Η αυθεντία απέκτησε ring light, το wellness έγινε βιομηχανία δισεκατομμυρίων και η προσωπική εμπειρία συχνά ακούγεται πιο πειστική από την επιστημονική τεκμηρίωση. Πώς ο αλγόριθμος αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο αποφασίζουμε ποιον εμπιστευόμαστε για την υγεία μας.
Γεμίσαμε καλούς Σαμαρείτες. Και αυτόκλητους σωτήρες. Ανθρώπους που νοιάζονται για την κορτιζόλη μας, τη φλεγμονή μας, την πέψη μας, τις ορμόνες μας, τον ύπνο μας, το ψυχικό τραύμα μας, το προσδόκιμο της ζωής μας.
Μας εξηγούν τι δεν πρέπει να τρώμε, γιατί ξυπνάμε κουρασμένοι, ποια συνήθεια σαμποτάρει τον οργανισμό μας και ποιο συμπλήρωμα θα μας βοηθήσει να ξαναβρούμε τον καλύτερο εαυτό μας.
Μπορεί να μην τους το έχουμε ζητήσει, αλλά τους συναντάμε καθημερινά στο Instagram και στο TikTok. Μέσα σε σαράντα δευτερόλεπτα μπορεί κανείς να μάθει ότι η κορτιζόλη ευθύνεται για τη φουσκωμένη κοιλιά του, ότι η εντερική χλωρίδα ευθύνεται για τη διάθεσή του και ότι υπάρχει, ευτυχώς, ένα μαγικό νέο-μαντζούνι που ίσως διορθώσει και τα δύο.

Κάποιοι από αυτούς είναι γιατροί, διαιτολόγοι ή επιστήμονες που γνωρίζουν πολύ καλά για τι μιλούν και χρησιμοποιούν τα social media για να εκλαϊκεύσουν την επιστήμη τους. Κάποιοι άλλοι έχουν λιγότερο ευδιάκριτα διαπιστευτήρια αλλά πολύ πιο εντυπωσιακούς τίτλους: wellness coach, hormone expert, gut health specialist, longevity mentor.
Aλλωστε στο κάθετο σύμπαν των κοινωνικών δικτύων υπάρχει μια ισοπεδωτική δημοκρατία. Ο καθηγητής Ιατρικής, ο διαιτολόγος, ο wellness coach, ο θυμόσοφος, ο πωλητής συμπληρωμάτων διατροφής και ο κομπογιαννίτης καταλαμβάνουν ακριβώς το ίδιο κάδρο και έχουν στη διάθεσή τους τον ίδιο χρόνο.
Πρόγραμμα ελέγχου για δομές και παρόχους
Στην Ελλάδα οι αρχές έχουν αρχίσει να εξετάζουν τι συμβαίνει όταν η συμβουλή περί ευεξίας υπερβαίνει τα όρια και συναντά την παροχή υπηρεσιών υγείας.
Η Εθνική Αρχή Διαφάνειας έχει καταρτίσει πρόγραμμα ελέγχου για 118 δομές και παρόχους, έπειτα από έρευνα για διαδικτυακές αναφορές σε ιατρικές υπηρεσίες. Στα πρώτα ευρήματα περιλαμβάνονται χώροι όπου εντοπίστηκαν σκευάσματα αισθητικών πράξεων, υπηρεσίες βιοσυντονισμού, υδροθεραπείας εντέρου και λιπόλυσης, ακόμη και πάροχος της εσχάτως πολυσυζητημένης «κβαντικής βιοανάδρασης».

Ο ΕΟΦ αναγκάστηκε επίσης να παρέμβει για την προβολή μέσω Διαδικτύου συνταγογραφούμενων φαρμάκων απώλειας βάρους από επαγγελματίες υγείας αλλά και διάσημα ή «επιδραστικά» πρόσωπα, υπό το πρόσχημα της ενημέρωσης.
Ο Σύλλογος Διαιτολόγων-Διατροφολόγων Ελλάδος από τη μεριά του έχει γνωστοποιήσει ότι δέκα υποθέσεις φερόμενης παράνομης άσκησης του επαγγέλματος οδηγήθηκαν στις εισαγγελικές αρχές, με μεγάλο μέρος της σχετικής δραστηριότητας να εντοπίζεται σε Instagram και Facebook. Το φαινόμενο, αν και μοιάζει, δεν είναι ελληνική πατέντα.
Μια βιομηχανία 1,8 τρισ. δολαρίων
Πίσω από τη νέα κουλτούρα υπάρχει μια τεράστια αγορά. Η McKinsey αποτίμησε την παγκόσμια αγορά consumer wellness στα 1,8 τρισ. δολάρια ετησίως.
Η υπόσχεση πλέον δεν είναι απλώς να διατηρούμαστε υγιείς, αλλά να είμαστε διαρκώς «βελτιστοποιημένοι»: να μετράμε ύπνο, βήματα, recovery, στρες, γλυκόζη, να παρακολουθούμε τον μεταβολισμό, να ψάχνουμε τι μας λείπει και τι μπορούμε να διορθώσουμε – ακόμη κι όταν δεν είμαστε ασθενείς.
Σε αυτή τη λογική, το σώμα δεν είναι ποτέ απλώς καλά, αφού αντιμετωπίζεται ως ένα project υπό βελτίωση. Η Μπελ Γκίμπσον υπήρξε κάποτε ένα από τα λαμπερά πρόσωπα της διεθνούς wellness σκηνής.

