρεξούσιο υγείας και έχει φτιάξει ένα λογιστικό φύλλο για να συντονίζει τις επισκέψεις των φίλων της όταν είναι άρρωστη.
Παρ’ όλα αυτά, κατανοεί τα όρια της «οικογένειας που έχει επιλέξει». Οι φίλοι της έχουν να διαχειριστούν τα δικά τους νοικοκυριά, ενώ ορισμένοι έχουν ήδη φύγει από τη ζωή.
Η διαθήκη
Η Καντ πρέπει επίσης να συντάξει μια διαθήκη και να αποφασίσει πώς θα μοιράσει τα περιουσιακά της στοιχεία. «Η αλήθεια είναι ότι έχω πελαγώσει κάπως, επειδή θέλω να τους βοηθήσω όλους, και αυτό δεν έχει λογική» δήλωσε η Καντ. Για να αφήσει κανείς περιουσιακά στοιχεία σε μη συγγενικά πρόσωπα συχνά απαιτείται η σύσταση καταπιστευμάτων. Ετσι μπορεί να διασφαλιστεί ότι κάποιοι μακρινοί βιολογικοί συγγενείς δεν θα επιχειρήσουν να προσβάλουν την επιθυμία του θανόντος, εξηγεί ο Αβι Κέστενμπαουμ, εταίρος στη δικηγορική εταιρεία Meltzer, Lippe, Goldstein & Breitstone.
Αυτό το διάστημα, η Καντ ερευνά κοινότητες κατοικιών για άτομα άνω των 55 ετών. Έχει συνειδητοποιήσει ότι δεν θα ήταν πρακτικό να εξακολουθήσει να μένει στο διαμέρισμά της, γιατί έχει σκάλες. Σκοπεύει να το πουλήσει και αναμένει να έχει κέρδος, δεδομένου ότι οι αξίες των ακινήτων έχουν εκτοξευθεί στα ύψη από τότε που το αγόρασε, πριν από 10 χρόνια περίπου. Ωστόσο, με την πώληση θα χάσει το εξαιρετικά συμφέρον επιτόκιο 3,75% που έχει το τρέχον στεγαστικό της δάνειο και πιθανότατα θα χρειαστεί να μετακομίσει σε μια πιο οικονομική γειτονιά. Αυτό σημαίνει ότι θα απομακρυνθεί και από τον βασικό κοινωνικό της κύκλο.
Η Καντ έχει βάλει στον εαυτό της χρονικό όριο ενός έτους για να ολοκληρώσει τις γραφειοκρατικές διαδικασίες που απαιτεί ο μελλοντικός σχεδιασμός για τα περιουσιακά στοιχεία της. Ελπίζει ότι θα έχει την ψυχική ενέργεια που απαιτείται για να ασχοληθεί με τέτοιες υποθέσεις όταν θα έχει προχωρήσει η αποκατάσταση της υγείας της.
Δουλεύοντας στο ατελιέ της, η Καντ επεξεργάζεται μέσα από τη ζωγραφική τις αλλαγές που θα έρθουν στη ζωή της τα επόμενα χρόνια. Έχει κάνει μια σειρά έργων με θέμα το να είσαι μόνος και ταυτόχρονα κομμάτι ενός ευρύτερου κόσμου. Εχει δημιουργήσει επίσης μια συλλογή από πορτρέτα φθινοπωρινών φύλλων μέσα από τα οποία πραγματεύεται τη γήρανση, τη φθορά και την αναζήτηση του ανήκειν.
«Σκέφτομαι ποια θα είναι η κληρονομιά που θα αφήσω» λέει.