Η πιο μεγάλη φυσική καταστροφή στη μακρά σεισμική ιστορία της χώρας

Στην ιστορία της Βενεζουέλας, ο πιο καταστροφικός σεισμός μέχρι σήμερα είναι εκείνος που σημειώθηκε το 1812, ισοπεδώνοντας τη Μέριδα και το Καράκας και προκαλώντας, σύμφωνα με σημερινές εκτιμήσεις του USGS, 30.000 νεκρούς.

Ήταν στην πραγματικότητα τρεις ταυτόχρονοι σεισμοί, στις 26 Μαρτίου 1812, Μεγάλη Πέμπτη.

Στο σύνολό του, το σεισμικό γεγονός παραμένει η πιο μεγάλη φυσική καταστροφή στη μακρά σεισμική ιστορία της Βενεζουέλας.

Όλες οι ιστορικές πηγές συμφωνούν ότι το Καράκας καταστράφηκε σχεδόν ολοσχερώς, σε βαθμό που δεν είχε ξανασυμβεί ποτέ πριν ή στο μέλλον.

Η πόλη είχε μόλις εγκρίνει το πρώτο Εθνικό Σύνταγμα, στις 21 Δεκεμβρίου 1811, αλλά τρεις μήνες αργότερα κατέπλεε στη Βενεζουέλα ο στρατηγός Ντομίνγκο ντε Μοντεβέρδε με σκοπό να ανακτήσει την περιοχή για λογαριασμό του Ισπανικού Στέμματος.

WIKIMEDIA COMMONS

Η θλιβερή κατάσταση της πρωτεύουσας μετά τον σεισμό διευκόλυνε την εκστρατεία του Μοντεβέρδε και αποδυνάμωσε τις εθνικές δυνάμεις.

Ως αποτέλεσμα, ο σεισμός συνέβαλε στην πτώση, τον Ιούλιο του 1812, της πρώτης επαναστατικής κυβέρνησης της Βενεζουέλας, γνωστής ως «Πρώτη Δημοκρατία».

WIKIMEDIA COMMONS

Μαρτυρίες

Ο σεισμός διασώθηκε μέσα και από τη λαϊκή ιστορική παράδοση της Βενεζουέλας, ενίοτε και σε συνδυασμό με τον ρόλο του Σιμόν ντε Μπολιβάρ, του ιστορικού απελευθερωτή της Λατινικής Αμερρικής που κατά μαρτυρίες ενθάρρυνε τους κατοίκους του Καράκας να ξεπεράσουν ακόμη και τις επιπτώσεις του σεισμού και να συνεζίσουν να μάχονται.

Τα αποσπάσματα της μαρτυρίας του σεισμού του 1812, προέρχονται από τον αυτόπτη μάρτυρα (και αντίπαλο του Μπολιβάρ) Χοσέ Ντομίνγκο Ντίαζ:

Γράφει:

«Ήταν τέσσερις το απόγευμα. Ο ουρανός πάνω από το Καράκας ήταν εξαιρετικά καθαρός και φωτεινός, ενώ μια απόλυτη άπνοια έκανε την αφόρητη ζέστη ακόμη πιο έντονη. Έπεφταν σταγόνες νερού χωρίς να υπάρχουν σύννεφα. Έφυγα από το σπίτι μου για να πάω στον Καθεδρικό Ναό. Περίπου εκατό βήματα πριν φτάσω στην πλατεία του Σαν Χασίντο, κοντά στο μοναστήρι των Δομινικανών, η γη άρχισε να σείεται με έναν τρομερό βόμβο. Έτρεξα. Μπροστά μου κατέρρευσαν ορισμένα μπαλκόνια του Ταχυδρομείου. Βγήκα από την εμβέλεια των ερειπίων και είδα το μεγαλύτερο μέρος του ναού να καταρρέει. Μέσα στη σκόνη και τον θάνατο αντίκρισα την καταστροφή μιας πόλης που αποτελούσε καμάρι τόσο για κατοίκους και ξένους».

Και συνεχίζει:

«Εκείνος ο ανεξήγητος θόρυβος ακολουθήθηκε από μια σιωπή τάφου. Βρέθηκα μόνος στη μέση της πλατείας, ανάμεσα στα ερείπια. Άκουγα τις κραυγές όσων πέθαιναν μέσα στον ναό. Σκαρφάλωσα πάνω στα συντρίμμια και μπήκα στο εσωτερικό. Όλα συνέβησαν μέσα σε μια στιγμή

Εκεί είδα περίπου σαράντα ανθρώπους διαμελισμένους ή ετοιμοθάνατους κάτω από τα χαλάσματα.

Όταν ανέβηκα ξανά, αντίκρισα τον Σιμόν Μπολίβαρ, με τα μανίκια σηκωμένα, να ανεβαίνει για να εξετάσει και εκείνος την κατάσταση. Το πρόσωπό του πρόδιδε τον μεγαλύτερο τρόμο ή τη βαθύτερη απόγνωση. Με είδε και μου είπε αυτά τα σκληρά και παράδοξα λόγια:

«Ακόμη κι αν η Φύση μας πάει κόντρα, εμείς θα πολεμήσουμε εναντίον της και θα την αναγκάσουμε να υπακούσει».

Η πλατεία ήταν γεμάτη από ανθρώπους που ούρλιαζαν».

naftemporiki.gr