Η νεαρή Αυστραλή ισχυριζόταν ότι είχε καρκίνο στον εγκέφαλο και ότι τον αντιμετώπιζε μέσω διατροφής και εναλλακτικών θεραπειών. Απέκτησε τεράστιο κοινό, δημιούργησε εφαρμογή, κυκλοφόρησε βιβλίο και μετέτρεψε την προσωπική της ιστορία σε επιχείρηση. Υπήρχε μόνο ένα πρόβλημα: δεν είχε ποτέ καρκίνο. Αυστραλιανό δικαστήριο έκρινε ότι είχε προβεί σε παραπλανητική συμπεριφορά και το 2017 της επέβαλε πρόστιμο 410.000 δολαρίων Αυστραλίας.

Στις ΗΠΑ, η fitness influencer Μπρίτανι Ντον Ντέιβις πουλούσε «εξατομικευμένα» προγράμματα άσκησης και διατροφής. Η Πολιτεία του Τέξας υποστήριξε ότι πολλοί πελάτες λάμβαναν στην πραγματικότητα γενικά ή σχεδόν πανομοιότυπα προγράμματα. Στους πελάτες της περιλαμβάνονταν και άνθρωποι με ιστορικό διατροφικών διαταραχών. Η υπόθεση έκλεισε το 2023 με εξωδικαστικό συμβιβασμό 400 χιλιάδων δολαρίων.
Όταν η ψευδοεπιστήμη φορά λευκή μπλούζα
Το πιο ανησυχητικό είναι ότι το παραπλανητικό wellness content δεν μοιάζει πια απαραίτητα αντιεπιστημονικό, αφού έχει μάθει να καμουφλάρεται.
Δανείζεται την αισθητική της επιστήμης, δημοσιεύει screenshots από μελέτες, χρησιμοποιεί λέξεις όπως μικροβίωμα, κορτιζόλη, φλεγμονή, αντίσταση στην ινσουλίνη. Η ψευδοεπιστήμη του 2026 δεν χρειάζεται να αρνηθεί την επιστήμη. Της αρκεί να φορέσει τα ρούχα της.

Το πρόβλημα για τον μέσο χρήστη είναι προφανές: δεν διαθέτει ούτε τον χρόνο ούτε τις γνώσεις για να ελέγξει αν μια μελέτη είναι αξιόπιστη, αν το εύρημά της έχει επαληθευτεί κλινικά ή αν ένας δημιουργός περιεχομένου διάλεξε απλώς την πιο βολική έρευνα για το προϊόν που προωθεί.
Μια συστηματική ανασκόπηση 39 μελετών, δημοσιευμένη online το 2025 στο επιστημονικό περιοδικό Health Communication, εξέτασε την παραπληροφόρηση γύρω από το wellness στα social media. Οι ερευνητές βρήκαν ένα μοτίβο.
Διαπίστωσαν ότι influencers και αλγόριθμοι συστάσεων μπορούν να ενισχύσουν την κυκλοφορία μη επαληθευμένων ισχυρισμών για την υγεία. Ιδιαίτερη σημασία έχει η προσωπική εμπειρία: η φράση «το δοκίμασα και δούλεψε» μπορεί να είναι πολύ πιο πειστική από μια αναφορά στην επιστημονική βιβλιογραφία.
Υπάρχει όμως και κάτι λιγότερο μετρήσιμο. Παρακολουθώντας κανείς μια influencer να φτιάχνει το πρωινό της, να πηγαίνει γυμναστήριο, να μιλάει για τον χωρισμό της, να περιγράφει τις ανασφάλειές της, να δείχνει το σπίτι ή τα παιδιά της, αποκτά την (ψευδ)αίσθηση ότι την ξέρει.

Οι ερευνητές ονομάζουν αυτή τη μονομερή οικειότητα «παρακοινωνική σχέση». Οταν έρθει η στιγμή ο συγκεκριμένος άνθρωπος να προτείνει ένα προϊόν ή μια μέθοδο, δεν ξεκινά από το μηδέν. Βγάζει από τη φαρέτρα του ένα μέρος της εμπιστοσύνης που έχει ήδη χτίσει με τον χρήστη.
Όλοι στο ίδιο κάδρο
Η εύκολη συμβουλή θα μπορούσε να είναι μία: «Μην πιστεύετε ό,τι βλέπετε στο Internet». Στην πράξη, όμως, είναι κοντόφθαλμη και σχεδόν άχρηστη. Γιατί το αναξιόπιστο περιεχόμενο σήμερα δεν μοιάζει απαραίτητα αναξιόπιστο.
Μπορεί να είναι καλαίσθητο, ψύχραιμο, γεμάτο επιστημονικούς όρους. Γι’ αυτό και δεν μπορούμε να ζητάμε από κάθε χρήστη να κάνει εμβριθή έρευνα και επαλήθευση όσων διακινούνται. Μήπως τότε είναι λύση να εκδιώξουμε τους γιατρούς και τους επιστήμονες από τα social media; Το αντίθετο: ίσως τους χρειαζόμαστε εκεί περισσότερο από ποτέ.

Μέρος της ευθύνης για το ευζωιστικό αλαλούμ ανήκει αναντίρρητα και στις πλατφόρμες που καθορίζουν τι βλέπουμε, στις εταιρείες που πληρώνουν τους δημιουργούς περιεχομένου, στις επαγγελματικές ενώσεις και στις αρχές που οφείλουν να ελέγχουν πότε η προσωπική άποψη μετατρέπεται σε ιατρικό ισχυρισμό και πότε η διαφήμιση μεταμφιέζεται σε ενημέρωση.
Το πρόβλημα ίσως δεν είναι ότι γεμίσαμε ανθρώπους πρόθυμους να μας σώσουν. Αλλά ότι ο αλγόριθμος βάζει στο ίδιο κάδρο τον γιατρό, τον κάθε λογής coach, τον influencer και τον πωλητή συμπληρωμάτων – και μετά αφήνει εμάς να ξεχωρίσουμε την ήρα από το στάρι.